Δικηγορικό Γραφείο
104/2021 ΠΟΛ.ΠΡΩΤ.ΑΘ. (ΑΣΦ) - Απόρριψη αιτήματος ανάκλησης απόφασης περί επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης - Κρίσεις περί της λειτουργίας κοινού λογαριασμού

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Με την υπ' αριθ. 744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος την ανάκληση της απόφασης αυτής, καθώς και κάθε απαίτησής του, ευρισκόμενης είτε εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτων, μέχρι του ποσού των 364.514,35 ευρώ. Η καθ’ ης επέβαλε συντηρητική κατάσχεση στο σύνολο των τραπεζικών του λογαριασμών, δεσμεύοντας συνολικώς το ποσό των 703.780,48 ευρώ. Με την υπ’ αριθμ. 144/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν αίτησης ανάκλησης της υπ’ αριθμ. 744/2020 απόφασης του ΜονΠλημΑθ διατάχθηκε ο περιορισμός της κατάσχεσης εις χείρας μίας μόνο τράπεζας, όπου δεσμεύθηκε το ποσό των 36.514,35 ευρώ, ενώ παράλληλα απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η αίτηση, καθότι κρίθηκε και ορθώς από το δικάσαν Δικαστήριο ότι: α) λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης διάρκειας του γάμου των διαδίκων, την πώληση κοινού περιουσιακού τους στοιχείου, ήτοι της οικίας στο …………..το έτος 2010 και την εν γένει κοινή διαβίωση και συνεισφορά αμφοτέρων (των διαδίκων) στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και στην ανατροφή των τέκνων τους, δεν πιθανολογήθηκε ότι τα κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων χρήματα ανήκουν εξ ολοκλήρου στον αιτούντα, β) το γεγονός δε ότι στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς είχαν καταστεί συνδικαιούχοι τα τέκνα των διαδίκων, τα οποία δε διέθεταν δικά τους εισοδήματα, ενώ αυτά ήταν ανήλικα, προκειμένου σε περίπτωση θανάτου των γονέων τους, τα χρήματα να μην αποτελέσουν αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, δεν καθιστά αυτά πραγματικούς δικαιούχους των λογαριασμών, ώστε να επιμεριστούν τα ποσά αυτών σε ποσοστό1/4 σε έκαστο συνδικαιούχο, γ) ότι εφόσον η ανάληψη των χρημάτων έγινε πριν την πλήρωση της αίρεσης, ήτοι πριν το θάνατο των γονέων, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει στους συνδικαιούχους κατά τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, ήτοι σε ποσοστό 1/2 στον αιτούντα και σε ποσοστό 1/2 στην καθ' ης, δ) ότι είναι δικαίωμα της καθ' ης να ζητεί την διασφάλιση της απαίτησής της, το οποίο δεν ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και τέλος ε) ότι παρά το γεγονός ότι οι αναλήψεις εκ μέρους του αιτούντος των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς έγιναν το έτος 2017, ήτοι δύο χρόνια πριν την άσκηση της αίτησης για την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης, ότι ο ίδιος διατηρεί σε συγκεκριμένη ελληνική Τράπεζα κατατεθειμένο ποσό 400.000 ευρώ, ότι ο αϊτών αναφέρει ότι δεν έχει οφειλές ούτε προς τρίτους, ούτε προς τράπεζες, ούτε στο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο αϊτών δύναται ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ανάληψη των κατατεθειμένων στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ποσών και να ματαιώσει την αξίωση της καθ' ης, συνεπώς ότι εξακολουθεί να υφίσταται ενεργός και παρών κίνδυνος που δικαιολογεί τη λήψη του ασφαλιστέου μέτρου.
Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
144/2021
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ελλάδα Φραγκουδάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών - Εισηγήτρια, που ορίστηκε κατόπιν κλήρωσης, Χρυσούλα Παναγάκη και Αμαρυλλίδα Πλάκα, Πρωτόδικες, που όρισε ο Πρόεδρος της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Αικατερίνη Γεωργακοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5-7-2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος — αιτούντος:……………………., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του…………………...

Της καθ' ης η κλήση - καθ' ης η αίτηση:…………………., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ελευθερίου Κιούκη.

Ο αϊτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-3-2020 αίτηση, που κατατέθηκε με αριθμό κατάθεσης …………………….και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 30-6-2020, οπότε συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και επί αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 47/2021 απόφαση, δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από με αριθμό κατάθεσης ……………………….ανακοπής, κατ' άρθρο 702 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ήδη η αίτηση επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3808/2020 απόφασης επί της από 12-4-2020 ανακοπής, με την από 5-5-2021 κλήση του αιτούντος, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 29803/65/2021, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο έκθεμα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 10-3-2020 και με αριθμό κατάθεσης …………….αίτηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3808/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 12-4-2020 και με αριθμό κατάθεσης …………..ανακοπής.

Με το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης σκοπείται να αποτραπεί ο κίνδυνος να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή κατά τον ενδιάμεσο, μέχρις ότου αυτή εξοπλισθεί με τίτλο εκτελεστό, χρόνο, είτε γιατί, κατά το χρόνο αυτό ο οφειλέτης, ενόψει και των τυχόν μέτρων που προς την κατεύθυνση αυτή ήδη λαμβάνει, θα έχει αποξενωθεί από τη διαθέσιμη κατασχετή περιουσία του, είτε, θα έχει, μέχρι τότε, βλάψει, αλλοιώσει και γενικά αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, διότι με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή ενόψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου. Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προφανώς την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου, δικαιολογημένη από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου ματαίωσης ικανοποίησης της απαίτησης, λόγω πιθανολόγησης αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι, ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο δανειστής θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής, ως τέτοιας νοουμένης εκείνης η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από τον δικαιούχο, για να μη προξενηθεί, από την βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς, ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος (ΜΠρΘεσ 15137/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 4529/2011 Αρμ 2011. 788, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα με ανοικτό λογαριασμό επ’ ονόματι δύο ή περισσότερων από κοινού, είναι κατά την έννοια του παραπάνω νόμου η κατάθεση που περιέχει τον όρο, ότι από το λογαριασμό αυτό μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι οι κατ’ ιδίαν δικαιούχοι, αυτή δε η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις όμως αυτές, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», καθώς και με αυτές των άρθρων 411,489, 490,491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, όπως η οριζόμενη τέτοια κατάθεση στο ως άνω άρθρο 1 του ν. 5638/1932 και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ' αυτούς, παράγεται, μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα, η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων, είτε μέρους αυτών), από έναν από τους δικαιούχους, να γίνεται εξ ιδίου δικαίου. Για αυτό, εάν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης και ως προς τον άλλον δικαιούχο, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε χρήματα, ενώ ο άλλος δικαιούχος, που δεν προέβη σε ανάληψη, αποκτά απαίτηση εκ του νόμου κατά του αναλαβόντος τα χρήματα από τον κοινό λογαριασμό, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη (μπορεί να είναι εντολή, δάνειο κ.λπ.), προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα, ως προς το σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση δηλαδή της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το εξαιρετικό δικαίωμά του (ΑΠ 213/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 290/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 172/2020 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο της ανωτέρω αναγωγής απαιτείται να αναφέρεται η ύπαρξη του κοινού λογαριασμού, με τρόπο που να μην ανακύπτουν αμφιβολίες για την ταυτότητά του, η ιδιότητα των διαδίκων ως συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, η ανάληψη από τον εναγόμενο ορισμένου χρηματικού ποσού από τον κοινό λογαριασμό και η εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων, δυνάμει της οποίας ζητά ο ενάγων την καταβολή σε αυτόν ορισμένου ποσού (ΑΠ 380/2006 ΔΕΕ 2006. 779, ΑΠ 1357/2002 ΕλλΔνη 44. 503, ΑΠ 1563/2000 ΕλλΔνη 42. 1351,ΕφΠατρ 159/2004 ΔΕΕ 2005. 187). Απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής, που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση, έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση (ΑΠ 1785/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 486/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1550/2007 ΔΕΕ 2007. 952).

Με την υπό κρίση αίτηση ο αϊτών εκθέτει ότι στο πλαίσιο της άσκησης της από 18-6-2019 αγωγής από την καθ' ης, η οποία τυγχάνει εν διαστάσει σύζυγός του, σε βάρος του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δεν έχει ακόμα εκδικαστεί, η καθ' ης άσκησε εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 30-9-2019 αίτηση λήψης του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, έως του ποσού των 364.514,35 ευρώ, το οποίο αιτείται με την αγωγή της. Περαιτέρω ο αϊτών αναφέρει ότι επί της από 30-9-2019 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς και κάθε απαίτησής του, ευρισκόμενης είτε εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτων, μέχρι του ποσού των 364.514,35 ευρώ, παρασχέθηκε δε σε αυτόν η δυνατότητα να ματαιώσει ή να αντικαταστήσει τη συντηρητική κατάσχεση, με ισόποση εγγυητική επιστολή αξιόχρεης ελληνικής τράπεζας υπέρ της καθ' ης. Ζητεί δε με την υπό κρίση αίτηση, κατ' άρθρο 697 ΚΠολΔ, την ανάκληση, άλλως τη μεταρρύθμιση της υπ' αριθ.744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου η συντηρητική κατάσχεση να περιοριστεί στο ποσό των 11.757,17 ευρώ και στον τραπεζικό του λογαριασμό στην ……. ΒΑΝΚ, όπου υφίστανται καταθέσεις ποσού 19.296,95 ευρώ, άλλως και επικουρικώς να περιοριστεί στον τραπεζικό του λογαριασμό στην ……. Τράπεζα, όπου υφίστανται καταθέσεις ποσού τουλάχιστον 364.514,35 ευρώ. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου για την εκδίκασή της (άρθρο 697 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 697 και 707 επ. ΚΠολΔ, όπως εξάλλου κρίθηκε και με την υπ' αριθ. 47/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 12-4-2020 και με αριθμό κατάθεσης ……….ανακοπής του αιτούντος, κατ' άρθρο 702 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3808/2020 απόφαση (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και περιορίστηκε η επιβληθείσα από την καθ' ης, δυνάμει της υπ' αριθ. 744/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, συντηρητική κατάσχεση σε βάρος του αιτούντος μόνο εις χείρας της ……. Τράπεζας και στους τηρούμενους από τον αιτούντα σε αυτή τραπεζικούς λογαριασμούς. Πρέπει επομένως η υπό κρίση αίτηση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα υπ' αριθ. 47/2021 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι ληφθείσες επιμελεία της καθ' ης υπ' αριθ. ……………/21-10-2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ………, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν γάμο το έτος 1993, από τον οποίο απέκτησαν δύο ήδη ενήλικα τέκνα, βρίσκονται δε σε διάσταση από το Μάιο του 2017. Η καθ' ης η αίτηση κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) την από 18-6-2019 και με αριθμό κατάθεσης ………αγωγή της, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί ο αϊτών να της καταβάλει το ποσό των 364.514,35 ευρώ, ως μερίδιό της από τους επικαλούμενους στην αγωγή κοινούς τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Ειδικότερα με την από 18-6-2019 αγωγή της, η καθ' ης ισχυρίζεται ότι με τον αιτούντα διατηρούσαν τους αναφερόμενους σε αυτή (στην αγωγή) τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους ήταν συνδικαιούχοι, σε ορισμένους δε εξ αυτών είχαν προσθέσει τυπικά ως συνδικαιούχους, για αμιγώς φορολογικούς λόγους, και τα τέκνα τους…………….., τα οποία ουδέν δικό τους εισόδημα ή περιουσία διέθεταν ή διαθέτουν, και είχαν αποταμιεύσει σε αυτούς τις οικονομίες τους και το αντίτιμο από την πώληση το έτος 2010 κοινής κατοικίας τους στο…………….., ποσού 1.000.000 ευρώ. Κατόπιν η καθ' ης ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι από τους ένδικους λογαριασμούς, των οποίων το συνολικό ποσό καταθέσεων ανερχόταν σε 1.411.028,71 ευρώ και ανήκε στους διαδίκους κατ' ισομοιρία, ο αϊτών ανέλαβε χωρίς τη συναίνεσή της το ποσό του 1.070.028,71 ευρώ, ενώ η ίδια μόλις το ποσό των 341.000 ευρώ και ζητεί να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό που ανέλαβε, μέχρι τη συμπλήρωση του ½ εκ του συνολικού ποσού των ως άνω καταθέσεων, ήτοι το ποσό των [(1.411.028,71 X 1/2 =) 705.514,35 - 341.000] 364.514,35 ευρώ. Κατόπιν δε άσκησης από την καθ' ης της από 30-9-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………..αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης κατά του αιτούντος, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση έγινε δεκτή και διατάχθηκε, προς διασφάλιση της ανωτέρω απαίτησής της, η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς και κάθε απαίτησής του, ευρισκόμενης είτε εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτων, μέχρι του ποσού των 364.514,35 ευρώ, παρασχέθηκε δε σε αυτόν η δυνατότητα να ματαιώσει ή να αντικαταστήσει τη συντηρητική κατάσχεση, με ισόποση εγγυητική επιστολή αξιόχρεης ελληνικής τράπεζας υπέρ της καθ' ης. Ο αϊτών βάλλει κατά της υπ' αριθ. 744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζητεί την ανάκληση, άλλως τη μεταρρύθμισή της, επικαλούμενος σφάλματα αυτής. Ειδικότερα ο αϊτών υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε την από 30-9- 2019 αίτηση ορισμένη, απορρίπτοντας άνευ αιτιολογίας την προβληθείσα εκ μέρους του ένσταση αοριστίας αυτής, παρότι η καθ' ης ισχυρίστηκε με την αίτησή της ότι δικαιούται ποσοστό 1/2 του συνόλου των κοινών καταθέσεων και όχι ποσοστό ¼ αυτών, παρά την ύπαρξη τεσσάρων συνδικαιούχων, ήτοι των διαδίκων και των δύο τέκνων τους ………………και χωρίς να επικαλεστεί και να προσδιορίσει την ύπαρξη ειδικής, εσωτερικής σχέσης και συμφωνίας των συνδικαιούχων των ένδικων λογαριασμών, προκειμένου να κατανέμεται κατά το ½ και όχι κατά το 1/4 το ποσό εκάστου τραπεζικού λογαριασμού. Ακόμα ο αϊτών διαλαμβάνει στην υπό κρίση αίτησή του ότι στην από 30-9-2019 αίτησή της η καθ' ης δεν εκθέτει με ποιο τρόπο και με ποια εισοδήματά της συνεισέφερε στο σχηματισμό και στο ύψος των καταθέσεων των ένδικων λογαριασμών, ούτε παραθέτει δικά της εμβάσματα σε αυτούς, με συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, είτε κατά το αρχικό άνοιγμα αυτών, είτε μεταγενέστερα, ούτε τα στοιχεία του προσωπικού της τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο γινόταν η κατάθεση της μισθοδοσίας της. Ωστόσο στην από 30-9-2019 αίτηση εκτίθενται πλήρως και ορισμένως όλα τα απαραίτητα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, στοιχεία αναγωγής της καθ' ης κατά του αιτούντα για το 1/2 των ποσών των κοινών τραπεζικών τους καταθέσεων, δοθέντος ότι εκτίθενται σε αυτή οι αριθμοί των εν λόγω λογαριασμών και οι τράπεζες, στους οποίους τηρούνται, η ιδιότητα των διαδίκων ως συνδικαιούχων αυτών, οι αναλήψεις εκ μέρους του αιτούντος συγκεκριμένων χρηματικών ποσών και η εσωτερική τους σχέση, δεδομένου ότι αναφέρεται στην από 30-9-2019 αίτηση ότι τα τέκνα των διαδίκων και λοιποί συνδικαιούχοι των λογαριασμών, …………………., δηλώθηκαν ως συνδικαιούχοι στους λογαριασμούς αποκλειστικά για φορολογικούς λόγους, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση αυτών (των φορολογικών λόγων), όπως αβασίμως διατείνεται ο αϊτών. Περαιτέρω ο τελευταίος επικαλείται αοριστία της από 30-9-2019 αίτησης για το λόγο ότι ενώ εκτίθεται σε αυτή ότι ανέλαβε το συνολικό ποσό του 1.070.028,71 ευρώ από τέσσερις κοινούς λογαριασμούς από το σύνολο των επτά επίδικων, ωστόσο η καθ' ης προβάλλει αξίωση ποσοστού 1/2, όχι επί του εν λόγω ποσού των τεσσάρων λογαριασμών, αλλά επί των συνολικών καταθέσεων των ένδικων επτά κοινών λογαριασμών, με συνολικό ποσό 1.411.028,71 ευρώ, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, καθιστά αόριστο τον υπολογισμό της αξίωσης της καθ' ης και εν προκειμένω ασφαλιστέο δικαίωμα. Πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός (του αιτούντος) δεν συνέχεται με αοριστία της από 30-9-2019 αίτησης, αλλά με την ουσιαστική βασιμότητα ή μη του επικαλούμενου με αυτή ασφαλιστέου δικαιώματος. Επίσης ο αϊτών επικαλείται αοριστία της από 30-9-2019 αίτησης και για το λόγο ότι προκειμένου να θεμελιωθεί η συνδρομή επικείμενου κινδύνου και επείγουσας περίπτωσης, αναφέρεται ότι η εταιρεία που διατηρεί με τον αδελφό του, με την επωνυμία …………….ΟΕ», με αντικείμενο την ………………….παρουσιάζει συνεχή και αμετάβλητη οικονομική ζημία, ενώ είναι σε κάθε περίπτωση εγγενής ο κίνδυνος, όταν πρόκειται για χρήματα, να «εξαφανιστούν» μέσα σε λίγα λεπτά, με το «πάτημα ενός κουμπιού» στον υπολογιστή, όπως έπραξε ήδη στο παρελθόν ο αϊτών, χωρίς να γίνεται η παραμικρή επίκληση οποιοσδήποτε προπαρασκευαστικής ενέργειας προς την κατεύθυνση μεταφοράς χρημάτων, παρά μόνο της αφηρημένης δυνατότητα προς τούτο, ενώ θα έπρεπε να αναφέρεται στην αίτηση, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη αναφορικά με την συνδρομή επικείμενου κινδύνου και επείγουσας περίπτωσης, ότι ο αϊτών εκποιεί τα περιουσιακά του στοιχεία, ότι έχει δημοσιεύσει αγγελίες περί εκποίησης σε εφημερίδες ή στο διαδίκτυο, ότι τρίτοι έχουν στραφεί δικαστικά και επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του, ότι υφίστανται αξιόγραφα διαμαρτυρημένα, διαταγές πληρωμής, αγωγές, κατασχέσεις ή αιτήσεις πτώχευσης σε βάρος του. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός του αιτούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η αίτηση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο όσον αφορά την επείγουσα περίπτωση και τον επικείμενο κίνδυνο, ήτοι τα επικαλούμενα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας του αιτούντος και την ευχέρεια ανάληψης εκ μέρους του των χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, όπως φέρεται ότι έπραξε και στο παρελθόν, κρίνεται ορισμένη. Ακόμα ο αϊτών υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έσφαλε αναφορικά με την πιθανολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης της καθ' ης, καθόσον δέχτηκε ότι: «ο καθ' ου πιθανολογείται ότι έχει αναλάβει το συνολικό ποσό των 1.070.028,71 ευρώ, ενώ η αιτούσα έχει αναλάβει 341.000 ευρώ και άρα πιθανολογείται ότι η αιτούσα διατηρεί νόμιμη αξίωση εκ των κοινών λογαριασμών έναντι του καθ' ου για το υπόλοιπο μέχρι τη συμπλήρωση του ημίσεος του ανήκοντος σε εκείνη μεριδίου, ήτοι ποσού (705.514,35 - 341.000 =) 364.514,35 ευρώ». Ειδικότερα ο αϊτών διατείνεται ότι δεν υφίσταται ασφαλιστέο δικαίωμα, καθόσον οι ένδικοι επτά λογαριασμοί ανοίχτηκαν από τον ίδιο, ο οποίος ήταν αρχικά αποκλειστικός δικαιούχος αυτών, δεδομένου ότι σε αυτούς κατατίθεντο χρήματα από αποκλειστικά δικά του εισοδήματα και δικούς του πόρους, ωστόσο για λόγους ασφάλειας και εξασφάλισης των τέκνων των διαδίκων, σε περίπτωση που του συνέβαινε κάτι αναπάντεχο, προσέθεσε αυτά και την καθ' ης ως συνδικαιούχους, ειδικά δε η προσθήκη της καθ' ης έγινε μόνο στο πλαίσιο της εκπροσώπησης των ανήλικων τότε τέκνων τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κανένα δικαίωμα αυτής επί των καταθέσεων, οι οποίες ανήκαν στον ίδιο και στα τέκνα τους. Επισημαίνει δε ότι στους ένδικους λογαριασμούς είχε τεθεί ο όρος ότι με το θάνατο οποιουδήποτε δικαιούχου, η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, προκειμένου σε περίπτωση θανάτου του, τα χρήματα να περιέλθουν στα τέκνα του, χωρίς να επέλθει ως προς αυτά κληρονομική διαδοχή, προς αποφυγή της ένεκα αυτής φορολόγησης. Επιπροσθέτως και προς επίρρωση των ισχυρισμών του ότι οι ένδικοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν για αμιγώς επαγγελματική του χρήση και δεν αποτελούσαν αποταμιευτικούς λογαριασμούς του ίδιου και της καθ' ης, αλλά τα κατατεθειμένα σε αυτούς χρήματα προέρχονταν αποκλειστικά από δικά του εισοδήματα από την επαγγελματική του δραστηριότητα, ο αϊτών αναφέρει ότι οι ένδικοι λογαριασμοί εξυπηρετούσαν τη λειτουργία της προαναφερόμενης επιχείρησής του, δεδομένου ότι σε αυτούς γίνονταν καταθέσεις προς εξόφληση τιμολογίων από πελάτες της επιχείρησης, πληρωμές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς και εφορία, ενώ γίνονταν και καταθέσεις επιταγών πελατείας. Επίσης υποστηρίζει ότι συμβολή της καθ'ης δεν δικαιολογείται από τα προσωπικά της εισοδήματα από την εργασία της, ως δημοτική υπάλληλος του…………….., τα οποία κατά το διάστημα των ετών 2007 έως 2016 ανήλθαν στο ποσό των 172.330,72 ευρώ, όποιες δε καταθέσεις έκανε, γίνονταν σε προσωπικούς της λογαριασμούς, όπως σε προσωπικό της λογαριασμό γινόταν και η κατάθεση της μισθοδοσίας της, ενώ η συμβολή της στην κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, στο πλαίσιο της σχετικής αμοιβαίας υποχρέωσης των διαδίκων, ανερχόταν σε ποσοστό 1% και ακολούθως από το ποσό του 1.070.028,71 ευρώ, που ο ίδιος ανέλαβε από τους κοινούς λογαριασμούς, αυτή δικαιούται το ποσό των 10.700,28 ευρώ, το οποίο έχει υπερκαλυφθεί από τα 341.000 ευρώ, που η ίδια ανέλαβε εξ ολοκλήρου. Περαιτέρω ο αϊτών βάλλει κατά της υπ' αριθ. 744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι από το τίμημα από την πώληση το έτος 2010 κοινού ακινήτου των διαδίκων στο……………….., ύψους 582.997,83 ευρώ, δεν κατατέθηκε σχεδόν κανένα ποσό στους ένδικους κοινούς λογαριασμούς, αφού αυτό διατέθηκε για την από κοινού αγορά, αποπεράτωση και ανακατασκευή έτερου ακινήτου, επίσης στο ……. Αττικής. Επιπροσθέτως ο αϊτών επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας της υπ' αριθ. 744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι δέχθηκε ότι τα τέκνα των διαδίκων τέθηκαν τυπικά συνδικαιούχοι των ένδικων λογαριασμών για φορολογικούς λόγους, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει αυτούς και τις σχετικές διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, από τις οποίες να προκύπτει τυχόν φορολογικό ευεργέτημα από την εν λόγω μεθόδευση.

Ωστόσο οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αιτούντος τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης διάρκειας του γάμου των διαδίκων, την πώληση κοινού περιουσιακού τους στοιχείου, ήτοι της οικίας στο ……… το έτος 2010 και την εν γένει κοινή διαβίωση και συνεισφορά αμφοτέρων (των διαδίκων) στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και στην ανατροφή των τέκνων τους, δεν πιθανολογήθηκε ότι τα κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων χρήματα ανήκουν εξ ολοκλήρου στον αιτούντα, όπως αυτός διατείνεται. Το γεγονός δε ότι σε αυτούς είχαν καταστεί συνδικαιούχοι τα τέκνα των διαδίκων, ενώ αυτά ήταν ανήλικα, προκειμένου σε περίπτωση θανάτου των γονέων τους, τα χρήματα να μην αποτελόσουν αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, δεν καθιστά αυτά πραγματικούς δικαιούχους των λογαριασμών, ώστε να επιμεριστούν τα ποσά αυτών σε ποσοστό1/4 σε έκαστο συνδικαιούχο. Σύμφωνα δε και με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον η ανάληψη των χρημάτων έγινε πριν την πλήρωση της αίρεσης, ήτοι πριν το θάνατο, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει στους συνδικαιούχους κατά τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, ήτοι σε ποσοστό 1/2 στον αιτούντα και σε ποσοστό 1/2 στην καθ' ης. Για τους ίδιους λόγους απορριπτέος τυγχάνει και ο έτερος ισχυρισμός του αιτούντος, ήτοι ότι η από 30-9-2019 αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως ως ουσία αβάσιμη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ' ης, δεδομένου ότι ελλείψει ειδικού όρου στην ένδικη εσωτερική σχέση μεταξύ των δικαιούχων των κοινών τραπεζικών λογαριασμών περί του μεριδίου, το οποίο αναλογεί σε έκαστο εξ αυτών και ελλείψει αποδείξεων ικανών να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 493 ΑΚ, έπρεπε να εφαρμοστεί το τελευταίο και εφόσον οι συνδικαιούχοι των κοινών τραπεζικών λογαριασμών είναι τέσσερεις, η καθ' ης δικαιούται να αξιώσει αναγωγικά μόνο το ¼ από το ποσό που ανέλαβε ο ίδιος, ήτοι το ποσό των 267.507,17 ευρώ, ενώ ακόμα και εάν γίνει δεκτό όπως κρίθηκε με την υπ' αριθ. 744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι δικαιούται μερίδιο εκ του συνόλου των καταθέσεων, ποσού 1.411.028,71 ευρώ, η αξίωση της καθ' ης ανέρχεται στο1/4, ήτοι σε 352.757,17 ευρώ, εκ των οποίων έχει αναλάβει τα 341.000 ευρώ και συνακόλουθα η αξίωσή της ανέρχεται στο ποσό των 11.757,17 ευρώ, έως το οποίο θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να έχει διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση. Επιπροσθέτως ο αϊτών διατείνεται ότι η υπ' αριθ. 744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα από αυτόν ένσταση κατ' άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της καθ' ης, δοθέντος ότι η άσκηση της από 30-9-2019 αίτησης υπερέβαινε προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Ειδικότερα ο αϊτών υποστηρίζει ότι η καθ' ης, πριν την άσκηση της από 30-9-2019 αίτησης, είχε ήδη εγγράψει εμπράγματα βάρη - υποθήκες πρώτης τάξης στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του για ποσό 200.000 ευρώ, έναντι της φερόμενης απαίτησής της ποσού 1.500.000 ευρώ, ως συμμετοχή της στα αποχτήματα του ιδίου κατά τη διάρκεια του γάμου της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται μετά βεβαιότητας και η ένδικη αξίωσή της από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Υποστηρίζει δε ότι παρά ταύτα με την από 30-9-2019 αίτηση επιχειρεί να τον εξοντώσει οικονομικά, ζητώντας τη συντηρητική κατάσχεση της ήδη βεβαρημένης με υποθήκες ακίνητης περιουσίας του και όλων των κινητών περιουσιακών του στοιχείων, δύο έτη μετά από την εκ μέρους του ανάληψη των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2017, ήτοι χωρίς να υφίσταται επικείμενος κίνδυνος και επείγουσα περίπτωση. Με το ως άνω περιεχόμενο η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, δοθέντος ότι τα επικαλούμενα από τον αιτούντα και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Ειδικότερα είναι δικαίωμα της καθ' ης να ζητεί την διασφάλιση της απαίτησής της, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου πιθανολογείται ως βάσιμη, λαμβανομένης υπόψη και των λοιπών επικαλούμενων και προβαλλόμενων από αυτή αξιώσεων κατά του αιτούντα. Περαιτέρω ο αϊτών βάλλει κατά της υπ' αριθ. 744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το λόγο ότι ως προς τον επικείμενο κίνδυνο και την επείγουσα περίπτωση δέχτηκε: «... Λόγω δε της ανάγκης αποτροπής επικείμενου κινδύνου και δη εκείνου της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της αιτούσας σε βάρος του καθ' ου από τη δυνατότητά του — ανά πάσα στιγμή - ανάληψης των υπολοίπων ποσών, που τηρεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς, μετά τις ήδη αναφερόμενες αναλήψεις και μεταφορές, στις οποίες έχει ήδη προβεί μέχρι την ημέρα άσκησης της αίτησης, απορριπτομένης της ένστασης έλλειψης επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου, που προέβαλε ο καθ' ου, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη ...», καίτοι δεν υφίσταται επικείμενος κίνδυνος και επείγουσα περίπτωση. Ειδικότερα ο αϊτών επικαλείται ανυπαρξία επικείμενου κινδύνου και επείγουσας περίπτωσης ματαίωσης της ικανοποίησης της ένδικης απαίτησης της καθ' ης, δεδομένου ότι οι αναλήψεις εκ μέρους του των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς έγιναν το έτος 2017, ήτοι δύο χρόνια πριν την άσκηση της από 30-9-2019 αίτησης, ενώ επιπροσθέτως ο ίδιος διατηρεί στην ……. Τράπεζα κατατεθειμένο ποσό 400.000 ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο της προβαλλόμενης αξίωσης της αιτούσας. Επισημαίνει δε ότι το εν λόγω ποσό ήταν κατατεθειμένο τόσο κατά το χρόνο άσκησης της από 30-9-2019 αίτησης, όσο και κατά τη συζήτηση αυτής (7-1-2020), όσο και κατά την επιβολή της δυνάμει της υπ' αριθ. 744/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατάσχεσης στις 14-2- 2020, οπότε η καθ' ης κατέσχε συνολικά, στους λογαριασμούς του στην ……. Τράπεζα, στην Τράπεζα ……., στην Τράπεζα ……. και στην ……. το ποσό των 703.780,48 ευρώ, ήτοι ποσό διπλάσιο της ασφαλιστέας απαίτησης. Ακόμα ο αϊτών αναφέρει ότι δεν έχει οφειλές ούτε προς τρίτους, ούτε προς τράπεζες, ούτε στο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε σε ασφαλιστικούς οργανισμούς. Ωστόσο τα ανωτέρω δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο αϊτών δύναται ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ανάληψη των κατατεθειμένων στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ποσών και να ματαιώσει την αξίωση της καθ' ης.

Ακόμα ο αϊτών επικαλείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, προσβολή του κοινού περί δικαίου αισθήματος και καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του και κάθε απαίτησής του, είτε εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτου, παρότι η καθ' ης δεν είχε κανένα αναγωγικό δικαίωμα, άλλως το αναγωγικό δικαίωμα αυτής ανερχόταν στο ποσό των 11.757,17 ευρώ και το Δικαστήριο έπρεπε είτε να απορρίψει την αίτηση, είτε να διατάξει την εξασφάλιση απαίτησης ποσού 11.757,17 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικώς μόνο στον τραπεζικό λογαριασμό της ……. Τράπεζας. Ισχυρίζεται δε ότι λόγω της δέσμευσης των τραπεζικών του λογαριασμών αδυνατεί να πραγματοποιήσει έστω και τις στοιχειώδεις καθημερινές συναλλαγές, μεταφορές και αναλήψεις, με κίνδυνο να καταστεί υπερήμερος οφειλέτης προς τον ΕΦΚΑ, την Εφορία, τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς, την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας και τις εν γένει οφειλές του προς τρίτους. Οι ως άνω ισχυρισμοί του αιτούντος όσον αφορά εν γένει την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, άλλως τον περιορισμό αυτής στο ποσό των 11.757,17 ευρώ, τυγχάνουν, σύμφωνα και με τα αναλυτικά ανωτέρω εκτιθέμενα, απορριπτέοι. Ωστόσο κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι στους λογαριασμούς του αιτούντος στη ……. Τράπεζα υφίσταται επαρκές υπόλοιπο, ήτοι τουλάχιστον το ποσό των 364.514,35 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ……./…….2020 δήλωση αυτής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει εν μερει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς το επικουρικό της αίτημα και να μεταρρυθμιστεί η υπ' αριθ. 744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να περιοριστεί η διαταχθείσα δυνάμει αυτής συντηρητική κατάσχεση (μέχρι του ποσού των 364.514,35 ευρώ), στους λογαριασμούς που τηρεί ο αϊτών στην ……. Τράπεζα. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Μεταρρυθμίζει την υπ' αριθ. 744/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και περιορίζει τη διαταχθείσα δυνάμει αυτής συντηρητική κατάσχεση, μέχρι του ποσού των τριακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (364.514,35), στους λογαριασμούς που τηρεί ο αϊτών στην …… Τράπεζα.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15-6-2021».


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News