Δικηγορικό Γραφείο

Αθώοι οι κατηγορούμενοι για το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω κατ΄ αρ. 386 ΠΚ

«Ακόμη και αν κανείς καθ’ υπέρβαση του αποδεικτικού υλικού κρίνει ότι κάποια από τα αποδεικτικά στοιχεία και κάποιοι των ισχυρισμών που οι κατηγορούμενοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν αντίστοιχα στα πολιτικά δικαστήρια ήταν ψευδή και πάλι δεν θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι δικαστές οδηγήθηκαν στην εκφορά της συγκεκριμένης κατά τα άνω κρίσης τους, σε όσες περιπτώσεις αυτή δικαιώνει τους ίδιους, με βάση αυτά και μόνο τα στοιχεία, αφού οι σχετικές αποφάσεις συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όπως από την απλή ανάγνωσή τους προκύπτει πλήθος αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη, όπως και προς ενίσχυση της κρίσης του παρόντος δικαστηρίου… Άλλωστε και σύμφωνα πάντα με τα νομολογιακά δεδομένα, συνδυαζόμενα με τα προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και στην υποθετική προβολή αναληθών αγωγικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων με την αποδοχή τους από το δικαστήριο και πάλι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίο καθώς ο εγκαλών όπως και συνομολογεί είχε τη δυνατότητα απόκρουσης αυτών με τους αντίθετους αληθείς ισχυρισμούς του, αφού η διάγνωση της αλήθειας από τα πολιτικά δικαστήρια και με την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων που σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 340 Κ.Πολ.Δ ισχύει, ανήκει στον κύκλο του δικαστικού έργου, και συνεπώς η αναγωγή ενός ψεύδους καταγραφέντος στο αστικό δικαστήριο, δεν είναι νοητό να θεμελιώσει αυτόματα το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω. Αν αυτό ήθελε γίνει δεκτό, τότε η εκδίκαση των αστικών υποθέσεων θα έπρεπε να ανατεθεί εξ’ αρχής στα ποινικά δικαστήρια..»