Δικηγορικό Γραφείο
Ακύρωση Διαταγής Πληρωμής λόγω έλλειψης έγγραφης προαπόδειξης της  ιδιότητάς του υπογράψαντος

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορε1 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσόν της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής συγκροτείται αποκλειστικά από τους λόγους που αφορούν στο έγκυρο ή μη της εκδόσεως της διαταγής. Όταν ο λόγος της ανακοπής συνίσταται ειδικότερα σε έλλειψη, κατά τον ανακόπτοντα, νόμιμης προϋποθέσεως για την έκδοση της διαταγή δηλαδή ο λόγος της ανακοπής έχει αρνητικό χαρακτήρα, αρκεί για το ορισμένο αυτού να προκύπτει η κατά τον ανακόπτοντα ελλείπουσα νόμιμη προϋπόθεση της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997, στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920 ''Περί ανωνύμων εταιριών", ορίζεται ότι "Η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς". Το δε άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στη μεν παρ. 1 εδ. α' ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιο ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3 ότι ΄΄Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει Θέματα για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. ..„ Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους .... ". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορ1ζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση, που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές. Οι εν λόγω διατάξεις (του άρθρου 22 παρ, 3) περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, που κατ' αρχήν ενεργεί συλλογικά να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλ1ου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της προβλεπόμενης, από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Δικαιοπραξία δε που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης, δεν το δεσμεύει (ΑΠ 720/2019, στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω, από τα έγγραφα που προσκόμισε η καθ’ ης η ανακοπή μαζί με την αίτησή της για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και μνημονεύονται σε αυτή, δεν αποδεικνύεται ότι ο υπογράψας τη σύμβαση είχε εξουσία εκπροσώπησης της ανακόπτουσας, αναλαμβάνοντας συμβατικές υποχρεώσεις στο όνομα και για λογαριασμό της και δεσμεύοντας αυτήν με την υπογραφή του ( δεν μνημονεύεται στη σύμβαση και δεν προσκομίζεται δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο παροχής σχετικής προς τούτο πληρεξουσιότητας). Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι με βάση τα επισυναπτόμενα στην αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή για την έκδοση διαταγής πληρωμής έγγραφα δε συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησής της, ώστε ο λόγος αυτός της ανακοπής να πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής.

(Την υπόθεση χειρίστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία ο συνεργάτης Δικηγόρος του γραφείου μας, Κιούκης Ελευθέριος).

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Αριθμός Απόφασης 11838/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Αικατερίνη Συμεωνίδου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από την Γραμματέα Κωνσταντίνα Τσιαχρή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 09-01-2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Ελευθέριο Κιούκη (ΑΜ/ΔΣΑ…….), που κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ’ ης η ανακοπή: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……», που εδρεύει στη…., τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, με ΑΦΜ …., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών……, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 11-01-2011 ανακοπή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ …/ …/ 11-01-2011, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 18-09-2013, κατόπιν δε πρώτης αναβολής για τη δικάσιμο της 18-02-2015 και κατόπιν δεύτερης αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο (….).

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την υπό κρίση ανακοπή, η ανακόπτουσα ζητεί να ακυρωθεί, για τον λόγο, που ειδικότερα εκτίθεται σ’ αυτήν και αναπτύσσεται κατωτέρω, η υπ’ αριθμ. ………./2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή, το ποσό των 55.918,94 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση, που πηγάζει από σύμβαση ανάθεσης έργου ένεκα της οποίας εξεδόθη σχετικό τιμολόγιο, καθώς και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη ανακοπή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 584, 585, 632 ΚΠολΔ, ως το τελευταίο ίσχυε προ της αντικατάστασής του με τον Ν. 4055/2012), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, έχει δε ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../11-01-2011 έκθεση επίδοσης αντιγράφου της υπό κρίση ανακοπής στην καθ’ ης η ανακοπή της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ……….., σε συνδυασμό με το αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα κατά την 20-12-2010). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή, ως προς το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της.

ΙΙ. Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσόν της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής συγκροτείται αποκλειστικά από τους λόγους που αφορούν στο έγκυρο ή μη της εκδόσεως της διαταγής. Όταν ο λόγος της ανακοπής συνίσταται ειδικότερα σε έλλειψη, κατά τον ανακόπτοντα, νόμιμης προϋποθέσεως για την έκδοση της διαταγή δηλαδή ο λόγος της ανακοπής έχει αρνητικό χαρακτήρα, αρκεί για το ορισμένο αυτού να προκύπτει η κατά τον ανακόπτοντα ελλείπουσα νόμιμη προϋπόθεση της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997, στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Β. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", ορίζεται ότι "Η ανώνυμος εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργοΰντος συλλογικώς". Το δε άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στη μεν παρ. 1 εδ. α’ ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3 ότι "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξρυσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους....". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση, που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές. Οι εν λόγω διατάξεις (του άρθρου 22 παρ. 3) περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, που κατ’ αρχήν ενεργεί συλλογικά, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευπκή δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της προβλεπόμενης, από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Δικαιοπραξία δε που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης, δεν το δεσμεύει (ΑΠ 720/2019, στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης ανακοπής της, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι υφίσταται έλλειψη νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή (ανύπαρκτη η σύμβαση έργου μεταξύ της ιδίας και της καθ' ης η ανακοπή και έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτής). Ειδικότερα, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι την κατά την 22-01-2008, που υπεγράφη η επίδικη σύμβαση έργου, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, η ανακόπτουσα εκπροσωπούνταν νομίμως στις συναλλαγές με τρίτους, υπογραφή συμβάσεων, εισπράξεις εμβασμάτων, κλπ., από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτής, ….(ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ, με αρ. ……./24-02-2006). Ότι από κανένα προσκομιζόμενο έγγραφο κατά την έκδοση της ανακοπτομένης δεν προκύπτει να υπεγράφη οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ της ιδίας, όπως εκπροσωπείτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και της καθ’ ης η ανακοπή. Ότι στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι η ίδια για την υπογραφή της επίδικης σύμβασης εκπροσωπήθηκε υπό τρίτου προσώπου, έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα για την υπογραφή αυτής, θα έπρεπε να προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της αιτήσεως για την έκδοση της προσβαλλόμενης, την προσβαλλομένη και τα επικαλούμενα έγγραφα με την ως άνω αίτηση. Ότι από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει ότι η ίδια εκπροσωπήθηκε για την υπογραφή της άνω σύμβασης από τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον…., έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο. Ότι δεν προσδιορίζεται στην επίδικη σύμβαση δυνάμει ποιου εγγράφου ο …….. προέβη στην υπογραφή αυτής, ως εκπρόσωπος της ιδίας και όχι για λογαριασμό του ατομικώς. Ότι λόγω της έλλειψης σχετικής πληρεξουσιότητας, η ίδια δεν ευθύνεται ως νομικό πρόσωπο, αλλά η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά το πρόσωπο το οποίο συνεβλήθη. Ότι συνεπώς δεν αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, αλλά ούτε και από την αίτηση προς έκδοση αυτής ή από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η παθητική νομιμοποίηση της ιδίας, ώστε να ευθύνεται ως νομικό πρόσωπο για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση έργου, ώστε αυτή πάσχει αοριστίας και θα πρέπει να ακυρωθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της παθητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο της ιδίας, Ο λόγος αυτός της ανακοπής, ο οποίος βάλλει κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είναι νόμιμος, ερειδόμενος στις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα,

IV. Από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους μετ’ επικλήσεως έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ήτοι η υπ' αριθμ. ……./2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε επί της από 03-12-2010 αίτησης της καθ’ ης η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στη …., νομίμως εκπροσωπουμένης, βάσει του υπ' αριθμ. ………../11-09-2009 τιμολογίου για την παροχή υπηρεσιών που εξέδωσε η καθ' ης η ανακοπή και της από 22-01-2008 έγγραφης σύμβασης ανάθεσης έργου, που υπεγράφη μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή, ως εργολάβου και της ανακόπτουσας, ως εργοδότριας, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την εκπόνηση της σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης, την έρευνα αγοράς τουρισμού της περιοχής της … και την προετοιμασία και υποβολή του φακέλου υπαγωγής στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 με αντικείμενο την ίδρυση ξενοδοχείου πέντε αστέρων στη … από την ανακόπτουσα εταιρεία. Η ως άνω σύμβαση υπογράφηκε από τον …, που φέρεται ως ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας εργοδότριας εταιρείας. Από τα έγγραφα όμως που προσκόμισε η καθ’ ης η ανακοπή μαζί με την αίτησή της για την έκδοση της ανακοπτομένης και τα οποία μνημονεύονται σ' αυτήν, δεν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος είχε εξουσία εκπροσώπησης της ανακόπτουσας, αναλαμβάνοντας συμβατικές υποχρεώσεις στο όνομα και για λογαριασμό της και δεσμεύοντας αυτήν με την υπογραφή του (δεν μνημονεύεται στην σύμβαση και δεν προσκομίζεται δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο παροχής σχετικής προς τούτο πληρεξουσιότητας, βλ. και μείζονα σκέψη με στοιχείο H.B.), καθόσον δε κατά την επίμαχη χρονική στιγμή, της υπογραφής της επίδικης σύμβασης έργου, την ανακόπτουσα εκπροσωπούσε και δέσμευε με μόνη την υπογραφή της, η Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος αυτής, ….(ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ, με αρ. ………/24¬02-2006). Σε κάθε δε περίπτωση, η καθ’ ης η ανακοπή δεν απέδειξε ότι κατά την υποβολή της αίτησης, με τα επισυναπτόμενα σε αυτήν έγγραφα και κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής το φυσικό πρόσωπο που ανέλαβε την οικεία υποχρέωση (ήτοι ….) εκπροσωπούσε νομίμως την ανακόπτουσα κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης έργου. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι με βάση τα επισυναπτόμενα στην αίτηση της καθ' ης η ανακοπή για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησής της και ως εκ τούτου μη νομίμως εκδόθηκε η ανακοπτομένη, ώστε ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος (βλ. και την υπ’ αριθμ. 622/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε επί σχετικής ανακοπής περί την εκτέλεση, της ανακόπτουσας κατά της καθ’ ης η ανακοπής, με την οποία η ανακόπτουσα ζητούσε μεταξύ άλλων την ακύρωση της από 20-12-2010 επιταγής προς εκτέλεση, που είχε συνταχθεί κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου της προσβαλλομένης και με την οποία έγινε δεκτός σχετικός λόγος που αφορούσε την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, ήτοι της ανακοπτομένης και ως εκ τούτου έγινε δεκτή η ανακοπή εκείνη). Κατά συνέπεια και η κρινόμενη ανακοπή, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή ένεκα της ήπας της στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας (ΚΠολΔ 176 και 191 παρ. 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την κρινόμενη από 11-01-2011 και με αριθμό κατάθεσης …………/11-01 -2011 ανακοπή.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανωτέρω ανακοπή.

AKYPΩNEI την υπ’ αριθμ. ………./2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 6-08-2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»

 

Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News