Δικηγορικό Γραφείο
Απόφαση 735/2020 ΜΠΑθ (Εργατικές διαφορές) - Ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ανήκει στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα μέρη.

ΜΠΑ 735/2020 (ΕΡΓΑΤ.ΔΙΑΦΟΡΕΣ)

Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ανήκει στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα μέρη. Η παράλειψη του εργοδότη να ασφαλίσει τον εργαζόμενο στο ΙΚΑ ή η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών από αυτόν και η παρακράτηση φόρου ελεύθερων επαγγελματιών από τον εργοδότη δεν αποτελούν αποφασιστικό κριτήριο χαρακτηρισμού της απασχόλησης του εργαζομένου ως σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Κρίση ότι όλοι οι ενάγοντες που προσλήφθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό και πληρώνονταν με απόδειξη δαπάνης ή τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, δε δούλευαν ανεξάρτητα αλλά υπό τον καλλιτεχνικό και διοικητικό έλεγχο των εντεταλμένων υπαλλήλων της εργοδότριας εταιρείας, καθώς υπήρχε νομική και προσωπική εξάρτησή τους από εκείνη, προκειμένου να επιτευχθεί συνεχόμενη ροή λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, ο οποίος απαιτεί τη διαρκή συνεργασία όλων των εναγόντων σε σταθερή βάση, συνεπώς είχαν συνάψει συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Κρίση ότι εφόσον ο ενάγων πληρωνόταν με τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, για τον υπολογισμό της συμβατικών μηνιαίων αποδοχών του, από τη στιγμή που επί της ουσίας πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να αφαιρεθεί ο αναλογούν στο Τ.Π.Υ. ΦΠΑ και να μη συμψηφιστεί με αυτές. Επιδίκαση και αποδοχών μη ληφθείσας άδειας, επιδόματος αδείας, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα σε όλους τους ενάγοντες.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
735 /2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Λιόκουρη, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών κι από τη Γραμματέα Αμαλία Σαμπράκου .

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16-10-2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …………, 2) …………, 3) …………, 4) …………, 5) …………, 6) …………, 7) …………, 8) ………… και 9) …….., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ελευθερίου Κιούκη (Α.Μ. 26261 Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «…………», και διακριτικό τίτλο «…………», με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ …………, που εδρεύει στο Δήμο …………, με ΑΦΜ …………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της …………

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από …………2018 και με αριθμό κατάθεσης ……/……/2018 αγωγή τους, για την οποία είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος η ……/……/2019 και κατόπιν αναβολής αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την εκφώνηση αυτής νόμιμα από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του κι ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές κι οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία κι έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση κι εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζόμενου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τρόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού! από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε, το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον !T0no και χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζόμενου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι, εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο, δε, με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΑΠ ΟΛ 28/2005, ΝΟΜΟΣ). Η παράλειψη, δε, του εργοδότη να ασφαλίσει τον εργαζόμενο στο ΙΚΑ, ή η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών απ' αυτόν και η παρακράτηση φόρου ελεύθερων επαγγελματιών από τον εργοδότη, δεν αποτελούν αποφασιστικό κριτήριο χαρακτηρισμού της απασχόλησης του εργαζόμενου ως συμβάσεώς ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΑΠ 585/2006,ΔΕΕ 2006, 942). Επιπλέον, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρϊνεται και από εκείνη της μισθώσεως έργου, επί της οποίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως, ανεξάρτητα από τον χρόνο επιτεύξεώς του (ΑΠ 1165/2008, ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση, ο τελικός χαρακτηρισμός μίας σύμβασης παροχής υπηρεσιών ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, κατά τους αναφερόμενους παραπάνω όρους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Πάντως, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει κι όταν ο μισθωτός, λόγω των γνώσεών του, για τις οποίες ακριβώς προσλαμβάνεται, αναπτύσσει ως προς τον τρόπο εργασίας του πρωτοβουλία, που απαιτείται από τη φύση της εργασίας και την ιδιότητα του μισθωτού (ΑΠ 362/2005 ΔΕΕ 2005, 994, ΑΠ 1855/1998, ΝοΒ 37, 400).

Με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προσελήφθησαν με την ειδικότητα που αναφέρεται για τον καθένα στο δικόγραφο στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, που εκμεταλλεύεται και λειτουργεί τον τηλεοπτικό σταθμό «…………», με συμβάσεις έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας πλήρους κι αποκλειστικής απασχόλησης, καθόσον παρείχαν την εργασία τους σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, υπό τις οδηγίες των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και τους καταβάλλονταν η αναφερόμενη στην αγωγή για τον καθένα μηνιαία αμοιβή. Ότι, η εναγόμενη μέχρι τον χρόνο της απόλυσής τους και την κατάθεση της εν λόγω αγωγής δεν τους έχει καταβάλλει τα αναλυτικά αναγραφόμενα για τον καθένα ποσά που σχετίζονται με τις νόμιμες δεδουλευμένες αποδοχές τους, την πρόσθετη εργασία που παρείχαν και τα επιδόματα αδείας κι εορτών. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.903,70 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.922,84 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.688,05 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 22.866,42 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 21.365,68 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.101,38 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.414,70 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 22.751,42 ευρώ και στον ένατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 28.685,48 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητούν να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται [βλ. και ΑΠ 1412/2009 ΕΕργΔ 69(2010).216], καθ' ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 και 621 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, ΦΕΚ A 87 και εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές), είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη και στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 648, 653 και 655 του ΑΚ, 1 παρ. 3,4,5 του Ν. 3385/2005, 1 του Ν. 1082/1990, 19040/1981 ΚΥΑ,2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 3 και 8, 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, 68, 70, 176, 191, 907, 908 του ΚΠολΔ. Επιπροσθέτως, η επικουρική βάση της αγωγής που αναφέρεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπό τη δικονομική της επικουρικότητα είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003 Χρ/Δ 4. 177,ΑΠ 531/1994 Ελλ.Δ/νη 37.81, ΑΠ1369/1993 Ελλ.Δ/νη 36.304, ΑΠ1567/1983 ΝοΒ 32.1354, ΑΠ 890/1982 ΝοΒ 31.1156,Εφ.Θεσ.2.111/1996 Αρμ.1996,1323,ΕφΘεσ.643/1995 Αρμ. 1995,460), αλλά στην υπό κρίση αγωγή οι ενόγοντες δεν μνημονεύουν πραγματικά περιστατικά που να είναι διαφορετικά ή πρόσθετα από αυτά, στα οποία ερείδεται η αγωγή. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο για τον κάθε ενάγοντα ποσό του δικαστικού ενσήμου [βλ. τους υπ' αριθμ. 251788237959, 251788317959, 251805392959 και 251788378959 ηλεκτρονικούς κωδικούς παραβολών για τους ενάγοντες, το καταψηφιστικό αίτημα των οποίων ξεπερνά τα 20.000,00 ευρώ, καθόσον για όσους δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής, ήτοι αυτό των 20.000,00 ευρώ, δεν απαιτείται πλέον η καταβολή δικαστικού ενσήμου (βλ. άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του Ν. 2479/1997, σε συνδυασμό με Υ.Α. 125804/30-07-2003 , ΦΕΚ 01-08-2003 Β' και άρθρο 7 παρ. 3 ν.δ. 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 Ν. 4055/2012)].

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, από τις υπ' αριθμ. …………/2018 και …………2018 ένορκες βεβαιώσεις των …………και …………, αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, …………, που προσκομίζουν οι ενάγοντες μετ' επικλήσεως, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης, κατ’άρθρα 421-424 ΚΠολΔ (βλ. την υπ' αριθμ. …………2018 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς …………), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διόδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω κι αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (Α.Π. 139/2009 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες προσελήφθησαν στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία που εκμεταλλεύεται και λειτουργεί τον τηλεοπτικό σταθμό «…………», με συμβάσεις έργου και παρείχαν τις υπηρεσίες τους, η μεν πρώτη ως κομμώτρια και μακιγιέζ για το χρονικό διάστημα από 10-07-2017 έως 30-06-2018, η δεύτερη ως κομμώτρια και μακιγιέζ για το χρονικό διάστημα από 10-05-2016 έως 30-06-2018, ο τρίτος ως ηχολήπτης για το χρονικό διάστημα από 01-02-2015 έως 31-08- 2017, ο τέταρτος ως εικονολήπτης για το χρονικό διάστημα από 01-01-2013 έως 31-01-2017, ο πέμπτος ως βοηθός σκηνοθέτη τηλεοπτικού πλατό για το χρονικό διάστημα από 01-10-2014 έως 11-01-2018, ο έκτος ως σκηνοθέτης για το χρονικό διάστημα από 15-06-2017 έως 15-11-2017, ο έβδομος ως ηχολήπτης για το χρονικό διάστημα από 01-10-2015 έως 04-02-2018, ο όγδοος ως βοηθός σκηνοθέτη τηλεοπτικού πλατό για το χρονικό διάστημα από 01-01-2014 έως 08-01-2018 κι ο ένατος ως τεχνικός ροής προγράμματος για το χρονικό διάστημα από 01-11-2013 έως 29-01-2018. Όλοι οι ενάγοντες, πληρώνονταν με απόδειξη ή τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, παρόλο που εργάζονταν υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εταιρίας ως προς τον προγραμματισμό των εκπομπών, την οργάνωση της προβολής των ζωντανών εκπομπών και διατηρούσαν ένα σταθερό ωράριο εργασίας, οκτάωρο, το οποίο διαμορφώνονταν ανάλογα με το πρόγραμμα του σταθμού. Ο τρόπος, ο χρόνος κι ο τόπος παροχής της εργασίας τους καθορίζονταν από τους εντεταλμένους υπαλλήλους της εργοδότριας εταιρίας, ήτοι από το διευθυντή ειδήσεων, τη διευθύντρια του τηλεοπτικού σταθμού και τον υπεύθυνο προσωπικού, οι οποίοι τους καθοδηγούσαν, προγραμματίζοντας τις εκπομπές του τηλεοπτικού σταθμού. Επομένως, υπήρχε τόσο νομική, όσο και προσωπική εξάρτηση των εναγόντων εργαζομένων από την εργοδότρια εταιρία τους, προκειμένου να επιτευχθεί συνεχόμενη ροή λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, ο οποίος απαιτεί τη διαρκή συνεργασία όλων των εναγόντων σε σταθερή βάση. Ως εκ τούτου, οι μεταξύ των συμβαλλομένων συμβάσεις ήταν εξαρτημένης εργασίας κι όχι συμβάσεις έργου, ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καθώς από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο αποτέλεσμα της εργασίας των εναγόντων που θα είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ή στη μεμονωμένη συνεργασία κάποιων εκ των εναγόντων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε κι από τις ένορκες καταθέσεις της …………και …………ότι οι ενάγοντες δεν δούλευαν ανεξάρτητα, αλλά υπό τον καλλιτεχνικό και διοικητικό έλεγχο των εντεταλμένων υπαλλήλων της εργοδότριας εταιρίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη από τον Ιανουάριο του έτους 2017 καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών κι οι εργαζόμενοι διαμαρτύρονταν συχνά για την άρνηση της εναγομένης να τους εξοφλήσει. Ειδικότερα, ο μισθός της πρώτης ενάγουσας είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 750,00 ευρώ μηνιαίως κι απασχολήθηκε στην εναγόμενη για το χρονικό διάστημα από 10-07-2017 έως 30-06-2018, οπότε κ αποχώρησε κι ως εκ τούτου η εργοδότρια όφειλε να της καταβάλλει από 10-07-2017 έως 09-06- 2018, ήτοι για 12 μήνες το ποσό των 9.000,00 ευρώ (12X750,00 ευρώ) κι από 10-06-2018 έως 30-06-2018 το ποσό των 525,00 ευρώ (750,00 ευρώΧ21/30) κι άρα συνολικά το ποσό των 9.525,00 ευρώ, από το οποίο της κατέβαλε, κατόπιν συνομολόγησης της ίδιας της ενάγουσας το ποσό των 6.350,00 ευρώ κι άρα της οφείλεται η διαφορά των 3.175,00 ευρώ. Επίσης, της οφείλεται 1) το ποσό των 330,00 ευρώ για τις υπόλοιπες ημέρες της κανονικής της αδείας, η οποία δεν της χορηγήθηκε, ήτοι ένδεκα ημερών (11ημέρες X 30,00 ευρώ ημερομίσθιο), 2) το επίδομα αδείας, εκ ποσού 375,00 ευρώ (750,00/2), 3) η αναλογία επί του Δώρου Χριστουγέννων έτους 2017 εκ ποσού 549,47 ευρώ (174 ημέρες/19Χ2/25Χ750,00ευρώ) και 4) το Δώρο Πάσχα έτους 2018 εκ ποσού 375,00 ευρώ (750,00 ευρώ/2), νομιμοτόκως όλα τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, σύμφωνα με το αιτητικό της. Ο μισθός της δεύτερης ενάγουσας είχε συμφωνηθεί ομοίως στο ποσό των 750,00 ευρώ κι ως εκ τούτου για το χρονικό διάστημα της εργασίας της, ήτοι από 10-05-2016 έως 31-05-2016 έπρεπε να της καταβληθεί το ποσό των (750,00X22/31) 532,25 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 01-06-2016 έως 31-05-2017 το ποσό των (12 μήνεςΧ750,00 ευρώ) 9.000,00 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01-06-2017 έως 30-06-2018 το ποσό των (13 μήνεςΧ750,00 ευρώ) 9.750,00 ευρώ, εκ των οποίων, της έχει καταβληθεί, όπως η ίδια ενάγουσα ομολογεί στην αγωγή το συνολικό ποσό των 14.626,01 κι άρα της οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 4.656,24 ευρώ. Επίσης, της οφείλεται το υπόλοιπο της κανονικής της αδείας, η οποία δεν της χορηγήθηκε κι ειδικότερα για το πρώτο εργασιακό έτος το ποσό των 450,00 ευρώ, για 15 ημέρες αδείας (15X750,00/25), για το δεύτερο εργασιακό έτος το ποσό των 330,00 ευρώ για 11 ημέρες αδείας (11 ημέρεςΧ30,00 ευρώ) και για το τρίτο εργασιακό έτος το ποσό των 90,00 ευρώ για 3 ημέρες αδείας (3ημέρεςΧ30,00ευρώ), κι άρα συνολικά το ποσό των 870,00 ευρώ για αποδοχές αδείας. Επίσης, της οφείλεται 1) το επίδομα αδείας για το πρώτο εργασιακό έτος, εκ ποσού 375,00 ευρώ (750,00 ευρώ/2), για το δεύτερο εργασιακό έτος, εκ ποσού 375,00 ευρώ και για το τρίτο εργασιακό έτος εκ ποσού 90,00 ευρώ (για 3 ημέρεςΧ30,00ευρώ), ήτοι συνολικά για επίδομα αδείας το ποσό των 840,00 ευρώ, 2) το επίδομα Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018 εκ ποσού για το πρώτο έτος 748,42 ευρώ (237 ημέρες/19Χ2/25Χ750,00ευρώ), για το έτος 2017 το ποσό των 750,00 ευρώ και για το έτος 2018 το ποσό των 192,63 ευρώ (για 61 ημέρες/19Χ2/25Χ750,00ευρώ), κι άρα συνολικά το ποσό των 1.691,05 ευρώ, 3) το επίδομα Πάσχα των ετών 2017 και 2018 εκ συνολικού ποσού 750,00 ευρώ (750,00 ευρώ/2Χ2). Ο μισθός του τρίτου ενάγοντος, ηχολήπτη, είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 750,00 ευρώ από 01-02-2015 έως 31-08-2017, ακολούθως στο ποσό των 550,00 ευρώ από 01-09-2017 έως 31- 12-2017 και στο ποσό των 750,00 ευρώ από 01-01-2018 έως 04-02-2018. Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 01-02-2015 έως 31-08-2018 η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 23.250,00 ευρώ (31 μήνεςΧ750,00 ευρώ), από 01-09-2017 έως 31-12-2017 το ποσό των 2.200,00 ευρώ (4 μήνεςΧ550,00 ευρώ), από 01-01-2018 έως 31-01-2018 το ποσό των 750,00 ευρώ κι από 01-02-2018 έως 04-02-2018 το ποσό των 107,14 ευρώ (750,00 ευρώΧ4/28), κι άρα το συνολικό ποσό των 26.307,14 ευρώ, από το οποίο του έχει καταβάλει συνολικά το ποσό των 26.772,35 ευρώ, στο οποίο όμως συμπεριλαμβάνεται κι ο ΦΠΑ, ύψους 2.850,00 ευρώ εκ ποσοστού 23% για το χρονικό διάστημα από 01-01-2016 έως 30-06-2016 κι εκ ποσοστού 24% για το χρονικό διάστημα από 01-07-2016 έως 31-12-2016, ο οποίος, όμως, πρέπει να αφαιρεθεί, καθόσον εν προκειμένω, υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, από το ποσό των (26.772,35-2.850,00) 26.307,14 ευρώ η εναγόμενη του έχει καταβάλλει το ποσό των 23.922,35 ευρώ κι άρα του οφείλεται η διαφορά εκ ποσού 2.850, ευρώ, πλην, όμως, πρέπει να του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 2.385,09 ευρώ. Επιπλέον, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας, για το πρώτο εργασιακό έτος, ήτοι για μη ληφθείσα άδεια πέντε ημερών, εκ ποσού 150,00 ευρώ (5X30,00),-για το δεύτερο εργασιακό έτος, για μη ληφθείσα άδεια πέντε ημερών, εκ ποσού 150,00 ευρώ και για το τρίτο εργασιακό έτος για μη ληφθείσα άδεια επτά ημερών, εκ ποσού 210,00 ευρώ (7X30,00), ήτοι συνολικά το ποσό των 510,00 ευρώ 2) το επίδομα αδείας για τα τρία έτη, που ανέρχεται σε μισό μηνιαίο μισθό για έκαστο έτος, ήτοι στο ποσό των 1.125,00 ευρώ (3έτηΧ750,00/2), 3) το επίδομα Χριστουγέννων για το έτος 2015 εκ ποσού 750,00 ευρώ, για το έτος 2016 εκ ποσού 750,00 ευρώ και για το έτος 2017 το ποσό των 550,00 ευρώ, λόγω της μείωσης των αποδοχών του από 750,00 ευρώ μηνιαίως σε 550,00 ευρώ μηνιαίως, κι άρα συνολικά για την άνω αιτία το ποσό των 2.050,00 ευρώ, 4) το επίδομα Πάσχα των ετών 2015, 2016, 2017 και 2018 κι ειδικότερα για το έτος 2015 του οφείλεται ένα ημερομίσθιο για κάθε οκτώ ημερολογιακές ημέρες, ήτοι το ποσό των 278,12 ευρώ (89ημέρες/8 = 11,12X25,00 ευρώ) για το χρονικό διάστημα από 01-02-2015 έως 30-04- 2015, για το έτος 2016 το ποσό των 375,00 ευρώ (750,00/2), για το έτος 2017 το ποσό των 375,00 ευρώ (750,00/2) και για το έτος 2018 το ποσό των 109,25 ευρώ που αντιστοιχεί σε ένα ημερομίσθιο για κάθε οκτώ ημερολογιακές ημέρες (από 01-01-2018 έως 04-02-2018 = 35 ημέρες /8 = 4,37X25,00 ευρώ), κι άρα συνολικά για την άνω αιτία του οφείλεται το ποσό των 1.137,37 ευρώ. Ως προς τον τέταρτο ενάγοντα, εικονολήπτη, ο καθαρός μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.075,00 ευρώ μηνιαίως (νόμιμο ημερομίσθιο 43,00 ευρώ) κι άρα για το χρονικό διάστημα της εργασίας του, ήτοι από 01-01-2013 έως 31-01-2017 η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 52.675,00 ευρώ (49 ευρώΧΙ.075,00 ευρώ), εκ των οποίων του έχει αποδώσει το ποσό των 40.244,75 ευρώ κι άρα του οφείλεται η διαφορά των 12.430,25 ευρώ. Περαιτέρω, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας για το πρώτο εργασιακό έτος, μη ληφθείσας αδείας δέκα ημερών, που αντιστοιχεί σε ποσό 430,00 ευρώ (10 ημέρεςΧ43,00 ευρώ), για το δεύτερο εργασιακό έτος 2014 οφείλεται αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας 11 ημερών, άρα το ποσό των 473,00 ευρώ (11 ημέρεςΧ43,00), για το έτος 2015 οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 12 ημερών κι άρα το ποσό των 516,00 ευρώ (12 ημέρεςΧ43,00), για το έτος 2016 οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια επτά ημερών (7Χ43,00ευρώ) και για το έτος 2017 που δεν έλαβε καθόλου άδεια του οφείλεται το ποσό των 71,38 ευρώ (1,66X43,00) κι άρα το ποσό των 301,00 ευρώ και συνολικά για την άνω αιτία το ποσό των 1.791,38 ευρώ. Επίσης, του οφείλονται 1) το επίδομα αδείας για τα έτη 2013,2014,2015 και 2016 και την αναλογία από 01-01-2017 έως 31- 01-2018, ήτοι συγκεκριμένα για 4 έτη X 1.075,00/2 ευρώ, του οφείλεται το ποσό των 2.150,00 ευρώ και 44,79 ευρώ (537,50/12) αναλογικά για το έτος 2017 κι άρα συνολικά για το επίδομα αδείας το ποσό των 2.194,79, 2) τα Δώρα Χριστουγέννων για τα έτη 2013 έως και 2016 κι άρα το συνολικό ποσό των 4.300,00 ευρώ (4 έτηΧ1.075,00ευρώ) και 3) το επίδομα Πάσχα των ετών 2013 έως και 2016 εκ συνολικού ποσού 2.150,00 ευρώ (4έτηΧ1.075,00 ευρώ/2). Ως προς τον πέμπτο ενάγοντα, βοηθό σκηνοθέτη, ο καθαρός μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.075,00 ευρώ και για το χρονικό διάστημα της εργασίας του, η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει για 39 μήνες το συνολικό ποσό των 41.925,00 ευρώ (από 01-10-2014 έως 31-12- 2017) και το ποσό των 381,45 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-01-2017 έως 11-01-2017 (1.075,00 ευρώΧ11/31) κι άρα συνολικά το ποσό των 42.306,45 ευρώ εκ των οποίων του έχει καταβληθεί το ποσό των 28.084,00 ευρώ κι ως εκ τούτου του οφείλεται η διαφορά εκ ποσού 14.222,45 ευρώ. Επίσης, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας κι ειδικότερα για το δεύτερο εργασιακό-'έτος, για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας μίας ημέρας, εκ ποσού 43,00 ευρώ, 2) για το τρίτο εργασιακό έτος, η αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας δύο ημερών εκ ποσού 86,00 ευρώ (2X43,00) κι άρα συνολικά για την άνω αιτία του οφείλεται το ποσό των 129,00 ευρώ, 3) το επίδομα αδείας κατά τα εργασιακά έτη από 01-10-2014 έως 30-09-2015, 01-10-2015 έως 30-09- 2016, 01-10-2016 έως 30-09-2017, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 1.612,50 ευρώ (3 έτηΧΙ.075,00 ευρώ/2) και την αναλογία για το χρονικό διάστημα από 01-10-2017 έως 11-01-2018 εκ ποσού 147,81 ευρώ (537,50/12X3,3) κι άρα συνολικά του οφείλεται το ποσό των 1.760,31 ευρώ, 4) το επίδομα Χριστουγέννων κι ειδικότερα την αναλογία του έτους 2014, εκ ποσού 416,42 ευρώ (για 92 ημέρες/19Χ2/25Χ1.075,00) και το ποσό των 3.225,00 ευρώ για τα έτη 2015, 2016 και 2017 (3έτηΧ1.075,00) κι άρα συνολικά γι αυτήν την αιτία του οφείλεται το ποσό των 3.641,42 ευρώ και 5) το επίδομα Πάσχα για τα έτη 2015, 2016 και 2017 που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.612,50 ευρώ (3X1.075,00 ευρώ/2). Ως προς τον έκτο ενάγοντα, σκηνοθέτη, ο καθαρός μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 700,00 ευρώ, κι άρα για το χρονικό διάστημα της εργασίας του, ήτοι από 15-06-2017 έως 15-11-2017 η εναγομένη έπρεπε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.500,00 ευρώ (5 μήνεςΧ700,00 ευρώ), εκ των οποίων του έχει αποδοθεί το ποσό των 2.250,00 ευρώ κι άρα του οφείλεται η διαφορά εκ ποσού 1.250,00 ευρώ. Επιπλέον, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας που συνίστανται σε χορήγηση αποζημίωσης για μη ληφθείσα άδεια δύο ημερών, ανερχομένης στο ποσό των 56,00 ευρώ (700,00 ευρώ/25 = 28,00ευρώΧ2ημέρες), 2) το επίδομα αδείας εκ ποσού 224,00 ευρώ (8 ημέρεςΧ28,00ευρώ) και 3) η αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2017 εκ ποσού 453,89 ευρώ (154ημέρες/19Χ2/25Χ700,00ευρώ). Ως προς τον έβδομο ενάγοντα, ηχολήπτη, ο μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 700,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-10-2015 έως 31-07-2017, στο ποσό των 500,00 ευρώ από 01-09-2017 έως 31-12-2017 και στο ποσό των 700,00 ευρώ από 01-01-2018 έως 04-02-2018. Επομένως, η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλλει από 01-10-2015 έως 31-08-2017 το ποσό των 16.100,00 ευρώ (23μήνεςΧ700,00ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 01-09-2017 έως 31-12-2017 το ποσό των 2.000,00 ευρώ (4 μήνεςΧ500,00 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 01-01-2018 έως 31-01-2018 το ποσό των 700,00 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01-02-2018 έως 04-02-2018 το ποσό των 100,00 ευρώ (700,00 ευρώΧ4/28), κι άρα το συνολικό ποσό των 18.900,00 ευρώ εκ των οποίων του έχει αποδοθεί το ποσό των 15.100,00 ευρώ κι άρα του οφείλεται η διαφορά εκ ποσού 3.800,00 ευρώ.

Επίσης, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας για το χρονικό διάστημα από 01-10-2015 έως 30-09-2016 ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας επτά ημερών, που αντιστοιχεί στο ποσό των 196,00 ευρώ (7ημέρεςΧ28,00 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 01-10- 2016 έως 30-09-2017 ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας πέντε ημερών που αντιστοιχεί στο ποσό των 140,00 ευρώ (5X28,00) και για το χρονικό διάστημα από 01-10-2017 έως 04-02-2018 ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας δύο ημερών, που αντιστοιχεί στο ποσό των 140,00 ευρώ (5X28,00 ευρώ) κι άρα συνολικά του οφείλεται για την άνω αιτία το ποσό των 476,00 ευρώ, 2) το επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα από 01-10-2015 έως 30-09-2016 εκ ποσού 350,00 ευρώ (700,00/2), για το χρονικό διάστημα από 01-10-2016 έως 30-09-2017 εκ ποσού 350,00 ευρώ (700,00/2) κι από 01-10-2017 έως 31-01- 2018 η αναλογία επιδόματος αδείας εκ ποσού 116,66 ευρώ (1/3 έτουςΧ700,00/2) κι άρα συνολικά του οφείλεται για την άνω αιτία το ποσό των 816,66 ευρώ, 3) το επίδομα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017 εκ ποσού 700,00 και 500,00 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς κι η αναλογία για το έτος 2015 εκ ποσού 271,15 ευρώ (92 ημέρες/19Χ2/25Χ700,00) κι άρα συνολικά του οφείλεται το ποσό των 1.471,15 ευρώ και 4) το επίδομα Πάσχα των ετών 2016 και 2017 που αντιστοιχεί σε 350,00 και 250,00 ευρώ, αντίστοιχα και για το έτος 2018 για το χρονικό διάστημα από 01-01-2018 έως 04-02-2018 = 35 ημέρες/8=4,37X23,33 ευρώ, το ποσό των 101,95 ευρώ κι άρα συνολικά του οφείλεται για την αιτία αυτή το ποσό των 701,95 ευρώ. Ως προς τον όγδοο ενάγοντα, βοηθό σκηνοθέτη, τηλεοπτικού πλατό, ο μισθός του συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από 01-01-2014 έως 31-07-2015 στο ποσό των 950,00 ευρώ και από 01-08-2015 κι εξής στο ποσό των 1.075,00 ευρώ. Η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 01-01-2014 έως 31-07-2015 το ποσό των 18.050,00 ευρώ (19 μήνεςΧ950,00 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 01-08-2015 έως 31-12-2017 το ποσό των 31.175,00 ευρώ (29 μήνεςΧΙ.075,00 ευρώ) κι από 01-01-2018 έως 08-01-2018 το ποσό των 277,42 ευρώ (1.075,00X8/31) κι άρα το συνολικό ποσό των 49.502,42 ευρώ, εκ του οποίου του έχει αποδοθεί το ποσό των 35.506,00 ευρώ κι άρα πρέπει να του καταβληθεί η διαφορά εκ ποσού 13.996,42 ευρώ. Επίσης, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας, ήτοι για το πρώτο εργασιακό έτος από 01-01-2014 έως 31-12-2014, ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας πέντε ημερών κι άρα πρέπει να του καταβληθεί το ποσό των (5X38,00) 190,00 ευρώ, για το δεύτερο εργασιακό έτος, ήτοι από 01-01-2015 έως 31-12-2015 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια μίας ημέρας, άρα το ποσό των 43,00 ευρώ, για το τρίτο εργασιακό, ήτοι από 01-01-2016 έως 31-12-2016 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια ημερών κι άρα το ποσό των (2X43,00 ευρώ) 86,00 ευρώ και για το τέταρτο εργασιακό έτος, ήτοι από 01-01-2017 έως 31-12-2017 του οφείλεται αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας δύο ημερών, ήτοι το ποσό των (2X43,00 ευρώ) 86,00 ευρώ κι άρα συνολικά για την άνω αιτία το ποσό των 405,00 ευρώ, 2) το επίδομα αδείας για το έτος 2014 εκ ποσού 475,00 ευρώ (950,00 ευρώ/2), για το έτος 2015 το ποσό των 537,50 ευρώ (1.075,00/2), για το έτος 2016 το ποσό των 537,50 ευρώ (1075,00/2) και για το έτος 2017 το ποσό των 537,50 ευρώ (1075,00/2) και συνολικά το ποσό των 2.087,50 ευρώ, 3) το επίδομα Χριστουγέννων για το έτος 2014 εκ ποσού 950,00 ευρώ, για το έτος 2015 το ποσό των 1.075,00 ευρώ, για το έτος 2016 το ποσό των 1.075,00 ευρώ, για το έτος 2016 το ποσό των 1.075,00 ευρώ και για το έτος 2017 το ποσό των 1.075,00 ευρώ, ήτοι συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 4.1750,00 ευρώ, 4) το επίδομα Πάσχα έτους 2014 εκ ποσού 475,00 ευρώ (950,00ευρώ/2), για το έτος 2015 εκ ποσού 537,50 ευρώ (1.075,00 ευρώ/2), για το έτος 2015 το ποσό των 537,50 ευρώ (1.075,00 ευρώ/2), για το έτος 2016 το ποσό των 537,50 ευρώ (1.075,00 ευρώ/2) και για το έτος 2017 το ποσό των 537,50 ευρώ (1,075,00 ευρώ/2), ήτοι συνολικά το ποσό των 2.087,50 ευρώ. Ως προς τον ένατο ενάγοντα, τεχνικό ροής προγράμματος ο καθαρός μισθός του είχε συμφωνηθεί από 01-11-2013 έως 31-12-2013 στο ποσό των 650,00 ευρώ, από 01-01-2014 έως 31-12-2017 στο ποσό των 1.087,50 ευρώ και από 01-08-2018 έως την αποχώρησή του την 28-01-2018 στο ποσό των 750,00 ευρώ. Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 01-11-2013 έως 31-12-2013 οφείλε να του καταβάλει το ποσό των 1.300 ευρώ (2 μήνεςΧ650,00ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 01-01-2014 έως 31-12-2017 το ποσό των 52.200,00 ευρώ (48 μήνεςΧΙ.087,50 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από 01-01-2018 έως 28- 01-2018 το ποσό των 677,42 ευρώ (750,00 ευρώΧ28/31) κι άρα συνολικά το ποσό των 54.177,42 ευρώ, εκ του οποίου του έχει καταβληθεί το ποσό των 36.862,00 ευρώ κι άρα του οφείλεται η διαφορά εκ ποσού 17.315,42 ευρώ.

Επίσης, του οφείλονται 1) οι αποδοχές αδείας και συγκεκριμένα για το πρώτο εργασιακό έτος, ήτοι από 01-11-2013 έως 30-10-2014 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 15 ημερών, εκ ποσού (15X43,50 ευρώ) 652,50 ευρώ, για το δεύτερο εργασιακό έτος, ήτοι από 01-11-2014 έως 30- 10-2015 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 11 ημερών, εκ ποσού (11X43,50ευρώ) 478,50 ευρώ, για το τρίτο εργασιακό έτος, ήτοι από 01-11-2015 έως 30-10-2016 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια δώδεκα ημερών, εκ ποσού (12X43,50ευρώ) 522,00 ευρώ, για το τέταρτο εργασιακό έτος, ήτοι από 01-11-2016 έως 30-10-2017 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 12 ημερών, εκ ποσού (12X43,50ευρώ) 522,00 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 01-11-2017 έως 28-01-2018 του οφείλεται αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 5 ημερών εκ ποσού (5X750,00/25)30,00 ευρώ και συνολικά για την άνω αιτία του οφείλεται το ποσό των 2.325,00 ευρώ, 2) το επίδομα αδείας για τα έτη 2014 έως και 2017 εκ ποσού 543,75 ευρώ για έκαστο έτος (1.087,50/2) και για το χρονικό διάστημα από 01-11-2017 έως 28-01-2018 του οφείλεται το ποσό των (750,00 ευρώ/2/12Χ2,9μήνες εργασίας) 90,62 ευρώ κι άρα συνολικά για την άνω αιτία το ποσό των 2.265,62 ευρώ, 3) για επίδομα Χριστουγέννων και ειδικότερα για το έτος 2013 μέρος αυτού, εκ ποσού 166,94 ευρώ (61 ημέρεςΧ19Χ2/25Χ650,00) και για τα έτη 2014 έως και 2017 το ποσό των 1.087,50 ευρώ για έκαστο έτος και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 4.516,94 ευρώ και 5) το επίδομα Πάσχα για τα έτη 2014 έως και 2017 εκ ποσού 543,75 ευρώ για έκαστο έτος (1.087,50/2) και την αναλογία του δώρου Πάσχα για το έτος 2018 εκ ποσού 87,50 ευρώ (28 ημέρες/8 = 3,5Χ1/15Χ(750,00/2) κι άρα συνολικά για την άνω αιτία το ποσό των 2.262,50 ευρώ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες εργάσθηκαν υπερωριακά ή ότι προσέφεραν πρόσθετη εργασία, καθόσον ούτε ο μάρτυράς τους που εξετάσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου, ούτε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προέκυψαν οι ακριβείς ώρες κι ημέρες που ενδεχομένως να υπήρξε ανάγκη για πρόσθετης ή υπερωριακής εργασίας, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος των εναγόντων ως ουσία αβάσιμο. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες το σύνολο των ανωτέρω αναλυτικά αναφερομένων ποσών κι ειδικότερα στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.804,47 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 8.807,29 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 7.207,46 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 22.866,42 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 21.365,68 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 1.983,89 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 7.265,76 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των 22.751,42 ευρώ και στον ένατο ενάγοντα το ποσό των 28.685,48 ευρώ, νομιμοτόκως όλα τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από 20-12- 2018 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, κατ' αποδοχήν του σχετικού αιτήματος των εναγόντων. Επίσης, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 1.500,00 ευρώ για έκαστο των εναγόντων, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, όπως ΐ ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακόσιων τεσσάρων ευρώ και σαράντα επτά λεπτών του ευρώ (4.804,47 ευρώ), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακόσιων επτά ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών του ευρώ (8.807,29 ευρώ), στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων επτά ευρώ και σαράντα έξι λεπτών του ευρώ (7.207,46 ευρώ), στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων οκτακόσιων εξήντα έξι ευρώ και σαράντα δύο λεπτών του ευρώ (22.866,42 ευρώ), στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων τριακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών του ευρώ (21.365,68 ευρώ), στον έκτο ενάγοντα το ποσό των χιλίων εννιακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών του ευρώ (1.983,89 ευρώ), στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών του ευρώ (7.265,76 ευρώ), στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ενός ευρώ και σαράντα δύο λεπτών του ευρώ (22.751,42 ευρώ) και στον ένατο ενάγοντα το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών του ευρώ (28.685,48 ευρώ), νομιμοτόκως όλα τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από 20-12-2018 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500,00 ευρώ) για έκαστο των εναγόντων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακόσιων ευρώ (800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους, στις 08/05/2020.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.