Δικηγορικό Γραφείο

Περίληψη: Πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από το Δικαστήριο ή τον Ανακριτή, είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς. Η αναφορά του χρόνου τελέσεως είναι αναγκαία, όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί, διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη, έστω και έμμεσα, αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης και γίνεται ασαφής μνεία του χρόνου τελέσεως που επιδρά στην παραγραφή.

Διατάξεις: άρ.155 παρ. 1, 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ'Ν. 2960/2001 «περί Εθνικού Τελωνειακού Κωδικός» – 216 ΠΚ – Ν. 1244/72

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης.

 

************

 

 

Αριθμός 685/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λάκκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πίττα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Καούνη, για αναίρεση της 758/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 955/2007.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη.

Επίσης, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η αναφορά του χρόνου είναι αναγκαία, όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 12 (δώδεκα) μηνών για το αδίκημα της λαθρεμπορίας με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, εκ της οποίας οι δασμοί και οι φόροι και άλλα δικαιώματα που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, σε ποινή φυλάκισης 12 (δώδεκα) μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση και σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή 1.000 (χιλίων) ευρώ για παράβαση του Ν. 1244/72 και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς τέσσερα και σαράντα λεπτά (4,40) ευρώ για κάθε μέρα φυλάκισης και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ.

Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά «αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία».

Από τα πρακτικά όμως της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, πλην άλλων, έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο άνω έκθεση είναι η από ...... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στη ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επίσης, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι, το μεν αδίκημα της (πλημμεληματικής) πλαστογραφίας, τελέστηκε «σε χρόνο πριν από την 4-9-2001 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς», το δε αδίκημα της παράβασης των άρθρων 1 παρ. 4 και 2 παρ. 4 του ν. 1244/1972 τελέστηκε «πριν αλλά και στις 4-9-2001». Ο κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως των δύο αυτών πλημμελημάτων, δεν είναι σαφής και ενέχει το ενδεχόμενο, οι πράξεις αυτές (ή επί μέρους πράξεις της παράβασης του ν. 1244/1972), να έχουν ήδη παραγραφεί.

Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ήταν αναγκαία η αναφορά του χρόνου, κατά τρόπο που να μη ανακύπτει ζήτημα της παραγραφής.

Ενόψει των ελλείψεων αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι ελλείψεις αυτές, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

  • Αναιρεί την 758/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών
  • Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Παραστάθηκαν