Δικηγορικό Γραφείο
5561/2019 3οΜονΔιοικΠρΠειρ - Ακύρωση καταλογιστικής πράξης επιβολής πολλαπλών τελών για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας

Στην μείζονα σκέψη της κάτωθι αποφάσεως αναφέρεται ρητώς ότι συμφώνως με το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, το οποίο αντιτίθεται κατ' αρχήν στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο πολλαπλού τέλους, μεγάλου ποσού, για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία εναντίον του ίδιου προσώπου. Κρίθηκε δε περαιτέρω ότι αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ, βάσει των κριτηρίων Engel (βλ. ΣτΕ 2987/2017) και δεδομένου επιπλέον ότι ο προσφεύγων εν προκειμένω απαλλάχθηκε αμετακλήτως από την ποινική κατηγορία της λαθρεμπορίας σε σχέση με την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, η οποία αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την διοικητική πράξη καταλογισμού δασμών και φόρων, το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχή "ne bis in idem", όπως αυτή καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και δεσμεύεται το παρόν δικαστήριο από την προαναφερόμενη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστήριο κατ’ εφαρμογή και της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, εφόσον το ποινικό Δικαστήριο, μετά από ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, απάλλαξε τον προσφεύγοντα, στηριζόμενο στην έλλειψη των υποκειμενικών στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση της ένδικης διοικητικής παράβασης, ήτοι η απαλλαγή του στηρίχθηκε στην έλλειψη στοιχείου (άμεσος δόλος), που αποτελεί προϋπόθεση της αποδιδόμενης σε αυτόν διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας, η οποία εν προκειμένω είναι ταυτόσημη με την ποινική.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«Αριθμός απόφασης 5561 /2019

TO

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ

3ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μάϊου 2019, με Δικαστή την…, Πρωτόδικη Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την…., δικαστική υπάλληλο.

Για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 5-2-2010 (ΠΡ 188/2010),

Του….., κατοίκου…….., ο οποίος παραστάθηκε με την από 6-5- 2019 δήλωση παράστασης του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, της πληρεξούσιας δικηγόρου του Στυλιανής Τρίλα.

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Τελωνειακής Περιφέρειας Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο, αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα,

Σκέφτηκε κατά το νόμο
Η κρίση του είναι η εξής:

  1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ποσού 100 ευρώ (σχετ. τα υπ' αριθ. 2468365, 4977824/5-2-2010 ειδικά έντυπα παράβολου Σειράς Α' καθώς και το με κωδικό πληρωμής ……..ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών μετά του από 6-5-2019 αποδεικτικού πληρωμής της τράπεζας….»), συμπληρώνεται με το από 9-4-2019 δικόγραφο προσθέτων λόγων (ΠΛ128/2019) που ασκήθηκε νομότυπα, σύμφωνα με το άρθρο 131 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (σχετ. το με αριθμό 7997/10-4-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά,….). Με τη προσφυγή αυτή και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ο προσφεύγων ζητά την ακύρωση της 288/2009/1-12-2009 πράξης του Διευθυντή του ΣΤ' Τελωνείου Πειραιά, με την οποία αυτός χαρακτηρίσθηκε ως υπαίτιος λαθρεμπορίας και επιβλήθηκαν σε βάρος του πολλαπλά τέλη ύψους 52.032,95 ευρώ, κηρύχθηκε δε ο ίδιος εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του συνολικού ποσού του πολλαπλού τέλους. Εξάλλου, νομίμως χώρησε η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης στο ακροατήριο, παρά την απουσία του καθ' ου, το οποίο είχε νόμιμα κληθεί να παραστεί (βλ. το από 7- 11-2017 αποδεικτικό κλήσης του Επιμελητή Δικαστηρίου …..σε συνδυασμό με τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου της 10ης-1 -2018, 18ης-4-2018, 19ης-9-2018 και 9ης-1 -2019).
  2. Επειδή, το άρθρο 4 του Έβδομου Πρόσθετου Πρωτόκολλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α' 8) ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ' αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσία παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016, 167-169/2017, 680/2017, 2987/2017, 175/2018 κ.ά.). Ειδικότερα, η δεύτερη διαδικασία πρέπει να αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την πρώτη (ΑΠ Ολομ. 1/2011), ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται V αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κύρωσης (βλ. ΣτΕ 951/2018, ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 10.2.2009, 14939/03, σκέψη 84 - πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C- 524/15, Menci, ECLI:EU:C:2018:197, σκέψεις 34-38).
  3. Επειδή περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1992/2016,167-169/2017, 680/2017, 2987/2017, 1778/2017, 3174/2017, 284/2018, 2346/2018 κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16ης-6-2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Νορβηγίας της 15ης-11 -2016, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ' ουσία παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία, η απαγόρευση δε αυτή συνάδει προς το Σύνταγμα (άρθρο 26 και 94 παρ. 1). Ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο έχουν και οι διατάξεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 60-62), λαμβανομένου υπόψη ότι η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή διοικητικού προστίμου ποινικού χαρακτήρα για παράβαση της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας βαίνει, καταρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού της καταπολέμησης της δασμοφοροδιαφυγής και της είσπραξης των οφειλόμενων φόρων και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείτε η επίμαχη φορολογική παράβαση (ΣτΕ 951/2018, πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018,. C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, ECLI:EU:C:2018:192, σκέψεις 33-34 και 41- 45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 41, 46 και 52), είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (ΣτΕ 951/2018, πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, ECLI:EU:C:2018:193, σκέψεις 48 και 57- 59, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 41, 46 και 52). Επίσης, το ΕΔΔΑ ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ΦΕΚ Α' 256 (απόφαση ΕΔΔΑ της 13-7-2010 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας), που κατοχυρώνει το τεκμήριο της αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβάλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως τελική δε απόφαση νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (ΔΕφΘεσ 2293/2018).
  4. Επειδή, ο Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας (Ν. 2960/2001, ΦΕΚ Α' 265), όπως ο εν λόγω Κώδικας ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της ένδικης παράβασης (2006),. ορίζει στο άρθρο 118 ότι: «1... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας, 6..», στο άρθρο 142 ότι: «1. Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντα Κώδικα, οι οποίες έχουν σχέση με τις τελωνειακός εργασίες και την την Τελωνειακή Υπηρεσία, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από. την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. 4. Οι τελωνειακές παραβάσεις βεβαιώνονται με πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης (Π.Τ.Π.), που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα της Τελωνειακής Υπηρεσίας....5. Με ιδιαίτερο πρωτόκολλο είναι δυνατό να βεβαιώνεται αυτοτελώς η υποχρέωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς καταβολή δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που διέφυγαν της καταβολής αν και γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή και ανεξάρτητα αν βεβαιωθεί τελωνειακή παράβαση επιφέρουσα πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος», στο άρθρο 150 ότι: «1. Κατά των με οπωσδήποτε συμμετασχόντων της τελωνειακής παράβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντα Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν και σε περίπτωση υποτροπής, το πενταπλάσιο. Σε περίπτωση που η ως άνω υποτροπή λάβει χώρα εντός του ίδιου οικονομικού έτους, το επιβαλλόμενο πολλαπλό τέλος δεκαπλασιάζεται…..Δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή, είναι δυνατόν να καταλογίζονται αυτοτελώς δια αιτιολογημένης πράξης καταλογισμού. Οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα και τις συναφείς Εθνικές Διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής…..2. Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος επιβάλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης διαβιβάζεται στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τελωνείου, από τη Δημόσια Αρχή, που επιλήφθηκε πρώτη της δίωξης του λαθρεμπορίου, στις περιπτώσεις αυτόφωρης λαθρεμπορίας αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του σχηματισθέντος φακέλου προανάκρισης, στις άλλες δε περιπτώσεις αντίγραφο του φακέλου προανάκρισης. 3. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και εσόδων που συνιστούν ίδιο Πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και ανεξάρτητα προς την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας…..
    Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί», στο άρθρο 151 ότι «Σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων ή τελωνειακής παράβασης με άλλη ποινικώς τιμωρητέα πράξη, κάθε τελωνειακή παράβαση τιμωρείται ιδιαιτέρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα», στο άρθρο 152 ότι:«1. Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, της Περιφέρειας της τέλεσης της παράβαση... Οι ως άνω, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχώρησης του πρωτοκόλλου στο οικείο βιβλίο ή της παραλαβής του και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπεύθυνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος... 2. Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντα κώδικα περί αστικής ευθύνης εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις... 3. Η κλήση προς απολογία κοινοποιείται δια παντός δημοσίου οργάνου, ... Στην κλήση ορίζεται ανάλογη, κατά την κρίση της Τελωνειακής Αρχής, προθεσμία για απολογία από την κοινοποίηση αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Εάν ο καλούμενος δεν απολογηθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς την απολογία του... 4. Οι τελωνειακές παραβάσεις παραγράφονται εάν, μέσα σε τριετία από την τέλεση, δεν κοινοποιηθεί στον ή στους υπαίτιους η καταλογιστική πράξη του Διευθυντή ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Κατ' εξαίρεση η ως άνω προθεσμία ορίζεται επταετής προκειμένου περί των παραβάσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα. 5. Η πράξη κοινοποιείται, στον καθ' ου εκδόθηκε, με επίδοση, με οποιοδήποτε δημόσιο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.).... 6. Ο καθ' ου εκδόθηκε η πράξη ή αυτοί, οι οποίοι κηρύχθηκαν αστικώς συνυπεύθυνοι με αυτόν, δικαιούνται προσφυγής σύμφωνα με τις οικείες προβλεπόμενες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Καθένας καταλογιζόμενος με πρόσθετο ή πολλαπλό τέλος ή κηρυσσόμενος αστικώς συνυπεύθυνος υποβάλλει μόνο τη δική του προσφυγή.... » και στο άρθρο 155 ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων.... ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας...... Τέλος, στο άρθρο 157 του αυτού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται: α) Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαίτιου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο, β) Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις: -εάν διαπράχθηκε καθ' υποτροπήν, -εάν διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί, -εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και -εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. 2. ... 3. ... 4. ...».
  5. Επειδή, η προβλεπόμενη από τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρθρα 150 και 155) διοικητική κύρωση του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, η οποία, ενόψει του κατασταλτικού σκοπού της και της βαρύτητάς της, έχει «ποινικό» χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη (ΣτΕ 951/2018), επιβάλλεται παράλληλα με την οριζόμενη στον ίδιο Κώδικα (άρθρο 157) stricto sensu ποινική κύρωση για το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Οι κυρώσεις αυτές κατατείνουν στην ικανοποίηση κοινών σκοπών, ήτοι στην αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον παραβάσεων λαθρεμπορίας (προς εξασφάλιση του δημοσιονομικού συμφέροντος του Κράτους και της τήρησης της ισότητας ενώπιον των φορολογικών βαρών, δια της πληρωμής/είσπραξης των οικείων φόρων) όσο και στον κολασμό του παραβάτη (σκέψεις 32-34 της από 9.6.2016 απόφασης του ΕΔΔΑ, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας και, ιδίως, σκέψη 21 της απόφασης ΣτΕ 1992/2016 και Συνταγματικό Συμβούλιο Γαλλίας 24.6.2016, 2016-545 QPC, σκέψη 20), και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς που αποδίδεται στον εκάστοτε υπαίτιο (ΣτΕ 1887/2018, 680/2017).
  6. Επειδή εξάλλου, με τη νέα ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή θεσπίστηκε με το άρθρο 17 του ν. 4416/2016 (ΦΕΚΑ'240/22-12-2016, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού από την δημοσίευση του), αφενός, επαναλαμβάνεται η ρύθμιση περί δέσμευσης από τις αμετάκλητες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, αφετέρου, τίθεται νέος κανόνας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ποινικής και διοικητικής δίκης, ο οποίος προβλέπει ότι ο διοικητικός δικαστής δεσμεύεται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα απαλλακτικά βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή οφείλεται στην έλλειψη στοιχείου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος που δεν αποτελεί προϋπόθεση της αντίστοιχης αποδοθείσας διοικητικής παράβασης (ΣτΕ 1887/2018). Η ανωτέρω δε διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Δ.Δ. έχει πεδίο εφαρμογής στις υποθέσεις που συζητήθηκαν μετά το χρόνο έναρξης της ισχύος της (ΣτΕ 458/2018 επιχείρημα εξ αντιδιαστολής).
  7. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η από 11-6-2009 πορισματική αναφορά του Προϊσταμένου Του Τμήματος εκ των Υστέρων Ελέγχων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ., …., η οποία αναφέρεται σε έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων του ΣΤ' Τελωνείου Πειραιά, …, ….και …. στην εταιρεία…., ……., προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7-4-2009 έως 25-5-2009 ο προσφεύγων κατέθεσε στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας Διασαφήσεις εισαγωγής για τελωνισμό εμπορευμάτων από βαμβάκι, προερχόμενων από την Τουρκία. Συγκεκριμένα, κατέθεσε: α) την υπ' αριθ. 8824/2009 Διασάφηση Εισαγωγής (Δ.Ε.), για τον τελωνισμό 12 χαρτοκιβωτίων που περιείχαν διάφορα είδη εσωρούχων μικτού βάρους 132 κιλών, τα οποία εξήχθησαν στις 8-4-2009 από την Γ3 αποθήκη εναπόθεσης του ΟΛΠ, β) την υπ' αριθ. 8825/2009 Διασάφηση Εισαγωγής (Δ.Ε.), για τον τελωνισμό 142 χαρτοκιβωτίων που περιείχαν διάφορα είδη καλτσών μικτού βάρους 943 κιλών, τα οποία εξήχθησαν στις 8-4-2009 από την Γ3 αποθήκη εναπόθεσης του ΟΛΠ, γ) την υπ' αριθ. 9656/2009 Διασάφηση Εισαγωγής (Δ.Ε.), για τον τελωνισμό 96 χαρτοκιβωτίων που περιείχαν διάφορα είδη εσωρούχων μικτού βάρους 1.238 κιλών, τα οποία εξήχθησαν στις 15-4-2009 από την Γ3 αποθήκη εναπόθεσης του ΟΛΠ, δ) την υπ' αριθ. 10978/2009 Διασάφηση Εισαγωγής (Δ.Ε.), για τον τελωνισμό 140 χαρτοκιβωτίων που περιείχαν διάφορα είδη καλτσών μικτού βάρους 965 κιλών, τα οποία εξήχθησαν στις 6-5-2009 από την Γ3 αποθήκη εναπόθεσης του ΟΛΠ και ε) την υπ' αριθ. 12734/2009 Διασάφηση Εισαγωγής (Δ.Ε.), για τον τελωνισμό 54 χαρτοκιβωτίων που περιείχαν διάφορα είδη εσωρούχων μικτού βάρους 728 κιλών, τα οποία εξήχθησαν στις 6-5-2009 από την Γ3 αποθήκη εναπόθεσης του ΟΛΠ. Το ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά διενεργώντας έλεγχο σχετικά με τα τελωνισθέντα και μη πληρωθέντα εμπορεύματα, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την κήρυξή τους ως αζήτητων, διαπίστωσε ότι ο εκτελωνιστής ……..δεν είχε καταβάλει τις δασμοφορολογικες επιβαρύνσεις για τις ανωτέρω διασαφήσεις. Ακολούθως, με την από 29-5-2009 εντολή του Διευθυντή του ΣΤ' Τελωνείου Πειραιά, δόθηκε εντολή στους προαναφερόμενους υπαλλήλους του Τμήματος εκ των υστέρων ελέγχων, προκειμένου να μεταβούν στην Γ3 αποθήκη εναπόθεσης του ΟΛΠ στην περιοχή Σχιστού, προκειμένου να διενεργήσουν έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης των ειδών που αναφέρονται στις παραπάνω διασαφήσεις στον αποθηκευτικό χώρο. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο προέκυψε ότι τα είδη που αναφέρονταν στις διασαφήσεις είχαν κλαπεί και παραληφθεί από τον προσφεύγοντα - εκτελωνιστή και είχαν αποσταλεί στην παραλήπτρια εταιρεία, χωρίς την καταβολή στο Τελωνείο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων και χωρίς την έκδοση Αποδεικτικού Είσπραξης - Άδειας Παράδοσης Τελωνισθέντων Εμπορευμάτων. Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης του Τελωνείου με την υπ' αριθ πρωτ. 17190/1 -6-2009 εντολή ελέγχου συνέστησε ομάδα αποτελούμενη από τους τελωνειακούς υπαλλήλους ……… για να μεταβούν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης…..., προκειμένου να διενεργήσουν έλεγχο για τα είδη που είχαν παραληφθεί με τις προαναφερόμενες διασαφήσεις εισαγωγής. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε και τη συνταχθείσα πορισματική αναφορά προέκυψε ότι ο προσφεύγων ως εκτελωνιστής είχε αποστείλει με το με αριθμό κυκλοφορίας ……ΦΙΧ ιδιοκτησίας του στην εταιρεία ……..τα είδη που αναφέρονται αναλυτικά στις ανωτέρω διασαφήσεις εκδίδοντας για τη μεταφορά των εμπορευμάτων τα με αριθμούς Σειράς …Σειράς ….Σειράς ….και Σειράς. δελτία αποστολής. Μετά τον διενεργηθέντα έλεγχο στην παραπάνω εταιρεία, ο προσφεύγων την 2-6-2009 προσήλθε στο Τελωνείο και κατόπιν αιτήσεώς του κατάβαλε τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις πλέον των τελών υπερημερίας για τα εμπορεύματα που είχαν τελωνισθεί με τις Διασαφήσεις αυτές και στη συνέχεια είχαν κλαπεί από τον προσφεύγοντα - εκτελωνιστή που ενεργούσε και ως μεταφορέας. Στη συνέχεια, με τις υπ' αριθ. …..κλήσεις σε απολογία .κλήθηκαν ο προσφεύγων και η εταιρεία…., αντίστοιχα, να εκφράσουν τις απόψεις τους, επί της οποίας ανταποκρίθηκε μόνον η προαναφερόμενη εταιρεία και κατέθεσε το από 25-6-2009 απολογητικό της υπόμνημα, με το οποίο υποστήριξε ότι τα συγκεκριμένα εμπορεύματα τα παρέλαβε με δελτία αποστολής εκδόσεως του ανωτέρω εκτελωνιστή, όπως συνέβαινε πάντοτε, αφού προηγουμένως είχε κατατεθεί στον τραπεζικό ίου λογαριασμό το ποσό των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούσε για κάθε μια διασάφηση χωριστά, ενώ το αποδεικτικό είσπραξης - άδειας παράδοσης τελωνισθέντων εμπορευμάτων συνήθως το έστελνε ο εκτελωνιστής μετά από μερικές ημέρες μαζί με το τιμολόγιο εξόδων του. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι για τα συγκεκριμένα αποδεικτικά των παραπάνω διασαφήσεων ο εκτελωνιστής (ήδη προσφεύγων) τους ενημέρωσε ότι θα καθυστερήσει να τους τα αποστείλει γιατί υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο λογισμικό του γραφείου του, τέλος δε δήλωσε ότι η συνεργασία τους ήταν άριστη και συνεχίζεται και σήμερα. Περαιτέρω, από την όλη έρευνα προέκυψε ότι ο εκτελωνιστής ……. έχοντας αποκτήσει την εύνοια και την εμπιστοσύνη των υπευθύνων της αποθήκης, λόγω της συνεχούς παρουσίας στην αποθήκη ενεργώντας ως εκτελωνιστής και μεταφορέας χωρίς να κινήσει τις υποψίες των υπευθύνων της Διεύθυνσης της αποθήκης, έκλεβε από την Γ3 αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης του ΟΛΠ, αρμοδιότητας ΣΤ Τελωνείου, τα παραπάνω αναφερόμενα εμπορεύματα της εταιρείας….., κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 372 ΠΚ και τα εξήγαγε λαθραία μαζί με άλλα τελωνισμένα, χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της ανασυσκευασίας τους σε EURO ΠΑΛΕΤΕΣ, συσκευάζοντας αυτά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι δύσκολος ο εντοπισμός τους, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι, αναλογούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, υποπίπτοντας στο αδίκημα της λαθρεμπορίας. Οι διαφυγόντες δασμοί για τις πέντε διασαφήσεις εισαγωγής ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 10.406,56 ευρώ, οι οποίοι, μετά την ανακάλυψη της λαθρεμπορίας, καταβλήθηκαν από τον εκτελωνιστή……. Κατόπιν όλων αυτών, ο Διευθυντής του ΣΤ' Τελωνείου Πειραιά εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη, με την οποία , χαρακτηρίστηκε ο προσφεύγων υπαίτιος τέλεσης της τελωνειακής παράβασης λαθρεμπορίας και επέβαλε σε βάρος του πολλαπλά τέλη ύψους 52.032,95 ευρώ, κηρύχθηκε δε ο ίδιος αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνολικού πολλαπλού τέλους ύψους 52.032,95 ευρώ, ενώ δεν καταλογίστηκαν σε βάρος του οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι που δεν καταβλήθηκαν κατά την έξοδο των εμπορευμάτων, διότι αυτοί μετά την ανακάλυψη της κλοπής των εμπορευμάτων από την αποθήκη του ΟΑΠ και της τέλεσης της λαθρεμπορίας κατεβλήθησαν από τον ίδιο, κατόπιν αίτησής του.
  8. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, όπως αυτά αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν στις ασκήθηκε ΑΝΑΙΡΕΣΗ - ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΕΝΔ. ΜΕΣΟΥ μέχρι χθες» και γ) το από 21-3-2014 κατηγορητήριο. Τέλος, με την από 22-12-2017 έκθεση απόψεων το καθ’ ου ζητά την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.
  9. Επειδή το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται κατ' αρχήν στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο πολλαπλού τέλους, μεγάλου ποσού (όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση), για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας, όταν για την ίδια κατ' ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία εναντίον του ίδιου προσώπου, β) αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ, βάσει των κριτηρίων Engel (βλ. ΣτΕ 2987/2017) και γ) ο προσφεύγων εν προκειμένω απαλλάχθηκε αμετακλήτως από την ποινική κατηγορία της λαθρεμπορίας σε σχέση με την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, η οποία αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την διοικητική πράξη καταλογισμού δασμών και φόρων, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχή "ne bis in idem", όπως αυτή καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και δεσμεύεται το. παρόν δικαστήριο από την προαναφερόμενη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστήριο κατ’ εφαρμογή και της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, εφόσον το ποινικό Δικαστήριο, μετά από ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, απάλλαξε τον προσφεύγοντα, στηριζόμενο στην έλλειψη των υποκειμενικών στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση της ένδικης διοικητικής παράβασης, ήτοι η απαλλαγή του στηρίχθηκε στην έλλειψη στοιχείου (άμεσος δόλος), που αποτελεί προϋπόθεση της αποδιδόμενης σε αυτόν διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας (Δ.Εφ.Πειρ. 2156/2018), η οποία εν προκειμένω είναι ταυτόσημη με την ποινική. Κατόπιν αυτών, δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη στον προσφεύγοντα λαθρεμπορική παράβαση και η 288/2009/1-12-2009 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του ΣΤ' Τελωνείου Πειραιά, με την οποία κηρύχθηκε αυτός υπόχρεος της καταβολής πολλαπλών τελών, πρέπει να ακυρωθεί.
  10. Επειδή κατ’ ακολουθία αυτών, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παράβολου στον προσφεύγοντα (άρθρο 277 παρ. 9 εδαφ. ά του Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος (άρθρο 275 παρ.1 εδ. ε' του Κ.Δ.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την 288/2009/1-12-2009 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του ΣΤ' Τελωνείου Πειραιά.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παράβολου στον προσφεύγοντα.
Απαλλάσσει το καθ’ ου από την δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος.
Η απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις 30/10/2019».


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.