Δικηγορικό Γραφείο

Συμμόρφωση διοικητικού δικαστηρίου με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ και τα κριτήρια Engel. Αρχή ne bis in idem. Ακύρωση πράξης επιβολής πολλαπλών τελών λόγω λαθρεμπορίας εκ μέρους του τελωνείου. Προηγηθείσα αμετάκλητη αθώωση στην ποινική δίκη. Δέσμευση διοικητικού δικαστηρίου από την προηγηθείσα ποινική κρίση. 

• Ως νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), λαμβανομένου υπόψη αφενός, ότι, όσον αφορά την ερμηνεία της ΕΣΔΑ στην ημεδαπή έννομη τάξη, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν σημασία και βαρύτητα ανάλογη με εκείνη της νομολογίας των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων και, αφετέρου, ότι η προβαλλόμενη αντίθεση μεταξύ της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της νομολογίας του ΕΔΔΑ δημιουργεί, κατά τεκμήριο, σοβαρό νομικό ζήτημα, αναγόμενο στο σεβασμό των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε να δικαιολογείται, ενόψει και του σκοπού της προαναφερόμενης διάταξης, η εξέτασή του από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προς διασφάλιση της ορθότητας και της ενότητας της νομολογίας, περί της ερμηνείας και της εφαρμογής της ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της απονομής της διοικητικήςδικαιοσύνης.

• Το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α΄ 8) Έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά. Το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική/τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ' ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ,βάσει των κριτηρίων Engel.

• Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεύοντας την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δέχεται παγίως ότι δικαστικές αποφάσεις που έπονται της τελεσίδικης αθωώσεως κατηγορουμένου δεν πρέπει να την παραβλέπουν ηθελημένα έστω και αν εχώρησε λόγω αμφιβολιών. Όμως όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 3457/2012) η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που καταλογίζεται στον ενδιαφερόμενο μία μόνο παράβαση η οποία αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα ελεγχόμενο από τον ποινικό δικαστή και διοικητική παράβαση ελεγχόμενη από το διοικητικό όπως η λαθρεμπορία. Αντίθετη έννοια ότι το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αποκλείει στο διοικητικό δικαστήριο να λύσει την υπόθεση διαφορετικά από ότι το ποινικό θα αντέβαινε προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος διότι θα κατέληγε κατ’ ουσία να αποστερεί το δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό, της υποχρεώσεώς του να κρίνει τη διαφορά, διοικητική ή ποινική, που του έχει αναθέσει το Σύνταγμα, το οποίο δεν αντιλαμβάνεται τους σχετικούς όρους με τον τρόπο που τους αντιλαμβάνεται το ΕΔΔΑ.

• Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας, σε σχέση με τον καταλογισμό σε βάρος του πολλαπλού τέλους, λόγω συμμετοχής του στην ένδικη λαθρεμπορική παράβαση, ότι δεν δεσμεύεται από την προαναφερόμενη αμετάκλητη, αθωωτική για τον ίδιο, ……/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ άλλων, προς την απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος, δοθέντος ότι η ανωτέρω ερμηνευτική κρίση του Διοικητικού Εφετείου για το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ (ότι, δηλαδή, ο εν λόγω κανόνας της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων εθνικής νομοθεσίας, όπως εκείνων των άρθρων 89 παρ. 2 και 97 παρ. 3 και 8 και Τελωνειακού Κώδικα και 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τις οποίες προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία και δίκη περί της επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο χρηματικής κύρωσης για διοικητική παράβαση λαθρεμπορίας/φοροδιαφυγής είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία έναντι του ίδιου προσώπου, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, με συνέπεια να εξακολουθεί και να μην επηρεάζεται από την αμετάκλητη περάτωση, με αθωωτική απόφαση, της οικείας ποινικής διαδικασίας) έρχεται, καταρχήν, σε αντίθεση με την προεκτεθείσα ερμηνεία της ίδιας διάταξης της ΕΣΔΑ στην απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω, είναι και βάσιμος, διότι η προαναφερόμενη ερμηνευτική κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 4. Επομένως, για το λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

• Δεδομένου, δε, ότι η υπόθεση δεν χρήζει διευκρίνισης κατά το οικείο πραγματικό της (συμπεριλαμβανομένου του στοιχείου της περάτωσης, με αμετάκλητη απόφαση, της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας σε βάρος του αναιρεσείοντος – βλ. ανωτέρω σκέψη 6), το Δικαστήριο τη διακρατεί, δικάζει και, για τον ίδιο λόγο, δέχεται την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ……./2007 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου, εξαφανίζει την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και, περαιτέρω, δικάζει και δέχεται την προσφυγή του αναιρεσείοντος, για τον ίδιο ως άνω λόγο, και ακυρώνει την ………………2003 πράξη της Διευθύντριας του Τελωνείου Κορίνθου, κατά το μέρος της με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλό τέλος και αυτός κηρύχθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του συνολικώς καταλογισθέντος ποσού πολλαπλών τελών, για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας αυτοκινήτου.

Παρακάτω ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης.

***********

 

Αριθμός 664/2018
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ι. Δημητρακό-πουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2014 αίτηση:

του ……………….. …………………….. του …………………….., κατοίκου …………………….. Αττικής, ο οποίος παρέστη με την Ασημίνα Καούνη (Α.Μ. 11873), που την διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την …………………….. …………………….. , Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 531/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

 

1. Επειδή, με την αίτηση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ' αριθμ. …………………….. /2014 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄), ζητείται η αναίρεση της 531/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 315/2007 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του σκέλους της υπ’ αριθμ. ………………/27.1.2003 πράξης της Διευθύντριας του Τελωνείου Κορίνθου με το οποίο ο αναιρεσείων χαρακτηρίσθηκε ως συνυπαίτιος τελωνειακής παράβασης λαθρεμπορίας αυτοκινήτου, επιβλήθηκε σε βάρος του, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλό τέλος 88.451,25 ευρώ και κηρύχθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του συνολικώς καταλογισθέντος ποσού πολλαπλών τελών.

2. Επειδή, η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζει ότι «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου» (η ως άνω διάταξη επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016, Α΄ 240/22.12.2016). Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ [...]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 1873/2012 επταμ., 2934/2017 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, κατά την έννοια της πρώτης των ανωτέρω παραγράφων, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. 1365/2017 επταμ., 2934/2017 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), λαμβανομένου υπόψη αφενός, ότι, όσον αφορά την ερμηνεία της ΕΣΔΑ στην ημεδαπή έννομη τάξη, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν σημασία και βαρύτητα ανάλογη με εκείνη της νομολογίας των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων και, αφετέρου, ότι η προβαλλόμενη αντίθεση μεταξύ της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της νομολογίας του ΕΔΔΑ δημιουργεί, κατά τεκμήριο, σοβαρό νομικό ζήτημα, αναγόμενο στο σεβασμό των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε να δικαιολογείται, ενόψει και του σκοπού της προαναφερόμενης διάταξης, η εξέτασή του από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προς διασφάλιση της ορθότητας και της ενότητας της νομολογίας, περί της ερμηνείας και της εφαρμογής της ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης (βλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 3076/2017, 175/2018).

3. Επειδή, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα αίτηση είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ.

4. Επειδή, το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α΄ 8) Έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 175/2018 κ.ά.). Όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 1778/2017, 3174/2017, 284/2018 κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος της 30.4.2015, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική/τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ' ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία.

5. Επειδή, το ΕΔΔΑ, με την από 16.6.2009 απόφασή του στην υπόθεση Ruotsalainen κατά Φινλανδίας (13079/03), διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ σε περίπτωση στην οποία, ενώ καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα ποινικό πρόστιμο, για παράβαση φοροδιαφυγής, με συνοπτική ποινική διάταξη η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού δεν προσβλήθηκε, επιβλήθηκε, περαιτέρω, σε βάρος του και διοικητική χρηματική κύρωση, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, τα δε ένδικα βοηθήματα και μέσα που αυτός άσκησε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά της σχετικής διοικητικής πράξης απορρίφθηκαν. Από τις σκέψεις 41-57 της εν λόγω απόφασης του ΕΔΔΑ συνάγεται, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, η ερμηνευτική κρίση ότι το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται (τουλάχιστον κατ’ αρχήν) στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για παράβαση φοροδιαφυγής, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ, βάσει των κριτηρίων Engel.

6. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι «[...] κατά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 89 παρ. 2 και 97 παρ. 3 και 8 του προγενέστερου ΤΚ [Τελωνειακού Κώδικα] σε συνδυασμό με του άρθρου 5 ΚΔΔ – Ν. 2717/1999, η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, η οποία κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο όταν κρίνει για τη διοικητική παράβαση δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του να τη συνεκτιμήσει [...]. Εξάλλου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεύοντας την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ δέχεται παγίως ότι δικαστικές αποφάσεις που έπονται της τελεσίδικης αθωώσεως κατηγορουμένου δεν πρέπει να την παραβλέπουν ηθελημένα έστω και αν εχώρησε λόγω αμφιβολιών. Όμως όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 3457/2012) η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που καταλογίζεται στον ενδιαφερόμενο μία μόνο παράβαση η οποία αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα ελεγχόμενο από τον ποινικό δικαστή και διοικητική παράβαση ελεγχόμενη από το διοικητικό όπως η λαθρεμπορία. Αντίθετη έννοια ότι το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αποκλείει στο διοικητικό δικαστήριο να λύσει την υπόθεση διαφορετικά από ότι το ποινικό θα αντέβαινε προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος διότι θα κατέληγε κατ’ ουσία να αποστερεί το δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό, της υποχρεώσεώς του να κρίνει τη διαφορά, διοικητική ή ποινική, που του έχει αναθέσει το Σύνταγμα, το οποίο δεν αντιλαμβάνεται τους σχετικούς όρους με τον τρόπο που τους αντιλαμβάνεται το ΕΔΔΑ. [...] Με την 1185/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ένοχος για τον εντοιχισμό [του αριθμού πλαισίου στο επίδικο αυτοκίνητο] κρίθηκε ο πωλητής του οχήματος προς τον εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] [...]. Ο εκκαλών δεν αποδείχθηκε ότι είχε οποιουδήποτε είδους εμπλοκή στον εντοιχισμό, όμως από την αγορά του οχήματος και έως την παράδοσή του στην εταιρεία ΕΧPRESS TEAM EΠΕ στα πλαίσια συμβάσεως πώλησης κατείχε και κυκλοφορούσε το όχημα χωρίς να αποδείξει, αν και έφερε το βάρος απόδειξης αφού κατείχε μη νομίμως εισαχθέν όχημα, την καλή του πίστη. Ειδικότερα, […]. [Η] αθώωσή του με την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών 4329/2003 από το αδίκημα της λαθρεμπορίας δεν βασίσθηκε στην ανυπαρξία των στοιχειοθετούντων την λαθρεμπορία περιστατικών αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό τους ως απλής τελωνειακής παράβασης επειδή αφορούσε κοινοτικό όχημα με χώρα κατασκευής τη Γερμανία, δηλαδή χώρα-μέλος της ΕΕ. Άλλωστε, όπως ήδη εκτέθηκε η αθώωση του κατηγορηθέντος από το Ποινικό Δικαστήριο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο στην κρίση του για την επιβολή πολλαπλού τέλους χωρίς να παραβιάζεται […] η αρχή που αποκλείει να διωχθεί ή καταδικασθεί κάποιος εφόσον έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί αμετακλήτως για τη σχετική κατηγορία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο εκκαλών με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως.». Ειδικότερα, με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, προβάλλοντας ότι για την ίδια πράξη λαθρεμπορίας ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και, στη συνέχεια, αθωώθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με συνέπεια να υποχρεούται το Διοικητικό Εφετείο να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με την ακύρωση του καταλογισθέντος σε βάρος του πολλαπλού τέλους. Εξάλλου, το αμετάκλητο της προαναφερόμενης, αθωωτικής για τον αναιρεσείοντα, απόφασης του Εφετείου Αθηνών συνάγεται και από το υπόμνημα του Δημοσίου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως (βλ., ιδίως, σελίδα 6 του υπομνήματος, στην οποία, αμέσως μετά από την αναφορά στην 4329/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, γίνεται λόγος για «αμετάκλητη αθώωση του κατηγορούμενου από τα ποινικά δικαστήρια»). Ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε παραβίαση του κανόνα ne bis in idem, απορρίφθηκε με τις προεκτεθείσες σκέψεις του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου περί αυτοτέλειας της διοικητικής διαδικασίας και δίκης σχετικά με την επιβολή πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας έναντι της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας και περί μη δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από την τυχόν προηγηθείσα αμετάκλητη απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστή. 

7. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας, σε σχέση με τον καταλογισμό σε βάρος του πολλαπλού τέλους, λόγω συμμετοχής του στην ένδικη λαθρεμπορική παράβαση, ότι δεν δεσμεύεται από την προαναφερόμενη αμετάκλητη, αθωωτική για τον ίδιο, 4329/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ άλλων, προς την απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος, δοθέντος ότι η ανωτέρω ερμηνευτική κρίση του Διοικητικού Εφετείου για το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ (ότι, δηλαδή, ο εν λόγω κανόνας της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων εθνικής νομοθεσίας, όπως εκείνων των άρθρων 89 παρ. 2 και 97 παρ. 3 και 8 και Τελωνειακού Κώδικα και 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τις οποίες προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία και δίκη περί της επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο χρηματικής κύρωσης για διοικητική παράβαση λαθρεμπορίας/φοροδιαφυγής είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία έναντι του ίδιου προσώπου, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, με συνέπεια να εξακολουθεί και να μην επηρεάζεται από την αμετάκλητη περάτωση, με αθωωτική απόφαση, της οικείας ποινικής διαδικασίας) έρχεται, καταρχήν, σε αντίθεση με την προεκτεθείσα ερμηνεία της ίδιας διάταξης της ΕΣΔΑ στην απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ (βλ. ανωτέρω, σκέψη 5). Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω, είναι και βάσιμος, διότι η προαναφερόμενη ερμηνευτική κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 4. Επομένως, για το λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Δεδομένου, δε, ότι η υπόθεση δεν χρήζει διευκρίνισης κατά το οικείο πραγματικό της (συμπεριλαμβανομένου του στοιχείου της περάτωσης, με αμετάκλητη απόφαση, της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας σε βάρος του αναιρεσείοντος – βλ. ανωτέρω σκέψη 6), το Δικαστήριο τη διακρατεί, δικάζει και, για τον ίδιο λόγο, δέχεται την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 315/2007 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου, εξαφανίζει την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και, περαιτέρω, δικάζει και δέχεται την προσφυγή του αναιρεσείοντος, για τον ίδιο ως άνω λόγο, και ακυρώνει την ……………………/27.1.2003 πράξη της Διευθύντριας του Τελωνείου Κορίνθου, κατά το μέρος της με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλό τέλος και αυτός κηρύχθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του συνολικώς καταλογισθέντος ποσού πολλαπλών τελών, για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας αυτοκινήτου. Τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων κρίνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για την άσκηση και την εκδίκαση της έφεσης και της προσφυγής του (άρ. 275 παρ. 1 εδαφ. ε΄ ΚΔΔ). 

 

 

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την απόφαση 531/2013 του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως. 

Δικάζει και δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 315/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Δικάζει και δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την ……………………/27.1.2003 πράξη της Διευθύντριας του Τελωνείου Κορίνθου, κατά το μέρος της με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του Αριστείδη Κηρομύτη, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλό τέλος και αυτός κηρύχθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του συνολικώς καταλογισθέντος ποσού πολλαπλών τελών, για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας αυτοκινήτου.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός κατέβαλε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, της έφεσης και της προσφυγής.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Απαλλάσσει το Δημόσιο Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για την άσκηση και την εκδίκαση της έφεσης και της προσφυγής του.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2018

Η Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Η Γραμματέας

Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2018.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Ι. Γράβαρης Ειρ. Δασκαλάκη