Δικηγορικό Γραφείο
  1. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας σχέσης ως έργου ή εξαρτημένης εργασίας εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο δε δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έχουν προσδώσει σε αυτή τα μέρη. Διάκριση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από σύμβαση έργου. Κριτήρια διάκρισης.
  2. Οι προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη. Η κακή οικονομική κατάστασή του δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί τη λύση αυτής. Δικαίωμα του εργαζόμενου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας ως τη συμβατική λήξη της διάρκειας της σύμβασης αυτής στην περίπτωση αυτή.
  3. Νόμιμη η συμφωνία της κατ’ αποκοπή αμοιβής και στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου

Ακολουθεί περίληψη της απόφασης:

«Ι. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 20/2007 ΕλλΔνη 48.992, ΟλΑΠ 19/2007 ΕλλΔνη 48.992, ΟλΑΠ 18/2006 ΕΕργΔ65.914, ΑΠ 1009/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 797/2008 ΕΕργΔ 2008.935, ΑΠ 473/2007 ΕΕργΔ 2007.1297, ΑΠ 459/2004 ΔΕΝ 60.1403, ΑΠ 1618/2003 ΕλλΔνη 45.753), όταν δε το Δικαστήριο της ουσίας, βάσει των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, δίδει στην επίδικη έννομη σχέση χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που δίδει ο ενάγων, δεν πρόκειται για λήψη υπόψη από αυτό πραγμάτων μη προταθέντων (ΑΠ 1487/2007 ΔΕΝ 2008.548). Δεδομένου, δηλαδή, ότι ο όρος «εξαρτημένη εργασία» αποτελεί νομική έννοια, στο Δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί, εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία, με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 964/2007 ΕΕργΔ 2008.419, ΑΠ 1855/2006 ΕΕργΔ 2007.1186), αλλά και τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 926/1999 ΔΕΝ 56.70, ΑΠ 422/1994 ΕΕργΔ 1995.931, ΑΠ 947/1992 ΕΕργΔ 1993.890, ΕφΑθ 6382/1999 ΕλλΔνη 2000.500). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με τη με αριθμό 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές (ΑΠ 1099/2003 ΕλλΔνη 2005.120). Η υποχρέωση μάλιστα του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005 ΕλλΔνη 2005.721). Καθοριστικό στοιχείο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από άλλες συμβάσεις δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΑΠ 33/2007 ΕΕργΔ 2007.1022). Αποφασιστική, όμως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν στην επίδικη έννομη σχέση, δηλαδή αυτά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή εκείνα άλλης σύμβασης (π.χ. ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, βλ. ΑΠ 465/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1327/2010 ΔΕΕ 2011.714, ΑΠ 274/2009, ΑΠ 100/2009, ΑΠ 2078/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 542/2008 ΕΕργΔ 2009.116, ΑΠ 459/2004 ΕλλΔνη 2006.139, ΕφΑθ 5742/2007 ΕΕργΔ 2008.165). Ειδικότερα, όπως σημειώνεται και ανωτέρω, στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας (βλ. αντί πολλών ΑΠ 373/1980 ΕΕργΔ 1980.641, ΑΠ 94/1976 ΕΕργΔ 1976.444, I. Καποδίστριας ΕρμΑΚ Εισαγ. άρθρα 648-680, αριθμ. 84), ο εργοδότης δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει το διευθυντικό δικαίωμα και ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και τις εντολές για τον τρόπο και τον χρόνο εκτέλεσης της εργασίας, ούτε υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη, το πότε δε συντρέχει ή όχι το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός, που κρίνεται τόσο από τους όρους της σύμβασης, όσο και τις συνθήκες παροχής εργασίας (βλ. και Γ. Λεβέντης, Διάκριση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από συγγενείς σχέσεις, ΔΕΝ 58.515, Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δίκαιο, Α/1, έκδ. Γ’, σελ. 56- 57). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α’ Ν. 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Με το άρθρο 1 Ν. 3846/2010 το ως άνω άρθρο αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες". Ενώ κατά το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2839/1988 "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά, τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 ΚΠολΔ - βλ. σχετ. ΑΠ 964/2007, ΑΠ 33/2007 δημοσιευμένες σε ΊΝΠ Νόμος, ΑΠ 459/2005 ΕΕργΔ 2005.147, ΑΠ 459/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1617/2007 ΔΕΕ 2008.360). Κάποιες φορές ο νομοθέτης παρεμβαίνει και χαρακτηρίζει ευθέως μια εργασιακή σχέση ως σχέση εξαρτημένης εργασίας ή αντίθετα ως σχέση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις νομοθετικού χαρακτηρισμού των συμβατικών σχέσεων ενδεχομένως προκύπτει ζήτημα συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων, δεδομένου ότι με τις ρυθμιστικές αυτές παρεμβάσεις δεν αποκλείεται να περιορίζεται ανεπίτρεπτα η συναλλακτική ελευθερία και να συντρέχουν οι όροι παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, ενώ παράλληλα δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα παραβίασης των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος από τα οποία προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός των συμβατικών σχέσεων ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. (I. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 95, 96).

II. Η σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου λύεται με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε ή με την περάτωση του έργου στο οποίο απέβλεπε η σύναψη της εργασιακής σύμβασης. Συγκεκριμένα η σχέση ορισμένου χρόνου λύεται αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος διάρκειάς της, χωρίς να απαιτείται να γίνει καμία περί λύσης δήλωση της μίας προς την άλλη πλευρά και χωρίς καμία άλλη διατύπωση ή υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης. Σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν εφαρμόζονται κατ’ αρχήν οι διατάξεις του ν. 2112/1920, αλλά αυτές των άρθρων 672 έως 674 Α.Κ. Κατά το άρθρο 672 Α.Κ, τόσο ο εργοδότης όσο και ο μισθωτός έχουν δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλουν οποτεδήποτε τη σύμβαση ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, ενώ το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με αντίθετη συμφωνία. Η νομοθετική αυτή απαγόρευση συνάδει με θεμελιώδεις επιλογές της έννομης τάξης, όπως αυτές εκφράζονται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. (ΑΠ 443/2016 ΔΕΝ 72.1547, Ζερδελής, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εκδ, 2, 2002 σελ. 71). Σπουδαίο λόγο που αποτελεί αόριστη νομική έννοια μπορεί να συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό εξαιτίας του οποίου κατ’ αντικειμενική κρίση δεν είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αξιωθεί από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη η συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι τη συμφωνημένη ή από το νόμο υποχρεωτική λήξη της (ΟλΑΠ 10/1995, ΕΕργΔ 55.374, ΑΠ 262/2016 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατάργηση θέσεων, η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η περιστολή των εργασιών της επιχείρησης δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης ορισμένου χρόνου (ΑΠ 2100/2014 ΔΕΝ 71.542). Εξάλλου, μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η μείωση κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησης του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας. (ΑΠ 806/2014 ΕΕργΔ 73.926). Οι οικονομοτεχνικοί λόγοι κατά κανόνα δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο για την πρόωρη λύση της σύμβασης. Γενικότερα δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο ενέργειες ή μέτρα που ανάγονται στη σφαίρα της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη και στους συνήθεις οικονομικούς υπολογισμούς του, όπως εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την απασχόληση ή διάφορες επιχειρηματικές αποφάσεις που λαμβάνει ο εργοδότης και έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση των εργαζομένων (ΑΠ 2100/2014 ΔΕΝ 71.542). Οι οικονομοτεχνικοί λόγοι κατ’ εξαίρεση μόνο μπορούν να αποτελόσουν σπουδαίο λόγο και να στηρίξουν έτσι την έκτακτη καταγγελία, η οποία δεν αποτελεί φυσιολογικό, αλλά ανώμαλο τρόπο λύσης της σύμβασης. Ως τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις αναφέρονται το κλείσιμο της επιχείρησης, ή τμήματός της που οφείλεται σε έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα, τα οποία δεν μπορούν να καταλογισθούν στον οικονομικό κίνδυνο του εργοδότη και καθιστούν αδύνατη την απασχόληση του εργαζομένου. (Ζερδελή, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις δ’ έκδοση, σελ. 1505, 1506 παρ. 34.91, 92).

Περαιτέρω επειδή στη σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 στην περίπτωση εργοδοτικών συμπεριφορών που συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, ο μισθωτός μπορεί να διεκδικήσει την αποζημίωση του άρθρου 673 Α.Κ. καταγγέλλοντας ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας και όχι να αξιώσει αποζημίωση απόλυσης επικαλούμενος πλασματική καταγγελία κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 (ΕφΘεσσαλ 234/2007 ΔΕΝ 64.1275). Στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλλεται πρόωρα από τον εργοδότη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος ο εργαζόμενος λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των 297 και 298 Α.Κ.), αλλά μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας χρονικό διάστημα (ΑΠ 509/1996 ΔΕΕ 1997.405, I. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 754, 755).

ΙΙΙ. Η συμφωνία αμοιβής κατ’ αποκοπή, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας και δεν τη μετατρέπει σε σύμβαση έργου, καθώς υφίσταται εν προκειμένω το στοιχείο της εξάρτησης. Άλλωστε στη διάταξη του άρθρου 648 εδ. β ΑΚ προβλέπεται ότι η σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο μισθός υπολογίζεται κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ’ αποκοπήν αρκεί ο εργαζόμενος να προσλαμβάνεται ή να απασχολείται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο (Ιωάννη Ληξουριώτη, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 385).

Εν προκειμένω, «……η παύση των γυρισμάτων συνομολογείται από την εναγομένη ότι έλαβε χώρα την……………………., η οποία περαιτέρω επικαλείται ότι εν μέσω των γυρισμάτων ανέκυψε ο αστάθμητος παράγων της καθυστέρησης υπογραφής σύμβασης με την «………..», γεγονός που τους προκάλεσε ταμειακή δυσχέρεια. Ο ανωτέρω λόγος ωστόσο και με δεδομένο ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με την εναγομένη ήταν εργασίας ορισμένου χρόνου κρίνεται ότι δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, καθώς σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο ενέργειες ή μέτρα που ανάγονται στη σφαίρα της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη και στους συνήθεις οικονομικούς υπολογισμούς του, όπως εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την απασχόληση ή διάφορες επιχειρηματικές αποφάσεις που λαμβάνει ο εργοδότης και έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση των εργαζομένων (ΑΠ 2100/2014 ΔΕΝ 71.542). Επίσης, μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησης του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας. Συνεπώς εφόσον οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων καταγγέλθηκαν πρόωρα από την εναγομένη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος η καταγγελία που έλαβε χώρα εκ μέρους της εναγομένης, χωρίς να εξυπηρετεί το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησης της εναγομένης, και επομένως είναι καταχρηστική (ΑΚ 281), υπερβαίνοντας τα νόμιμα όρια του δικαιώματος της καταγγελίας, και επομένως είναι άκυρη (ΑΚ 174, 180). Επομένως οι ενάγοντες εργαζόμενοι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας χρονικό διάστημα (ΑΠ 509/1996 ΔΕΕ 1997.405,1. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 754, 755 και άρθρ. 349, 350, 656 εδαφ. α’ ΑΚ)».

Ακολουθεί το κείμενο ολόκληρης της απόφασης:

«ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης
1491/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Διονυσία Ρέππα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αθανασοπούλου Παναγιώτα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 6 Νοεμβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …………….. του ………….., κατοίκου Νέας Φιλαδέλφειας, οδός ………… αριθμ. …, με Α.Φ.Μ. ……, 2) ………… του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αριθμ. …, με Α.Φ.Μ. ….., 3) ………. του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός …….. αριθμ. …, με Α.Φ.Μ. ………, 4) ………. του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός ……. αριθμ. …, με Α.Φ.Μ. ….., 5) …… του Αλεξάνδρου, κατοίκου …….., οδός ….. αριθμ. …., με Α.Φ.Μ. …….., 6) ……… του Θεμιστοκλή, κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αριθμ. …., με Α.Φ.Μ. …… και 7) …… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός ……. αριθμ. …. με Α.Φ.Μ. ………, εκ των οποίων οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος των εναγόντων παραστάθηκαν μετά και οι τρίτη, τέταρτη, έκτος και έβδομος των εναγόντων παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ελευθερίου Κιούκη του Κωνσταντίνου, (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 26261), κατοίκου Αθηνών, Λεωφόρος Αλεξάνδρας αριθμ. 128, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία ………………, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός …. αριθμ. …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ……………… του ……………… (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ……), κατοίκου ………………, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από ……/2019 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 24-6-2019 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ……/2019, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2019, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η οποία εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 20/2007 ΕλλΔνη 48.992, ΟλΑΠ 19/2007 ΕλλΔνη 48.992, ΟλΑΠ 18/2006 ΕΕργΔ 65.914, ΑΠ 1009/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 797/2008 ΕΕργΔ 2008.935, ΑΠ 473/2007 ΕΕργΔ 2007.1297, ΑΠ 459/2004 ΔΕΝ 60.1403, ΑΠ 1618/2003 ΕλλΔνη 45.753), όταν δε το Δικαστήριο της ουσίας, βάσει των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, δίδει στην επίδικη έννομη σχέση χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που δίδει ο ενάγων, δεν πρόκειται για λήψη υπόψη από αυτό πραγμάτων μη προταθέντων (ΑΠ 1487/2007 ΔΕΝ 2008.548). Δεδομένου, δηλαδή, ότι ο όρος «εξαρτημένη εργασία» αποτελεί νομική έννοια, στο Δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί, εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία, με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 964/2007 ΕΕργΔ 2008.419, ΑΠ 1855/2006 ΕΕργΔ 2007.1186), αλλά και τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 926/1999 ΔΕΝ 56.70, ΑΠ 422/1994 ΕΕργΔ 1995.931, ΑΠ 947/1992 ΕΕργΔ 1993.890, ΕφΑθ 6382/1999 ΕλλΔνη 2000.500). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με τη με αριθμό 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές (ΑΠ 1099/2003 ΕλλΔνη 2005.120). Η υποχρέωση μάλιστα του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005 ΕλλΔνη 2005.721). Καθοριστικό στοιχείο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από άλλες συμβάσεις δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΑΠ 33/2007 ΕΕργΔ 2007.1022). Αποφασιστική, όμως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν στην επίδικη έννομη σχέση, δηλαδή αυτά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή εκείνα άλλης σύμβασης (π.χ. ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, βλ. ΑΠ 465/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1327/2010 ΔΕΕ 2011.714, ΑΠ 274/2009, ΑΠ 100/2009, ΑΠ 2078/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 542/2008 ΕΕργΔ 2009.116, ΑΠ 459/2004 ΕλλΔνη 2006.139, ΕφΑθ 5742/2007 ΕΕργΔ 2008.165). Ειδικότερα, όπως σημειώνεται και ανωτέρω, στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας (βλ. αντί πολλών ΑΠ 373/1980 ΕΕργΔ 1980.641, ΑΠ 94/1976 ΕΕργΔ 1976.444, I. Καποδίστριας ΕρμΑΚ Εισαγ. άρθρα 648-680, αριθμ. 84), ο εργοδότης δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει το διευθυντικό δικαίωμα και ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και τις εντολές για τον τρόπο και τον χρόνο εκτέλεσης της εργασίας, ούτε υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη, το πότε δε συντρέχει ή όχι το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός, που κρίνεται τόσο από τους όρους της σύμβασης, όσο και τις συνθήκες παροχής εργασίας (βλ. και Γ. Λεβέντης, Διάκριση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από συγγενείς σχέσεις, ΔΕΝ 58.515, Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δίκαιο, Α/1, έκδ. Γ’, σελ. 56- 57). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α’ Ν. 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Με το άρθρο 1 Ν. 3846/2010 το ως άνω άρθρο αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες". Ενώ κατά το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2839/1988 "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά, τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 ΚΠολΔ - βλ. σχετ. ΑΠ 964/2007, ΑΠ 33/2007 δημοσιευμένες σε ΊΝΠ Νόμος, ΑΠ 459/2005 ΕΕργΔ 2005.147, ΑΠ 459/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1617/2007 ΔΕΕ 2008.360). Κάποιες φορές ο νομοθέτης παρεμβαίνει και χαρακτηρίζει ευθέως μια εργασιακή σχέση ως σχέση εξαρτημένης εργασίας ή αντίθετα ως σχέση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις νομοθετικού χαρακτηρισμού των συμβατικών σχέσεων ενδεχομένως προκύπτει ζήτημα συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων, δεδομένου ότι με τις ρυθμιστικές αυτές παρεμβάσεις δεν αποκλείεται να περιορίζεται ανεπίτρεπτα η συναλλακτική ελευθερία και να συντρέχουν οι όροι παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, ενώ παράλληλα δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα παραβίασης των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος από τα οποία προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός των συμβατικών σχέσεων ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. (I. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 95, 96).

II. Η σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου λύεται με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε ή με την περάτωση του έργου στο οποίο απέβλεπε η σύναψη της εργασιακής σύμβασης. Συγκεκριμένα η σχέση ορισμένου χρόνου λύεται αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος διάρκειάς της, χωρίς να απαιτείται να γίνει καμία περί λύσης δήλωση της μίας προς την άλλη πλευρά και χωρίς καμία άλλη διατύπωση ή υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης. Σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν εφαρμόζονται κατ’ αρχήν οι διατάξεις του ν. 2112/1920, αλλά αυτές των άρθρων 672 έως 674 Α.Κ. Κατά το άρθρο 672 Α.Κ, τόσο ο εργοδότης όσο και ο μισθωτός έχουν δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλουν οποτεδήποτε τη σύμβαση ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, ενώ το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με αντίθετη συμφωνία. Η νομοθετική αυτή απαγόρευση συνάδει με θεμελιώδεις επιλογές της έννομης τάξης, όπως αυτές εκφράζονται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. (ΑΠ 443/2016 ΔΕΝ 72.1547, Ζερδελής, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εκδ, 2, 2002 σελ. 71). Σπουδαίο λόγο που αποτελεί αόριστη νομική έννοια μπορεί να συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό εξαιτίας του οποίου κατ’ αντικειμενική κρίση δεν είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αξιωθεί από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη η συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι τη συμφωνημένη ή από το νόμο υποχρεωτική λήξη της (ΟλΑΠ 10/1995, ΕΕργΔ 55.374, ΑΠ 262/2016 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατάργηση θέσεων, η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η περιστολή των εργασιών της επιχείρησης δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης ορισμένου χρόνου (ΑΠ 2100/2014 ΔΕΝ 71.542). Εξάλλου, μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η μείωση κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησης του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας. (ΑΠ 806/2014 ΕΕργΔ 73.926). Οι οικονομοτεχνικοί λόγοι κατά κανόνα δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο για την πρόωρη λύση της σύμβασης. Γενικότερα δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο ενέργειες ή μέτρα που ανάγονται στη σφαίρα της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη και στους συνήθεις οικονομικούς υπολογισμούς του, όπως εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την απασχόληση ή διάφορες επιχειρηματικές αποφάσεις που λαμβάνει ο εργοδότης και έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση των εργαζομένων (ΑΠ 2100/2014 ΔΕΝ 71.542). Οι οικονομοτεχνικοί λόγοι κατ’ εξαίρεση μόνο μπορούν να αποτελόσουν σπουδαίο λόγο και να στηρίξουν έτσι την έκτακτη καταγγελία, η οποία δεν αποτελεί φυσιολογικό, αλλά ανώμαλο τρόπο λύσης της σύμβασης. Ως τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις αναφέρονται το κλείσιμο της επιχείρησης, ή τμήματός της που οφείλεται σε έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα, τα οποία δεν μπορούν να καταλογισθούν στον οικονομικό κίνδυνο του εργοδότη και καθιστούν αδύνατη την απασχόληση του εργαζομένου. (Ζερδελή, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις δ’ έκδοση, σελ. 1505, 1506 παρ. 34.91, 92). Περαιτέρω επειδή στη σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 στην περίπτωση εργοδοτικών συμπεριφορών που συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, ο μισθωτός μπορεί να διεκδικήσει την αποζημίωση του άρθρυ 673 Α.Κ. καταγγέλλοντας ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας και όχι να αξιώσει αποζημίωση απόλυσης επικαλούμενος πλασματική καταγγελία κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 (ΕφΘεσσαλ 234/2007 ΔΕΝ 64.1275). Στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλλεται πρόωρα από τον εργοδότη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος ο εργαζόμενος λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των 297 και 298 Α.Κ.), αλλά μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας χρονικό διάστημα (ΑΠ 509/1996 ΔΕΕ 1997.405, I. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 754, 755).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, στην υπό κρίση αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτώς διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και με τις προτάσεις του, ισχυρίζονται ότι παρείχαν την εργασία τους στις υπηρεσίες της εναγομένης εταιρείας-εργοδότριας αυτών υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους οκτάωρης επί πενθήμερο, εβδομαδιαίος, απασχόλησης. Ότι άπαντες οι ενάγοντες, προσλήφθηκαν από την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, η οποία, είναι εταιρεία εκτελέσεως τηλεοπτικών και κινηματογραφικών παραγωγών, προκειμένου να απασχοληθούν ο πρώτος ως ηθοποιός, ο δεύτερος ως κομμωτής, η τρίτη ως σκριπτ, η τέταρτη ως βοηθός σκηνοθέτη, ο πέμπτος ως βοηθός σκηνοθέτη, ο έκτος ως βοηθός ηχολήπτη και ο έβδομος ως βοηθός σκηνογράφου για την παραγωγή της τηλεοπτικής σειράς μυθοπλασίας με τον τίτλο «……….» του ………, διάρκειας έξι (6) επεισοδίων, η οποία, όπως τους είχε σχετικώς ενημερώσει η εργοδότρια, θα προβαλλόταν από ……………. Ότι τα γυρίσματα της εν λόγω σειράς, έλαβαν χώρα από 13-3-2019 ως 2-4-2019 σε διάφορους χώρους στην Αθήνα. Ότι ο χρόνος και ο τόπος παροχής της εργασίας υποδεικνυόταν πάντοτε από την εναγόμενη, δια των εντεταλμένων προς τούτο, οργάνων της. Ότι σε σταθερή βάση παρείχαν καθημερινώς και ανελλιπώς, από ημέρα Δευτέρα ως και ημέρα Παρασκευή, κάθε εβδομάδα, την εργασία τους, επί οκταώρου (τουλάχιστον πλέον υπερεργασιακής και υπερωριακής. Ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε σε αυτούς, κατά τη συμβατικώς αναληφθείσα υποχρέωσή της την αποζημίωση απόλυσής τους, που αντιστοιχούσε σε ποσό τουλάχιστον 50% της υπολειπόμενης αμοιβής τους ως τις 20- 6-2019 και ενώ δια της παρούσης αγωγής τους, αιτούνται, άνευ περιορισμού να τους καταβληθεί το ποσοστό 100% της υπολειπόμενης αμοιβής τους, για την αιτία ότι η εναγόμενη, με τις συνεχείς διαβεβαιώσεις της για την σύντομη επανέναρξη των γυρισμάτων δέσμευσε εν τοις πράγμασι την εργασία τους, τουλάχιστον για 40 ώρες εβδομαδιαίως, ως τις 20-6-2019, αποτρέποντάς τους από το να ανεύρουν έτερη εργασία. Ότι η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτούς, ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 ως 20-6-2019, άλλως, επικουρικώς στην περίπτωση που κριθεί ότι υφίστατο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους στις 03-04-2019, ως συμβατικώς προβλεφθείσα αποζημίωση απόλυσης, τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά, ως καθαρές αποδοχές. Ότι στον πρώτο ενάγοντα οφείλεται από την εναγομένη, εκ της συνολικής συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 6000 ευρώ, το ποσό των 450,61 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, το ποσό των 4.749,39 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, άλλως ως συμβατική αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 182,92 ευρώ ως αμοιβή υπερεργασίας, το ποσό των 176,55 ευρώ ως αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 73,85 ευρώ ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 73,85 ευρώ ως επίδομα αδείας, το ποσό των 276.91 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα 2019 και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα εννέα και ογδόντα εννέα λεπτών (6.379,89). Ότι στον δεύτερο ενάγοντα οφείλεται εκ της συνολικής συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 4000 ευρώ, το ποσό των 183,74 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, το ποσό των 3.116,26 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 124,47 ευρώ ως αμοιβή υπερεργασίας, το ποσό των 117,64 ευρώ ως αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης το ποσό των 49,23 ευρώ ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 49,23 ευρώ ως επίδομα αδείας, το ποσό των 251,06 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα, το ποσό των 263,87 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και συνολικά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν πενήντα πέντε και πενήντα λεπτών (4.155,50) ευρώ. Ότι στην τρίτη ενάγουσα οφείλεται εκ της συνολικής συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 4500 ευρώ, το ποσό των 3.562,05 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 48,08 ευρώ ως αμοιβή υπερεργασίας, το ποσό των 132,34 ευρώ ως αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 55,38 ευρώ ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 55,38 ευρώ ως επίδομα αδείας, το ποσό των 282,45 ευρώ ως καταβολή αναλογίας επιδόματος Πάσχα έτους 2019, το ποσό των 296,85 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2019 και συνολικά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα δύο και πενήντα τριών λεπτών (4.432,53) ευρώ. Ότι στην τέταρτη ενάγουσα οφείλεται εκ της συνολικής συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 3500 ευρώ, το ποσό των 2.781,94 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, το ποσό των 26,53 ευρώ ως αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 216,23 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2019, το ποσό των 227,26 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και συνολικά το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα ενός και ενενήντα έξι λεπτών (3.251,96) ευρώ. Ότι στον πέμπτο ενάγοντα οφείλεται εκ της συνολικής συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 7600 ευρώ, το ποσό των 5.742,75 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 180,55 ευρώ ως αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 92,12 ευρώ ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 92,12 ευρώ ως επίδομα αδείας, το ποσό των 469,80 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2019 και το ποσό των 493,76 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και συνολικά το ποσό των επτά χιλιάδων εβδομήντα ενός και δέκα λεπτών (7.071,10) ευρώ. Ότι στον έκτο ενάγοντα οφείλεται εκ της συνολικής συμφωνηθείσας αμοιβής ανερχομένης ημερησίως σε ποσό 70 ευρώ, το ποσό των 585,48 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, το ποσό των 4.531,72 ευρώ ως μισθοί υπερημερίας, άλλως ως αξίωση αποζημίωσης απόλυσης, το ποσό των 177,06 ευρώ ως αμοιβή υπερεργασίας, το ποσό των 167,22 ευρώ ως αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 70,00 ευρώ ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 70,00 ευρώ ως επίδομα αδείας, το ποσό των 356,99 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα, το ποσό των 375,20 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών και εξήντα επτά λεπτών (6.333,67) ευρώ. Ότι στον έβδομο ενάγοντα οφείλεται εκ της συνολικής συμφωνηθείσας κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 5.000 ευρώ, το ποσό των 3.778,11 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 223,15 ευρώ ως αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 2019 και το ποσό των 324,85 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και συνολικά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι έξι και δέκα λεπτών (4.326,10) ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται, ζητούν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συντελεσθείσας στις 3-4-2019 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.379,89 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.155,50 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.432,53 ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.251,96 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 7.071,10 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.333,67 ευρώ και στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.326,10 ευρώ, νομιμοτόκως, για άπαντες τους ενάγοντες από την επόμενη της κοινοποίησης προς την εναγομένη της ένδικης αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Επίσης, ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, που σχετικά με το αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τις σωρευόμενες με αυτό αξιώσεις για αποδοχές υπερημερίας, έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, λαμβανομένου αυτού αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1338/1985 ΕΕργΔ 1986.58) και όσον αφορά στην επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, λαμβανομένης αυτής αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1338/1985 ΕΕργΔ 1986.58), καθώς με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 3-4-2019, η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 24-6-2018, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ……/2019 πράξη κατάθεσης δικογράφου και επιδόθηκε στο εναγόμενο την 1η-7-2019 (βλ. τη με αριθμό ……/1-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ……), παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 8, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ.), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015, καθώς η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 25-6-2018- βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 1-1-2016 αγωγές]. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της σύμβασης έργου, εκτίθεται δε στο αγωγικό δικόγραφο ότι οι ενάγοντες υποβάλλονταν σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές επομένως αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση κατά τη διαδικασία αυτή και όχι κατά την τακτική διαδικασία, επειδή δε ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπ’ αριθμ. I μείζονα σκέψη της παρούσας θα κριθεί κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής η φύση της σύμβασης που συνδέει τους διαδίκους. Περαιτέρω η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 10 του νόμου 3863/2010, 174, 180, 281, 330, 341, 345, 346, 648, 653, 655, 656, 672 ΑΚ, όπως η ΑΚ 656 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 61 Ν. 4139/2013, 68, 69 παρ. 1 περ. α’ και 2 εδαφ. α’, 70, 106, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ, 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955 και 6 παρ. 1 2 Ν. 3198/1955, 1 παρ. 2 και 3, 3, 4 και 10 παρ. 1 της Αποφάσεως 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου», 2 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1 και 8 και 4 Α.Ν. 539/1945 «Περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών», 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της εργατικής νομοθεσίας και περί ετέρων τινών διατάξεων». Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπ’ αριθμ. II μείζονα σκέψη της παρούσας στη σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλλεται πρόωρα από τον εργοδότη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος ο εργαζόμενος λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των 297 και 298 Α.Κ.), αλλά μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας χρονικό διάστημα (ΑΠ 509/1996 ΔΕΕ 1997.405), πλην όμως οι ενάγοντες επικαλούνται συμβατικάς προβλεφθείσα αποζημίωση απόλυσης, οπότε εν προκειμένω εφόσον επικαλούνται συμφωνία τους για την καταβολή αποζημίωσης (361 Α.Κ.) το αίτημα αυτό τυγχάνει νόμιμο. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι δεν είναι αναγκαία η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, ενόψει του ότι αυτά δεν υπερβαίνουν κατά ποσό το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3994/2011.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που νόμιμα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), από τις με αριθμό ……/2019 και ……/2019 ένορκες βεβαιώσεις των ……και …….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες προσκομίζονται με επίκληση από την εναγομένη και ελήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη τους (βλ. από 30-10- 2019 κλήση για εξέταση μαρτύρων σε συνδυασμό τις υπ’ αριθμ. ……../30-10-2019, ……../31-10-2019, ……../31-20-2019, ……../31-10-2019, ……../31-10-2019, ……../31-10-2019 και ……../31-10-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……..), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία οποία είναι εταιρεία εκτελέσεως τηλεοπτικών και κινηματογραφικών παραγωγών, προκειμένου να απασχοληθούν ο πρώτος ως ηθοποιός, ο δεύτερος ως κομμωτής, η τρίτη ως γραμματέας λήψεων (σκριπτ), η τέταρτη ως βοηθός σκηνοθέτη, ο πέμπτος ως βοηθός σκηνοθέτη, ο έκτος ως βοηθός ηχολήπτη και ο έβδομος ως βοηθός σκηνογράφου για την παραγωγή της τηλεοπτικής σειράς μυθοπλασίας με τον τίτλο «……..» του …….., διάρκειας έξι (6) επεισοδίων, η οποία επρόκειτο να προβληθεί από την κρατική τηλεόραση για να απασχοληθούν από την πρόσληψη εκάστου που έλαβε χώρα στις 9-3-2019 και στις 13-3-2019 έως τις 20- 6-2019 που ήταν ο κοινός χρόνος λήξης των συμβάσεων απάντων των εναγόντων με σκηνοθέτη τον Γιάννη Διαμαντόπουλο. Τα γυρίσματα της εν λόγω σειράς, έλαβαν χώρα από 13-03-2019 τελικώς έως 02-04-2019 σε διάφορους χώρους (επί της οδού …….. όπως και στην οδό …….., στην Αθήνα). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους στις υπηρεσίες της εναγομένης εταιρείας υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους επί πενθήμερο (Δευτέρα-Παρασκευή), εβδομαδιαίως, απασχόλησης. Επίσης οι ώρες γυρισμάτων της εν λόγω τηλεοπτικής παραγωγής υπερέβαιναν καθημερινώς την οκτάωρη απασχόληση και ήταν οι εξής: 13-3-2019 από 08.00-18.00 (10 ώρες), 14-03-2019 09.00-18.00 (9 ώρες), 15-03-2019 από 08.00-17.30 (8 */2 ώρες), 18-03-2019 11.00-21.00 (10 ώρες), 19-03-2019 από 10.00-20.00 (10 ώρες), 20-03-2019 από 08.00-18.00 (10 ώρες), 21-03-2019 από 10.00 -19.30 (9 >/2 ώρες), 22- 03-2019 από 09.00-18.30 (9 Α ώρες), 26-03-2019 από 14.00 -23.30 (9 */2 ώρες), 27- 03-2019 από 13.00-23.30 (10 ’/2 ώρες), 28-03-2019 από 12.00 -21.30 (9 ιΑ ώρες), 29- 03-2019 από 09.00-18.00 (9 ώρες), 01-04-2019 από 09.00-18.30 (9 */2 ώρες) και 02- 04-2019 από 09.00-18.30 (9 ώρες). Εξάλλου πλην του μάρτυρα απόδειξης και ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε ότι πάντα τα γυρίσματα διαρκούν 10 ώρες. Σύμφωνα με τις αποδεικνυόμενες περιστάσεις και συνθήκες υπό τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες αυτοί ναι μεν συνεργάσθηκαν με τους λοιπούς συντελεστές της παραγωγής για την δημιουργία συγκεκριμένου έργου, πλην όμως έκαστος αυτών συνέβαλε με την εργασία του υπό συνθήκες πλήρους ατομικής και νομικής εξάρτησης, καθόσον παρείχαν την εργασία τους κατά τρόπο αποκλειστικό σε συγκεκριμένο χρόνο, τόπο και πρόγραμμα και όρους που καθόριζε η εναγομένη και πάντοτε υπό τις δεσμευτικές εντολές των εκπροσώπων της. Εξάλλου τόσο οι ίδιοι οι διάδικοι αποδέχονταν την φύση των συμβάσεων αυτών ως εξαρτημένης εργασίας, όπως αποδεικνύεται τόσο από τα προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά όπου αναφέρονται ως συμφωνητικά σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου όσο και από τα έντυπα αναγγελίας πρόσληψής τους και τους όρους ατομικής σύμβασης εργασίας εκάστου μερικής απασχόλησης όπου αναφέρεται η σύμβαση τους ως εργασίας. Εξάλλου η συμφωνία αμοιβής κατ’ αποκοπή, όπως συμφωνήθηκε στην προκειμένη περίπτωση δεν αναιρεί το χαρακτήρα της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας και δεν τη μετατρέπει σε σύμβαση έργου, καθώς υφίσταται εν προκειμένω το στοιχείο της εξάρτησης. Άλλωστε στη διάταξη του άρθρου 648 εδ. β ΑΚ προβλέπεται ότι η σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο μισθός υπολογίζεται κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ’ αποκοπήν αρκεί ο εργαζόμενος να προσλαμβάνεται ή να απασχολείται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο (Ιωάννη Ληξουριώτη, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 385). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παρείχαν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στην εναγόμενη με καθεστώς ελέγχου και οδηγιών εκ μέρους της και η παροχή της εργασίας τους εξαρτάτο από την επιχειρηματική οργάνωση και μέσα της εναγόμενης, ήτοι από τις εγκαταστάσεις, τα τεχνικά μέσα, τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό. Η εναγόμενη νομίμως εκπροσωπούμενη που καθόριζε το ημερήσιο πρόγραμμα εργασίας των εναγόντων (όρντινο). Κατά ταύτα, η εναγομένη ασκούσε εποπτεία και έλεγχο στους ενάγοντες ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας τους και οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν συγκεκριμένες οδηγίες και εντολές. Υπό την έννοια αυτή, υπόκειντο στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης. Περαιτέρω αποδείχθηκε, όπως εξάλλου ομολογεί και ο μάρτυρας ανταπόδειξης ότι οι ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα που διατηρούσαν συνεργασία με την εναγομένη δεν απασχολούνταν παράλληλα σε άλλο εργοδότη και η εργασία τους για την εναγομένη απορροφούσε ολόκληρο τον χρόνο απασχόλησής τους και επομένως τελούσαν σε σχέση αποκλειστικής οικονομικής εξάρτησης από την εναγομένη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν στην ένδικη σύμβαση οι διάδικοι, όπως προκύπτει αφενός μεν από το περιεχόμενό τους, ερμηνευόμενο όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφετέρου δε από τον τρόπο που εκτελέστηκαν και ύστερα από τη συνολική εκτίμηση όλων των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, φέρουν αυτές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τον χαρακτήρα της (ενιαίας) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, καθώς οι τελευταίοι υποβάλλονταν σε νομική ή προσωπική εξάρτηση από την εναγόμενη, εκδηλούμενη με το δικαίωμα της τελευταίας να ασκεί έλεγχο επ’ αυτών και επιπλέον ως προς τον ειδικότερο τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, παρέχοντας δεσμευτικές εντολές και οδηγίες σε αυτούς (ενάγοντες). Ουδόλως δε αυτές φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεων έργου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενώ οι συμφωνηθείσες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων με την εναγομένη έληγαν στις 20-6-2019, στις 3-4-2019 η εναγόμενη ανακοίνωσε προφορικά στους ενάγοντες ότι σταματούν τα γυρίσματα και ότι δεν αποδέχεται εφεξής την εργασία τους, έως την αποκατάσταση της ταμειακής της ρευστότητας και της εύρεσης πόρων χρηματοδότησής της. Η παύση των γυρισμάτων συνομολογείται από την εναγομένη ότι έλαβε χώρα την 3-4-2019, η οποία περαιτέρω επικαλείται ότι εν μέσω των γυρισμάτων ανέκυψε ο αστάθμητος παράγων της καθυστέρησης υπογραφής σύμβασης με την «……..», γεγονός που τους προκάλεσε ταμειακή δυσχέρεια. Ο ανωτέρω λόγος ωστόσο και με δεδομένο ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με την εναγομένη ήταν εργασίας ορισμένου χρόνου κρίνεται ότι δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, καθώς σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπ’ αριθμ. II μείζονα σκέψη της παρούσας δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο ενέργειες ή μέτρα που ανάγονται στη σφαίρα της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη και στους συνήθεις οικονομικούς υπολογισμούς του, όπως εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την απασχόληση ή διάφορες επιχειρηματικές αποφάσεις που λαμβάνει ο εργοδότης και έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση των εργαζομένων (ΑΠ 2100/2014 ΔΕΝ 71.542). Επίσης μόνη η μεταβολή των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, άρα και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησης του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικά αρμοδιότητας. Συνεπώς εφόσον οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων καταγγέλθηκαν πρόωρα από την εναγομένη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος η καταγγελία που έλαβε χώρα εκ μέρους της εναγομένης, χωρίς να εξυπηρετεί το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησης της εναγομένης, και επομένως είναι καταχρηστική (ΑΚ 281), υπερβαίνοντας τα νόμιμα όρια του δικαιώματος της καταγγελίας, και επομένως είναι άκυρη (ΑΚ 174, 180). Επομένως οι ενάγοντες εργαζόμενοι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας χρονικό διάστημα (ΑΠ 509/1996 ΔΕΕ 1997.405,1. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 5η έκδοση σελ. 754, 755 και άρθρ. 349, 350, 656 εδαφ. α’ ΑΚ). Περαιτέρω η εναγομένη προβάλλει επικουρικώς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ισχυριζόμενη ότι είχε αποδεσμεύσει τους συνεργάτες της ήδη από τα μέσα Απριλίου 2019 κρίνοντας ότι τα μέλη του συνεργείου μπορούσαν να αναζητήσουν εργασία ελεύθερα μέχρι την αποκατάσταση της χρηματοδότησης της τηλεοπτικής σειράς. Ότι η αναζήτηση από τους εναγομένους αμοιβής πέραν της 30ης Απριλίου 2019 αντιβαίνει προς την καλή πίστη, τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο η εναγομένη επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθόσον αποτελεί την επιχειρηματολογία με την οποία πλήττεται η ιστορική βάση της αγωγής, διότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει εφαρμογή, στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός προβαίνει στην επιδίωξη της παρεχόμενης από τον νόμο προστασίας, για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του (βλ. σχετ. ΑΠ 1799/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001.1013, ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 1995.340, ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 1991.77, ΕφΔωδ 214/2006 ΤΝΠ Νόμος) και περαιτέρω με τους ανωτέρω ισχυρισμούς δεν καταδεικνύεται μακροχρόνια αδράνεια και αφετέρου δεν εκτίθενται πρόσθετες συνθήκες και περιστάσεις, ώστε να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε στην εναγομένη η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν οι ενάγοντες το σχετικό δικαίωμα τους, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκηση της υπό κρίση αγωγής να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις γι’ αυτήν και συνακόλουθα η επιδίωξη της ένδικης αξίωσης να θεωρηθεί ως αντίθετη στις επιταγές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικοκοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Εξάλλου οι ενάγοντες πλην του έκτου ενάγοντος απευθύνθηκαν προς διευθέτηση της προαναφερθείσας διαφοράς στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας-τμήμα …….. τομέα Αθηνών, με σχετική Προσφυγή της στις 5-9-2019 και επί της ανωτέρω Προσφυγής της, εκδόθηκε το με αρ. ……../2019 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατάβαλε στους ενάγοντες ούτε τις συμβατικές αποδοχές τους και επομένως οφείλει σε καθέναν τα κατωτέρω. Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 13-3-2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως ηθοποιός, ήτοι ως καλλιτέχνης που υποδύεται ένα πρόσωπο θεατρικού, κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού έργου με συμφωνηθείσα αμοιβή κατ’ αποκοπή ποσού 6.000 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές του ανάγονται στο ποσό των 1.846,15 μηνιαίως (6000:3,25). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 13-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλεται στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.250,61 ευρώ (21/31 X 1.846,15). Από το ποσό αυτό έχει καταβληθεί από την εναγομένη το ποσό των 800 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και επομένως του οφείλεται ως ανεξόφλητο υπόλοιπο το ποσό των 450,61 ευρώ. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στον πρώτο ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 20-6-2019 το ποσό των 4.749,39 ευρώ (6000- 1250,61 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επίσης σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς που προαναφέρθηκε ο πρώτος ενάγων, πραγματοποίησε συνολικώς 13,5 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, μετά τη συμπλήρωση οκτώ ωρών ημερήσιας εργασίας και ως τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερησίως, καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και για την αιτία αυτή πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 179,50 ευρώ [(11,08 ωρομίσθιο, βάσει των μηνιαίων αποδοχών (ήτοι 1846,15:25X6:40) και όχι 11,54 που αναφέρει ο πρώτος ενάγων)+ προσαύξηση 20% εκ ποσού 2,21=) 13,30 ευρώ X 13,5 ώρες. Επιπροσθέτως κατά τις ημέρες των γυρισμάτων, σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς, ο πρώτος ενάγων πραγματοποίησε συνολικώς 8,5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (μετά τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερήσιας εργασίας, καθ' υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης) και επομένως του οφείλεται από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 169,83 ευρώ [(11,08 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% εκ ποσού 8,90=) 19,98 ευρώ X 8,5 ώρες]. Περαιτέρω στον πρώτο ενάγοντα οφείλεται το ποσό των 73,85 ευρώ ως αποδοχές αδείας και το ποσό των 73,85 ευρώ ως επίδομα αδείας, το οποίο δεν του χορήγησε η εναγομένη. Επίσης στον πρώτο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα ποσό 161,21 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2-4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15X % μισθού ποσού 1846,15 ευρώ)] και όχι 61,53 που αναφέρει ο ενάγων και για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 30-4-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό 215,38 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X % μισθού ποσού 1846,15 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά του οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα το ποσό των (161,21+215,38) 376,59 ευρώ, ωστόσο θα του επιδικασθεί το έλασσον ποσό των 276,91 ευρώ που αιτείται (106 ΚΠολΔ). Τέλος στον πρώτο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20-6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 395,81 ευρώ [ (51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 1.846,15=). Επομένως στον πρώτο ενάγοντα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (6.369,75) ευρώ [450,61 + 4.749,39 + 179,50 ευρώ+ 169,83 + 73,85 + 73,85 + 276.91 + 395,81 =]. Περαιτέρω ο δεύτερος ενάγων προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 13-3-2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως κομμωτής επιμελούμενος τις κομμώσεις των ηθοποιών με συμφωνηθείσα αμοιβή κατ’ αποκοπή ποσού 4.000 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές του ανάγονται στο ποσό των 1230,77 μηνιαίως (4000:3,25). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 13-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλεται στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 883,74 ευρώ (21/31 X 1230,77). Από το ποσό αυτό έχει καταβληθεί από την εναγομένη το ποσό των 700 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα και επομένως του οφείλεται το ποσό των 183,74 ευρώ. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στον δεύτερο ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 20-6-2019 το ποσό των 3.116,26 ευρώ (4000-883,74 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επίσης σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς ο δεύτερος ενάγων, πραγματοποίησε συνολικώς 13,5 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, μετά τη συμπλήρωση οκτώ ωρών ημερήσιας εργασίας και ως τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερησίως, καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και για την αιτία αυτή πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 119,61 ευρώ [(7,38 ωρομίσθιο, βάσει των μηνιαίων αποδοχών (ήτοι 1230,77:25X6:40) και όχι 7,69 που αναφέρει ο δεύτερος ενάγων)+ προσαύξηση 20%=) 8,86 ευρώ X 13,5 ώρες]. Επιπροσθέτως κατά τις ημέρες των γυρισμάτων, πραγματοποίησε συνολικώς 8,5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (μετά τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερήσιας εργασίας, καθ' υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης) και επομένως του οφείλεται από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 112,88 ευρώ [(7,38 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80%) 13,28 ευρώ X 8,5 ώρες]. Περαιτέρω στον δεύτερο ενάγοντα οφείλεται το ποσό των 49,23 ευρώ ως αποδοχές αδείας και το ποσό των 49,23 ευρώ ως επίδομα αδείας, το οποίο δεν του χορήγησε η εναγομένη. Επίσης στον δεύτερο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα ποσό 107,48 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2-4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15 X % μισθού ποσού 1230,77 ευρώ)] και για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 30-4- 2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 143,58 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X % μισθού ποσού 1230,77 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά του οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα το ποσό των (107,48+251,06) 251,06 ευρώ. Τέλος στον δεύτερο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20-6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 263,87 ευρώ [(51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 1.230,77=). Επομένως στον δεύτερο ενάγοντα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν σαράντα πέντε και ογδόντα οκτώ λεπτών (4.145,88) ευρώ [(183,74 + 3.116,26 + 119,61 + 112,88 + 49,23 + 49,23 + 251,06 + 263,87 =)]. Επίσης η τρίτη ενάγουσα προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 13-3-2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως γραμματέας λήψεων (σκριπτ), η οποία ήταν υπεύθυνη για την κινηματογραφική συνέπεια μεταξύ χώρου, χρόνου, αντικειμένων, θέσεων και κινήσεων προσώπων, αντικειμένων και μηχανής λήψης ανάμεσα στα πλάνα των σκηνών του σεναρίου για το χειρισμό της κλακέτας και του χρονομέτρου ως και τη σύνταξη του δελτίου λήψης και του ημερολογίου γυρίσματος με συμφωνηθείσα αμοιβή κατ’ αποκοπή ποσού 4.500 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές της ανάγονταν στο ποσό των 1384,60 μηνιαίως (4.500:3,25). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 13-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλεται στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 937,95 ευρώ (21/31 X 1384,60). Το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί από την εναγομένη και επομένως δεν της οφείλεται ποσό δεδουλευμένων αποδοχών. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στην τρίτη ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 20-6-2019 ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 3.562,05 ευρώ (4.500-937,95 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επίσης σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς η τρίτη ενάγουσα, πραγματοποίησε συνολικώς 13,5 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, μετά τη συμπλήρωση οκτώ ωρών ημερήσιας εργασίας και ως τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερησίως, καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγόμενη (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και για την αιτία αυτή πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 134,59 ευρώ [(8,31 ωρομίσθιο, βάσει των μηνιαίων αποδοχών (ήτοι 1384,60:25X6:40) και όχι 8,65 που αναφέρει η τρίτη ενάγουσα)+ προσαύξηση 20%=) 9,97 ευρώ X 13,5 ώρες]. Έναντι του ποσού αυτού όπως συνομολογεί η τρίτη ενάγουσα η εναγομένη της έχει καταβάλει το ποσό των 92,05 ευρώ και επομένως της οφείλεται το ποσό των 42,54 ευρώ. Επιπροσθέτως κατά τις ημέρες των γυρισμάτων, σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς, η τρίτη ενάγουσα πραγματοποίησε συνολικώς 8,5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (μετά τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερήσιας εργασίας, καθ' υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης) και επομένως της οφείλεται από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 127,16 ευρώ [(8,31 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80%) 14,96 ευρώ X 8,5 ώρες]. Περαιτέρω στην τρίτη ενάγουσα οφείλεται το ποσό των 55,38 ευρώ ως αποδοχές αδείας και το ποσό των 55,38 ευρώ ως επίδομα αδείας, το οποίο δεν της χορήγησε η εναγομένη. Επίσης στην τρίτη ενάγουσα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα ποσό 120,92 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2-4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15 X % μισθού ποσού 1384,60 ευρώ)] και για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 30-4-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 161,53 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X */2 μισθού ποσού 1384,60 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά της οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα 2019 το ποσό των (120,92+161,53) 282,45 ευρώ. Τέλος στην τρίτη ενάγουσα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20- 6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 296,85 ευρώ [(51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 1.384,60=). Επομένως στην τρίτη ενάγουσα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.421,81) [(3.562,05 + 42,54 + 127,16 + 55,38 + 282,45 + 296,85 =)]. Επιπροσθέτως η τέταρτη ενάγουσα προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 13-3-2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως βοηθός σκηνοθέτη, η οποία συνεργάζεται με το σκηνοθέτη στην τελική επεξεργασία του σεναρίου, στο χωρισμό των σκηνών σε πλάνα, στην επιλογή των ηθοποιών και κομπάρσων, στις πρόβες με τους ηθοποιούς με συμφωνηθείσα αμοιβή κατ’ αποκοπή ποσού 3.500 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές της ανάγονταν στο ποσό των 1060 μηνιαίως (3.500:3,25). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 13-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλεται στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 718,06 ευρώ (21/31 X 1060). Το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί από την εναγομένη και επομένως δεν της οφείλεται ποσό δεδουλευμένων αποδοχών. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στην τέταρτη ενάγουσα ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4- 2019 έως 20-6-2019 το ποσό των 2.781,94 ευρώ (3.500-718,06 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επίσης σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς η τέταρτη ενάγουσα, πραγματοποίησε συνολικώς 13,5 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, μετά τη συμπλήρωση οκτώ ωρών ημερήσιας εργασίας και ως τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερησίως, καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και για την αιτία αυτή πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 103 ευρώ [(6,36 ωρομίσθιο, βάσει των μηνιαίων αποδοχών (ήτοι 1060:25X6:40) και όχι 6,62 που αναφέρει η τέταρτη ενάγουσα)+ προσαύξηση 20%=) 7,63 ευρώ X 13,5 ώρες]. Το ποσό αυτό της έχει εξοφληθεί από την εναγομένη, όπως συνομολογεί η τέταρτη ενάγουσα. Επιπροσθέτως κατά τις ημέρες των γυρισμάτων, σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς, η τέταρτη ενάγουσα πραγματοποίησε συνολικώς 8,5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (μετά τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερήσιας εργασίας, καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης) και επομένως της οφείλεται από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 97,32 ευρώ [(6,36 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80%) 11,45 ευρώ X 8,5 ώρες]. Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη της έχει εξοφλήσει το ποσό των 74,75 και επομένως της οφείλεται το ποσό των 22,57 ευρώ. Επίσης στην τέταρτη ενάγουσα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2019 ποσό 92,57 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2-4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15 X Ϊ6 μισθού ποσού 1060 ευρώ)] και για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 30-4-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 123,66 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X
μισθού ποσού 1060 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά της οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα 2019 το ποσό των 216,23 ευρώ. Τέλος στην τέταρτη ενάγουσα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20-6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 227,26 ευρώ [(51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 1.060=). Επομένως στην τέταρτη ενάγουσα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων σαράντα οκτώ (3.248) [(2.781,94 4- 22,57 + 216,23 + 227,26 =)]. Περαιτέρω ο πέμπτος ενάγων προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 9-3- 2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως βοηθός σκηνοθέτη, ο οποίος συνεργάζεται με το σκηνοθέτη στην τελική επεξεργασία του σεναρίου, στο χωρισμό των σκηνών σε πλάνα, στην επιλογή των ηθοποιών και κομπάρσων, στις πρόβες με τους ηθοποιούς με συμφωνηθείσα αμοιβή κατ’ αποκοπή ποσού 7.600 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές του ανάγονταν στο ποσό των 2303 ευρώ (7.600:3,3). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 9-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλεται στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.857,25 ευρώ (21/31 X 2303). Το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί από την εναγομένη και επομένως δεν του οφείλεται ποσό δεδουλευμένων αποδοχών. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στον πέμπτο ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 20-6- 2019 το ποσό των 5.742,75 ευρώ (7.600-1857,25 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επιπροσθέτως κατά τις ημέρες των γυρισμάτων, σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς, ο πέμπτος ενάγων πραγματοποίησε συνολικώς 8,5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (μετά τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερήσιας εργασίας, καθ' υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης) και επομένως του οφείλεται από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 211,48 ευρώ [(13,82 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80%) 24,88 ευρώ X 8,5 ώρες]. Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη του έχει εξοφλήσει το ποσό των 39,61 και επομένως του οφείλεται το ποσό των 171,87 ευρώ. Περαιτέρω στον πέμπτο ενάγοντα οφείλεται το ποσό των 92,12 ευρώ ως αποδοχές αδείας και το ποσό των 92.12 ευρώ ως επίδομα αδείας, το οποίο δεν του χορήγησε η εναγομένη. Επίσης στον πέμπτο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2019 ποσό 201.12 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2-4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15 X % μισθού ποσού 2303 ευρώ)] και για το χρονικό διάστημα από 3-4- 2019 έως 30-4-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 268,68 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X % μισθού ποσού 2303 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά του οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα 2019 το ποσό των 469,80 ευρώ. Τέλος στον πέμπτο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20-6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 493,76 ευρώ [(51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 2303=). Επομένως στον πέμπτο ενάγοντα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εξήντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (7.062,42) [(5.742,75+ 171,87 + 92,12 + 92,12 + 469,80 + 493,76 =)] για τις ανωτέρω αιτίες. Επίσης ο έκτος ενάγων προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 13- 3-2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως βοηθός ηχολήπτη (μπούμαν), ο οποίος επικουρεί τον ηχολήπτη στο έργο του με συμφωνηθέν ημερομίσθιο ποσού 70 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές του ανάγονταν στο ποσό των 1750 ευρώ (25X70). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 13-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλεται στον έκτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.185,48 ευρώ (21/31 X 1750). Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη του έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 600 ευρώ και παραμένει ανεξόφλητο το ποσό των 585,48 ευρώ. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στον έκτο ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 20-6-2019 το ποσό των 4.531,72 ευρώ (5717,20-1185,48 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επίσης σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς ο έκτος ενάγων, πραγματοποίησε συνολικώς 13,5 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, μετά τη συμπλήρωση οκτώ ωρών ημερήσιας εργασίας και ως τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερησίως, καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και για την αιτία αυτή πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 170,10 ευρώ [(10,50 ωρομίσθιο, βάσει των μηνιαίων αποδοχών (ήτοι 1750:25X6:40) και όχι 10,93 που αναφέρει ο έκτος ενάγων)+ προσαύξηση 20%=) 12,60 ευρώ X 13,5 ώρες]. Επιπροσθέτως κατά τις ημέρες των γυρισμάτων, σύμφωνα με το «ημερήσιο πρόγραμμα» της σειράς, ο έκτος ενάγων πραγματοποίησε συνολικώς 8,5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (μετά τη συμπλήρωση εννέα ωρών ημερήσιας εργασίας, καθ' υπέρβαση του συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ ωρών απασχόλησης) και επομένως του οφείλεται από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 160,65 ευρώ [(10,50 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80%) 18,90 ευρώ X 8,5 ώρες]. Περαιτέρω στον έκτο ενάγοντα οφείλεται το ποσό των 70 ευρώ ως αποδοχές αδείας και το ποσό των 70 ευρώ ως επίδομα αδείας, το οποίο δεν του χορήγησε η εναγομένη. Επίσης στον έκτο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2019 ποσό 152,83 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2-4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15 X % μισθού ποσού 1750 ευρώ)] και για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 30-4-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 204,16 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X % μισθού ποσού 1750 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά του οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα 2019 το ποσό των 356,99 ευρώ. Τέλος στον έκτο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20-6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 375,20 ευρώ [(51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 1750=). Επομένως στον έκτο ενάγοντα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (6.320,14) [(585,48 + 4.531,72 4- 170,10 + 160,65 + 70,00+ 70,00 + 356,99+ 375,20 =)] για τις ανωτέρω αιτίες. Τέλος ο έβδομος ενάγων προσελήφθη για το χρονικό διάστημα 9-3- 2019 έως 20-6-2019 προκειμένου να απασχοληθεί ως βοηθός σκηνογράφου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη σωστή κατασκευή των σκηνικών, σύμφωνα με τα σχέδια (μακέτες), τις οδηγίες και το πνεύμα του σκηνογράφου με συμφωνηθείσα κατ’ αποκοπή αμοιβή ποσού 5.000 ευρώ, άρα οι μηνιαίες αποδοχές του ανάγονταν στο ποσό των 1515,55 ευρώ (5000:3,3). Κατά τις ημέρες των γυρισμάτων από 13-3-2019 ως 2-4-2019 ως δεδουλευμένες αποδοχές οφείλονταν στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.221,89 ευρώ (21/31 X 1.515,55). Το ποσό αυτό η εναγομένη το έχει εξοφλήσει στον έβδομο ενάγοντα. Περαιτέρω λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφείλεται από την εναγομένη στον έβδομο ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 20-6- 2019 το ποσό των 3.778,11 ευρώ (5.000-1.221,89 ευρώ που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές). Επίσης στον έβδομο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει για αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2019 ποσό 132,32 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 έως 2- 4-2019 [(21 ημέρες:8=) 2,62 X (1/15 X % μισθού ποσού 1515,15 ευρώ)] από το οποίο η εναγομένη του έχει εξοφλήσει το ποσό των 85,93 ευρώ και ως εκ τούτου του οφείλεται ποσό 43,39 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως 30-4-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 176,76 ευρώ [(28 ημέρες:8=) 3,5 X (1/15 X % μισθού ποσού 1515,15 ευρώ)] ως αναλογία δώρου Πάσχα και επομένως συνολικά του οφείλεται ως αναλογία δώρου Πάσχα 2019 το ποσό των 223,15 ευρώ. Τέλος στον έβδομο ενάγοντα η εναγομένη οφείλει ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως 20-6-2019 που κατέστη υπερήμερη το ποσό των 324,84 ευρώ [(51 ημέρες : 19=) 2,68 X 2/25 X 1515,15=). Επομένως στον έβδομο ενάγοντα η εναγομένη συνολικά οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι έξι και δέκα λεπτών (4.326,10) [(3.778,11 + 223,15 + 324,85 =)] για τις ανωτέρω αιτίες. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3-4-2019 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει 1) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (6.369,75) ευρώ, 2) στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν σαράντα πέντε και ογδόντα οκτώ λεπτών (4.145,88) ευρώ, 3) στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.421,81), 4) στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ (3.248), 5) στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εξήντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (7.062,42), 6) στον έκτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (6.320,14) και 7) στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι έξι ευρώ και δέκα λεπτών (4.326,10), άπαντα με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της κοινοποίησης της ένδικης αγωγής και έως την εξόφληση. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη περί επιδίκασης αποδοχών πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας τους αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς τους. Η εναγομένη, που ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος τους ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 3-4-2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (6.369,756) ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν σαράντα πέντε και ογδόντα οκτώ λεπτών (4.145,886) ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.421,816), στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ (3.2486), στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εξήντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (7.062,426), στον έκτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (6.320,146) και στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι έξι ευρώ και δέκα λεπτών (4.326,106), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς τις αμέσως παραπάνω καταψηφιστικές
διατάξεις προσωρινά εκτελεστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450€) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»

 

Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μην χάνεται την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News