Δικηγορικό Γραφείο
Διαδικασία απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών

Έντονη συζήτηση έχει προκληθεί τις τελευταίες ημέρες γύρω από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) («Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδας» - δημοσιευθείσα στις 31-10-2019) σχετικά με το ζήτημα της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών. Η εν λόγω απόφαση καταδίκασε ομόφωνα την Ελλάδα ως παραβαίνουσα το αρ. 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Συγκεκριμένα, η υπόθεση ξεκίνησε ύστερα από δύο προσφυγές κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας που κατέθεσαν, αφενός οι γονείς μιας μαθήτριας του Γενικού Γυμνασίου Μήλου και αφετέρου η μητέρα μιας μαθήτριας του Δημοτικού σχολείου της Σίφνου. Οι αιτούντες επικαλέστηκαν στις αιτήσεις τους πως η διαδικασία της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, όπως αυτή καθορίστηκε από την εγκύκλιο του Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων της 23ης Ιανουαρίου 2015, αντίκειται στα άρθρα της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι υποχρεώθηκαν να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση ότι τα τέκνα τους δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι.

Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι οι αποφάσεις του Υπ. Παιδείας που εκδόθηκαν το καλοκαίρι του 2017 προωθούν την επικρατούσα θρησκεία με στόχο την εδραίωση του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος ανάμεσα στους πιστούς και δεν παρέχουν απλά ευρύτερες γνώσεις, έχοντας κατ΄ αυτό το τρόπο κατηχητικό χαρακτήρα. Επιπλέον, προέβαλαν ότι η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης στα σχολικά αρχεί ισοδυναμεί με αποκάλυψη πεποιθήσεων-προσωπικών δεδομένων, που αντίκειται στην 95/46/ΕΚ και στο νόμο 2472/1997 για την προστασία από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων.

Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα ότι οι αιτούντες, ήδη από τον Ιούλιο του 2017 είχαν ζητήσει εξέταση των υποθέσεών τους από το ΣτΕ με την επείγουσα διαδικασία, πριν την έναρξη του σχολικού έτους 2017/18, ωστόσο, το ΣτΕ απέρριψε τα ανωτέρω αιτήματα λόγω έλλειψεως σοβαρού λόγου.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαδικασία της απαλλαγής ενδέχεται να επιβαρύνει ιδιαίτερα τους γονείς αφού επιβάλλει στους τελευταίους να προβούν σε γνωστοποίηση των πεποιθήσεών τους. Επιπροσθέτως, τόνισε ότι οι κρατικές αρχές δεν έχουν δικαίωμα να παρεμβαίνουν στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης και να υποχρεώνουν τα άτομα να αποκαλύπτουν δεδομένα σχετιζόμενα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Εν τέλει, το δικαστήριο απεφάνθη ότι λόγω των ως άνω πράξεων των κρατικών οργάνων παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των αιτούντων, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να υποστούν ηθική βλάβη. Κατ’ακολουθίαν, το Δικαστήριο επιδίκασε ως αποζημίωση το ποσό των 8.000 ευρώ από κοινού στους πρώτους 3 αιτούντες, αποζημίωση στον τέταρτο και πέμπτο αιτούντα, καθώς και το ποσό των 6.566,52 ευρώ στους τρεις πρώτους για τα δικαστικά έξοδα.

Στο σημείο αυτό, λόγος πρέπει να γίνει σχετικά και με τον χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψιν, το γεγονός ότι η διδασκαλία του εν λόγω μαθήματος είναι υποχρεωτική, θεμιτό θα ήταν, κατά την προσωπική και επιστημονική γνώμη της αρθρογράφου, να έχει ενημερωτική-ουδέτερη κατεύθυνση, αναφερόμενο, με σφαιρικό και αντικειμενικό τρόπο, σε όλες τις θρησκείες, χωρίς να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη, όπως άλλωστε είχε προβλεφθεί το 2011 με το πρόγραμμα «Νέα Σχολή», πρόγραμμα το οποίο βέβαια ουδέποτε εφαρμόστηκε λόγω των κοινωνικοπολιτικών αντιδράσεων που προκλήθηκαν σχετικά με την πιθανή αλλαγή της θρησκευτικής εκπαίδευσης.

Εκτός των παραπάνω, πρέπει να ληφθεί υπόψη πως η διαδικασία της απαλλαγής, η οποία προϋποθέτει την παράλληλη κατάθεση υπεύθυνης δήλωσης ότι ο αιτών δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος, αποτελεί ευθεία αποκάλυψη των ενδιάθετων φρονημάτων του ατόμου σχετικά με το θείο, παραβιάζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το 13Σ και 9 ΕΣΔΑ. Εξάλλου, δεδομένου του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος, ο θεσμός της απαλλαγής έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τον κίνδυνο, ο μαθητής ο οποίος επιλέγει να μην παρακολουθεί το μάθημα των θρησκευτικών να γίνεται συχνά δέκτης δυσμενών διακρίσεων στο περιβάλλον του σχολείου και πιθανότατα να αισθάνεται περιθωριοποιημένος και αποξενωμένος από τον περίγυρό του. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι το εν λόγω ζήτημα αφορά και παιδιά μικρής ηλικίας, τα οποία όντα σε θέση να αντιληφθούν το διαφορετικό, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να το αντιμετωπίσουν με επιφυλακτικότητα, ακόμη και με αρνητισμό.

Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εμπέδωση της θρησκευτικής συνειδήσεως των τέκνων αποτελεί ζήτημα που αφορά κατά πρωταρχικό και κύριο λόγο την οικογένεια, η οποία και διατηρεί αναφαίρετο το δικαίωμα να επιληφθεί, όπως αυτή κρίνει κατάλληλα. Χώροι άσκησης θρησκευτικής λατρείας είναι οι ναοί (και οι αντίστοιχοι λοιποί χώροι λατρείας κάθε θρησκείας) και όχι οι σχολικές αίθουσες.


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.