Δικηγορικό Γραφείο

Περίληψη: Ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης υπέστη εγκεφαλικό, και έχει έτσι καταστεί ανίκανος προς δικαιοπραξία. Πραγματογνωμοσύνη που βεβαιώνει τα παραπάνω. – Επίδοση πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης σε εσφαλμένη διεύθυνση. – Εκπρόθεσμη έφεση λόγω ανωτέρας βίας. – Εμφάνιση συνηγόρου που ως άγγελος δήλωσε τα παραπάνω και αιτήθηκε την αναστολή δίκης κατ’ άρ. 80 ΚΠΔ. – Απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης, και όχι ως ανυποστήρικτης, παρά το ότι το κατ’ έφεση δικάσαν δικαστήριο, αναγνώρισε την δήλωση του συνηγόρου σχετικά με την κατάσταση των πνευματικών λειτουργιών του κατηγορουμένου. – Αναίρεση ασκηθείσα δυνάμει πληρεξουσιότητας που ελήφθη από την προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια του αναιρεσείοντος. – Απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, αφού ο κατηγορούμενος στερήθηκε υπερασπιστικά του δικαιώματα. – Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συντρέχει σε όλες τις αποφάσεις, ακόμα και τις παρεμπίπτουσες. Σε τι συνίσταται. – Το Δικαστήριο δεν εξέτασε το αίτημα του άρ. 80 ΚΠΔ, ούτε αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του. – Δέχεται αναίρεση. Παραπέμπει.

Διατάξεις: άρ. 80, 171 παρ. 1 περ. γ’ και δ', 510 παρ.1 Α, Δ, Η, 519, 473 παρ. 1, 489, ΚΠΔ

Την αίτηση αναιρέσεως, υποστήριξε η ιδρύτρια και επικεφαλής του γραφείου μας Ασημίνα Καούνη, ενώ στην επιστημονική επιμέλεια, εμβάθυνση και έρευνα κατά την σύνταξή της, συνέβαλαν καίρια οι συνεργάτιδες του γραφείου μας, Νάντια Μπιθέλη και Άλκηστις Αγραφιώτη.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απόφασης.

 

 

************

 

Αριθμός 964/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτρια Γεώργα (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 125/2818 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου – Ευαγγέλου  – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά ,του στις 8 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ……… ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, που παραστάθηκε δια της προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριάς του, ……… ……… του ………, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασημίνα Καούνη, για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 1799/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους πού αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2018 και με αριθμό 9/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/18.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του — δια της προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας – αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 9/19.3.2018 έκθεση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1799/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, το οποίο δικάζον κατ' έφεση απέρριψε (ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος) ως απαράδεκτη την έφεση του κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ 478/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκε παραδεκτώς (από την προσωρινή δικαστική συμπαραστάτη του αναιρεσείοντος, έχοντας τη δυνατότητα αυτή δυνάμει της υπ` αριθμ. 1017/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και εμπροθέσμως δι' εκθέσεως εντός 10 ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (επίδοση αυτής 7-3-2018, ως προκύπτει από το 7-3-2018 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς) και άσκηση της αναίρεσης στις 19.03.2018, ημέρα Δευτέρα.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. γ’ και δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, καθώς και η μη τήρηση των διατάξεων όσον αφορά στην εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Εξ άλλου, στο άρθρο 80 παρ. 1, 2 και 5 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: 1. Όταν ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, το δικαστήριο, αν δεν πρόκειται να εκδώσει αθωωτική απόφαση, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας....... 2. Για τη βεβαίωση της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου διατάσσεται προηγουμένως πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 200). 5. Η εξακολούθηση της διαδικασίας, αν παύσουν να υπάρχουν οι λόγοι της αναστολής, διατάσσεται από το δικαστήριο ή τον ανακριτή, σύμφωνα με τις διακρίσεις των παρ. 1 και 3. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν κατά το στάδιο της ποινικής διαδικασίας το δικάζον δικαστήριο, μετά από διενέργεια σχετικής πραγματογνωμοσύνης, πειστεί ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του, ώστε να μην αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν στη δίκη και να μην μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ερευνά την υπόθεση μέχρι το σημείο που απαιτείται, για να διακριβώσει αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη ή αν συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού της πράξης ή άλλος νόμιμος λόγος αθώωσης, οπότε εκδίδει αθωωτική απόφαση. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δεν καταλήγει σε αθωωτική απόφαση, το δικαστήριο διατάσσει υποχρεωτικά την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, της οποίας μπορεί να διαταχθεί η εξακολούθηση (από το ίδιο δικαστήριο) μόνο εάν, μετά από διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, διαπιστωθεί ότι έχουν παύσει οι λόγοι της αναστολής. Διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών του κατηγορουμένου υφίσταται, όχι μόνο επί ψυχικής παθήσεως, αλλά και επί άλλης ασθενείας εξ αιτίας της οποίας αυτός δεν έχει την πνευματική ή σωματική ικανότητα να παρακολουθήσει και να κατανοήσει την εναντίον αυτού διαδικασία, νοουμένου ότι ως δικαίωμα παρουσίας του κατηγορουμένου στη δίκη νοείται η πραγματική νοητική του παρουσία, μη πλήρη πνευματική διαύγεια, ούτως ώστε να δύναται να μετάσχει αποτελεσματικά στη διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξουσίου συνηγόρου.

Εξ άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική μια την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η υποχρέωση αιτιολόγησης των ποινικών αποφάσεων εκτείνεται και στην πλήρη αιτιολόγηση των παρεμπιπτουσών αποφάσεων, όπως είναι και αυτές με τις οποίες απορρίπτεται αίτημα για εφαρμογή του άρθρου 80 ΚΠΔ, η οποία (παρεμπίπτουσα απόφαση) πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ώστε να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.

Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1799/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και των εγγράφων της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 4.12.2017, οπότε εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εμφανίσθηκε στη δίκη ο δικηγόρος Αθηνών Ελευθέριος Κιούκης, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι:

«ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να υπογράψει πληρεξούσιο για να τον εκπροσωπήσει διότι έχει πάθει εγκεφαλικό, ως εκ τούτου έχει παύσει η δικαιοπρακτική του ικανότητα και για το λόγο αυτό ζητά να εφαρμοστεί με διασταλτική ερμηνεία το άρθρο 80 του ΚΠΔ........».

Το Δικαστήριο χωρίς να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με την εξής αιτιολογία:

«Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, όπως είναι και η έφεση κατ' αποφάσεων (άρθρο 489 του ΚΠοινΔ), είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης και αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες, και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Επίσης, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, όταν ο δικαιούμενος από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπροθέσμως. Στην ειδική όμως αυτή περίπτωση, ο ασκών εκπροθέσμως το ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπροθέσμως το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Μάλιστα, σε περίπτωση που ο ασκών το ένδικο μέσο δεν διαλαμβάνει τέτοια περιστατικά ή εάν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του (βλ. ΑΠ 1250/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 291/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 655/2007 ΠοινΧρ 2008 149, ΑΠ 498/2005 ΠοινΛογ 2005 454). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, προς εκείνες των άρθρων 155 παρ. 1 και 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 155 του ΚΠοινΔ, συνεπάγεται την ακυρότητα της επιδόσεως προκύπτει ότι προϋπόθεση της εκπρόθεσμης ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, κατά της. αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, είναι η έγκυρη επίδοση αυτής, γιατί αλλιώς, στην περίπτωση δηλαδή που η επίδοση είναι άκυρη, δεν αρχίζει η προθεσμία που ορίζει ο νόμος και η έφεση ασκείται εμπροθέσμως, η προϋπόθεση δε αυτή είναι διαδικαστική και εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, προκειμένου να κριθεί τα εμπρόθεσμο ή μη της εφέσεως. Όμως, πρέπει να σημειωθεί, ότι στην ως άνω έννοια της ανώτερης βίας, δηλαδή του σχετικού λόγου για τον οποίο ο εκκαλών επικαλείται ότι παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος αυτής, γιατί στην τελευταία περίπτωση ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας δικαιολογούντα το εκπρόθεσμο της άσκησης της εφέσεώς του (βλ. ΑΠ 668/2011 ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προκύπτει άτι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής αφού αναζητήθηκε στη διεύθυνση ……… αρ. ……… στον Πειραιά και βρέθηκε άγνωστος, στις 22-3-2016, ενώ η έφεση κατ’ αυτής ασκήθηκε στις 28-6-2016, δηλαδή εκτός της προβλεπομένης από την διάταξη τον άρθρου 473 παρ.1. εδ. β' ΚΠΔ τριακονθήμερης προθεσμίας. Να σημειωθεί ότι, ο εμφανισθείς δικηγόρος, δεν νομιμοποιήθηκε ως πληρεξούσιος του εκκαλούντος ώστε να τον εκπροσωπήσει αφού δεν προσκόμισε εξουσιοδότηση από τον τελευταίο, ο οποίος, για λόγους υγείας δεν μπορεί να του την παράσχει. Επομένως, πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και να καταδικασθεί ο εκκαλών στη δικαστική δαπάνη.»

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς) δεν διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία είναι ελλιπής, αλλά και αντιφατική, αφού ενώ αποδέχθηκε την αδυναμία του ήδη αναιρεσείοντος να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, παρά ταύτα, αν και διέγνωσε ότι δεν θα προβεί σε αθώωση, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως απορρίπτοντας την ένδικη έφεση, ενώ εξ άλλου, παραβίασε υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, αφού δεν αποφάνθηκε για το υποβληθέν αίτημα να ανασταλεί η διαδικασία κατ’ άρθρο 80 ΚΠΔ. Έτσι, όμως έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 γ και δ ΚΠΔ, καθόσον το δικαστήριο όφειλε αυτεπαγγέλτως να ελέγξει το ζήτημα αυτό και να διατάξει ψυχική πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση των πνευματικών λειτουργιών του κατηγορουμένου, ώστε να του εξασφαλίσει δίκαιη δίκη.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Α’, Δ’, και Η’ ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1799/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που Θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, Εκτός από εκείνους, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2018.

 

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ