Δικηγορικό Γραφείο

Απόρριψη αίτησης ρύθμισης οικογενειακής στέγης και κινητών πραγμάτων. Απόρριψη αίτησης επικαρπωτή και ψιλού κυρίου.

… Η διάταξη του άρθρου 7 ΚΠολΔ ορίζει ότι οι επόμενες διατάξεις (άρα και το άρθρο 9 εδ. γ ΚΠολΔ) εφαρμόζονται εφόσον η αρμοδιότητα καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, η δε διάταξη του άρθρου 218 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, που θέτει μεταξύ των προϋποθέσεων της σώρευσης περισσότερων αιτήσεων στο ίδιο δικόγραφο να “υπάγονται στο σύνολό τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου υπάγονται”, υπονοεί περιπτώσεις, στις οποίες η καθ’ ύλην αρμοδιότητα κρίνεται από το ποσό. Από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης περισσότερων αιτήσεων, όταν από την έρευνα της φύσης των αξιώσεων, οι οποίες αθροιστικά σωρεύονται, προκύπτει ότι και οι δύο ή η μια από αυτές δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ή εμπίπτει στις περιπτώσεις της εξαιρετικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τότε το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την αρμοδιότητά του αυτοτελώς· ως προς κάθε σωρευόμενη αξίωση, και αν δεν είναι αρμόδιο ως προς κάθε μια από τις αθροιστικά σωρευόμενες αξιώσεις, θα πρέπει να διατάξει τον χωρισμό των υποθέσεων, κατ’ άρθρο 218 παρ. 2 ΚΠολΔ και, αφού κρατήσει την υπόθεση για την οποία είναι καθ’ ύλην αρμόδιο, να παραπέμψει την άλλη υπόθεση στο μετά τον χωρισμό καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο.

Η ύπαρξη καθ’ ύλην αρμοδιότητας ως προς μια από τις σωρευόμενες αξιώσεις δεν εγκαθιδρύει αρμοδιότητα και για τις άλλες (βλ. Σ. Δεληκωστόπουλος – Λ. Σινανιώτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, άρθρο 221,111 β,σελ. 152′ ΜΠΚατ41/1988 ΕλλΔνη 1990,193). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1386 ΑΚ, ο γάμος παράγει για τους συζύγους αμοιβαία υποχρέωση για συμβίωση, εφόσον η σχετική αξίωση δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος. Η υποχρέωση για έγγαμη συμβίωση περιλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις που επιβάλλει σύμφωνα με τις κρατούσες ηθικές αντιλήψεις και συνήθειες η έγγαμη ζωή, μεταξύ των οποίων είναι και η υποχρέωση των συζύγων για συγκατοίκηση. Από αυτήν απορρέει και η αξίωση καθενός από τους συζύγους να χρησιμοποιήσει την οικογενειακή στέγη, καθώς και τα έπιπλα και σκεύη που βρίσκονται μέσα σε αυτήν, ακόμη κι αν δεν ανήκουν στη δική του κυριότητα, αλλά στην κυριότητα του άλλου συζύγου. Γίνεται δεκτό στη Θεωρία και τη νομολογία ότι ο σύζυγος, που χρησιμοποιεί ή παραμένει στη συζυγική οικία κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν έχει την ιδιότητα του “χρησαμένου” της σύμβασης χρησιδανείου (άρθρο 810 ΑΚ), αλλά ασκεί οικογενειακό δικαίωμα, που πηγάζει από τη συζυγική σχέση. Κατά το άρθρο 1393 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Αν υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, το δικαίωμα του συζύγου να ζητήσει τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης μπορεί να προστατευθεί και προσωρινά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ., 735 ΚΠολΔ).

Η ρύθμιση αυτή δεν έχει μονιμότητα, με την έννοια ότι αν η διάσταση εξελιχθεί σε διαζύγιο και καταστεί αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση, η τύχη της οικογενειακής στέγης θα κριθεί με βάση τους γενικούς κανόνες του εμπράγματου ή του ενοχικού. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, με τη διάσταση των συζύγων παύει να υφίσταται αξίωση για συμβίωση και κατ’ επέκταση για συνοίκηση. Το γεγονός όμως αυτό δεν δίνει το δικαίωμα στον σύζυγο, που είναι κύριος και νομέας της οικογενειακής στέγης, να αξιώσει την άμεση απομάκρυνση του άλλου συζύγου από αυτήν και την απόδοση της χρήσης της αποκλειστικά σε αυτόν, με επίκληση των αντίστοιχων εμπραγμάτων δικαιωμάτων του, αφού πλέον η χρήση της οικογενειακής στέγης αποτελεί αντικείμενο είτε συναινετικής ρύθμισης, είτε ρύθμισης κατ` άρθρο 1393 ΑΚ, ύστερα από αγωγή κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών ή αίτηση για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης κατ’ αρθρ. 735 ΚΠολΔ. Μέχρι τότε, ο σύζυγος που δεν είναι κύριος ή νομέας της οικογενειακής στέγης, δικαιωματικά παραμένει σε αυτήν με βάση είτε τη διάταξη του άρθρου 1386 ΑΚ, είτε τη διάταξη του άρθρου 1393 ή και 361 ΑΚ και η άρνησή του, συνεπώς, να αποδώσει τη χρήση της στον άλλο σύζυγο, που είναι κύριος και νομέας, δεν συνιστά αντιποίηση της νομής του, που εξακολουθεί να ασκείται μέσω αυτού, ως κατόχου, δυνάμει της έννομης σχέσης του γάμου (βλ. ΠΠΑΘ 235/1996 Αρμ. 1998,857 με παραπομπές). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 735 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο, που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από τον γάμο και των σχέσεων γονέων και τέκνων, ιδίως να διατάξει Τη μετοίκηση ενός από τους συζύγους, να ορίσει ποια πράγματα δικαιούται αυτός να παραλάβει για τη χωριστή του εγκατάσταση, να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε σύζυγος θα χρησιμοποιεί το ακίνητο όπου διαμένουν ή τα έπιπλα και σκεύη που χρησιμοποιούν από κοινού, να ορίσει τον γονέα στον οποίο ανήκει προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας, να αφαιρέσει από τους γονείς τη γονική μέριμνα εν όλω ή εν μέρει και να ρυθμίσει τα σχετικά με την επικοινωνία με το τέκνο.

Στην προκείμενη ρύθμιση υπάγονται, συνεπώς, οι υποθέσεις που απορρέουν αφενός από τη σχέση του γάμου κατά τη διάσταση, δηλαδή η χρήση της οικογενειακής στέγης, η μετοίκηση, η κατανομή των κινητών, και αφετέρου από τις σχέσεις γονέων και τέκνων ή και άλλων συγγενών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1394 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και μόνος ο άλλος σύζυγος, Θεσπίζεται δηλαδή, ως κανόνας, το δικαίωμα παραλαβής των ιδίων κινητών πραγμάτων, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιούνταν, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είτε και από τους δύο, είτε μόνον από τον άλλο σύζυγο. Εξαίρεση του κανόνα αυτού θεσπίζεται με το εδάφιο β του ίδιου άρθρου, όχι όμως για τα «οικιακά αντικείμενα» με την έννοια του «εξαιρετέου» της διάταξης του άρθρου 1820 ΑΚ, αλλά μόνο για τα έπιπλα, σκεύη μαγειρικής και λοιπά αντικείμενα, που εξυπηρετούν οικιακές ανάγκες, η χρήση και μόνο των οποίων, κατά την εξαίρεση αυτή, μπορεί να παραχωρηθεί στον άλλο σύζυγο, αν είναι γι’ αυτόν απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή του εγκατάσταση ή το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και από αποδεδειγμένη κυριότητα στα αντικείμενα αυτά (βλ. Γ. Παπαδημητρίου, Κατ’ άρθρον ερμηνεία νέων διατάξεων οικογενειακού δικαίου, έκδοση 1984, σελ. 120 και εισηγητική έκθεση Ν. 1329/1983, σελ. 9).

Στην έννοια των οικιακών αντικειμένων δεν περιλαμβάνονται κινητά πράγματα, τα οποία δεν αποτελούν, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, μέρος της οικοσυσκευής, όπως π.χ. αυτοκίνητο, σκάφος αναψυχής, τροχόσπιτο κλπ. (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τ. Δ, άρθρο 735, αριθ. 3, 13, σελ. 373,375′ ΜΠΑΘ 11183/2012,  Τ.Ν.Π.. ΝΟΜΟΣ ΜΠΘεσ 4595/1986 Αρμ. 1986,1087). Εξάλλου, όσον αφορά τα κινητά πράγματα που ανήκουν και στους δύο (π.χ. αγοράστηκαν με κοινά τους χρήματα), οι σύζυγοι, κατά τη διάταξη του άρθρου 1395 κατανέμουν τη χρήση τους, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες, αν όμως διαφωνούν, η κατανομή γίνεται από το δικαστήριο, με κριτήριο τις προσωπικές ανάγκες του κάθε συζύγου, όπως προκύπτουν από τη χωριστή εγκατάστασή του, μπορεί δε το δικαστήριο να επιδικάσει στον ένα σύζυγο εύλογη αποζημίωση για τη χρήση που παραχωρεί στον άλλο σύζυγο (ΜΠΘεσ 68/2010, Αρμ 2011,778).

Στην αίτηση αναφέρεται ότι η καθ’ ης από την αρχή της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης με τον 1° αιτούντα – σύζυγό της, τον ΧΧΧΧΧ 2014, διαμένει στην πρώην συζυγική κατοικία ……, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην 2η αιτούσα και κατ’ επικαρπία στον 1° αιτούντα, καθώς και ότι ο πρώτος αιτών από την αποχώρησή του από την συζυγική κατοικία έως σήμερα διαμένει σε διαμέρισμα του υπογείου της ίδιας οικοδομής, του οποίου διατηρεί την επικαρπία, η δε δεύτερη αιτούσα κατοικεί με την οικογένειά της σε διαμέρισμα του ισογείου, που της έχει παραχωρήσει η κυρία αυτού μητέρα της και ήδη καθ’ ης.

Επικαλούμενοι δε οι αιτούντες τα προαναφερθέντα εμπράγματα δικαιώματά τους επί της συζυγικής κατοικίας και την άρνηση της καθ’ ης να αποδώσει την χρήση της, που προκαλεί διενέξεις μεταξύ συγκατοικήσουν επικαρπωτή και αποδοθούν των μερών, επιπλέον, δε, την επιθυμία των αιτούντων να στο εν λόγω ακίνητο, ζητούν: α) να αποδοθεί στον 1° αιτούντα, ως κατ’ άρθρο 735 ΚΠολΔ η χρήση της συζυγικής κατοικίας, β) να στον ίδιο τα λεπτομερώς αναγραφόμενα κινητά πράγματα που παραμένουν στην πρώην συζυγική κατοικία (έπιπλα, πίνακες ζωγραφικής, ρουχισμός, τιμαλφή, βιβλία, ηλεκτρικά είδη, χαλιά που ειδικά παρατίθενται), επειδή αγοράσθηκαν κατά τον γάμο κυρίως από τον ίδιο και είναι απαραίτητα για την συγκατοίκησή του με την 2η αιτούσα, γ) να αποδοθεί στην 2η αιτούσα, ως ψιλή κυρία και κατ’ άρθρα 731, 732 ΚΠολΔ, η χρήση του διαμερίσματος, που αποτελούσε τη συζυγική κατοικία των διαδίκων γονέων της, δ) να διαταχθεί προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή κατά της καθ’ ης, για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της με τις διατάξεις αυτής της απόφασης και να καταδικασθεί η ίδια στα δικαστικά έξοδα.

Όσον αφορά το κεφάλαιο περί απόδοσης της χρήσης του ακινήτου εκτιμάται ότι σωρεύονται στο δικόγραφο: α) αίτηση του 1ου αιτούντος βάσει του άρθρου 735 ΚΠολΔ, περί καθορισμού του τρόπου χρήσης της συζυγικής κατοικίας, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, β) αιτήσεις των αιτούντων, βάσει των εμπράγματων δικαιωμάτων του επικαρπωτή και της ψιλής κυρίας, αντίστοιχα, επί του ίδιου ακινήτου, κατά της κατόχου καθ’ ης.

Η σώρευση αυτή είναι απαράδεκτη, αφού οι υπό β στοιχείο αιτήσεις, εκτιμώμενες ως αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων νομής, εμπίπτουν ατην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 733 ΚΠολΔ), ενώ αβάσιμα, όπως προαναφέρθηκε στην νομική σκέψη, προβάλλεται με το δικόγραφο ότι η αρμοδιότητα αυτή κάμπτεται και το μονομελές πρωτοδικείο, ως ανώτερο και καθ’ ύλην αρμόδιο για την υπό α αίτηση, καθίσταται συνολικά αρμόδιο και για τις σωρευόμενες αιτήσεις, σε κάθε περίπτωση, δε, η συνεκδίκαση εν προκειμένω θα δημιουργούσε και σύγχυση, λόγω των ιδιαίτερων ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στα ασφαλιστικά μέτρα νομής (βλ. άρθρο 734 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ωστόσο, για λόγους οικονομίας της δίκης σημειώνεται ότι οι ίδιες αιτήσεις (υπό στοιχ. β) κρίνονται και νομικά αβάσιμες, καθώς: αα) σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στον πρώτο αιτούντα δεν παρέχεται το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση απομάκρυνση της εν διαστάσει συζύγου του από την συζυγική κατοικία και την απόδοση της χρήσης της αποκλειστικά σε αυτόν, με επίκληση των αντίστοιχων εμπραγμάτων δικαιωμάτων του, αφού η χρήση της οικογενειακής στέγης μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου, αποτελεί αντικείμενο είτε συναινετικής ρύθμισης, είτε ρύθμισης κατ’ άρθρο 1393 ΑΚ, ύστερα από αγωγή κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών ή αίτηση για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης κατ’ άρθρο 735 ΚΠολΔ, ενώ μέχρι τότε, η καθ’ ης δικαιωματικά παραμένει σε αυτήν και η επικαλούμενη άρνησή της, συνεπώς, να αποδώσει τη χρήση, δεν συνιστά αντιποίηση νομής, ββ) η προστασία μέσω των ασφαλιστικών μέτρων νομής δεν παρέχεται στον κύριο που πράγματος που δεν είναι και νομέας αυτού, όρος δε για την νομιμοποίηση σε άσκηση της σχετικής αίτησης είναι να βρισκόταν ο αιτών στην νομή του επιδίκου κατά τον χρόνο τής – κατά περίπτωση – διατάραξης ή αποβολής από αυτή, προϋπόθεση που ουδείς επικαλείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο της δεύτερης αιτούσας (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τ. Δ’, άρθρο 734, αριθ. 11, σελ. 335 & αριθ. 26, σελ. 339-40).

Κατά τα λοιπά η αίτηση του 1ου αιτούντος εισάγεται αρμόδια σε αυτό το Δικαστήριο, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1393 -1395 ΑΚ, 176, 682, 735 ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα απειλής ποινών κατά της καθ’ ης, αφού η απόφαση αυτή εκτελείται κατά τα άρθρα 700, 941, 943 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, κατά το νόμιμο μέρος της, να εξετασθεί και από ουσιαστική άποψη, συνεκδικαζόμενη με την πρόσθετη υπέρ της καθ’ ης παρέμβαση, που παραδεκτά, κατ’ άρθρο 686 παρ. 6 ΚΠολΔ, ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο (και με σχετικό έγγραφο που κατατέθηκε ταυτόχρονα στην έδρα).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης στο ακροατήριο της μάρτυρα της καθ’ ης ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, καθώς και των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προέκυψε ότι τον ΧΧΧΧΧΧ 2014, ο αιτών σύζυγος αποχώρησε από την συζυγική κατοικία και έκτοτε διαμένει σε διαμέρισμα του ισογείου της ίδιας οικοδομής, που χρησιμοποιούσε προηγουμένως ως γραφείο και έχει διαμορφώσει κατάλληλα, του οποίου είναι επικαρπωτής, η καθ’ ης σύζυγος διατηρεί την χρήση της πρώην οικογενειακής κατοικίας, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην θυγατέρα της, 2η αιτούσα, η οποία κατοικεί με την οικογένειά της σε διαμέρισμα του ισογείου, που της έχει παραχωρήσει η καθ’ ης μητέρα της, η δε παρεμβαίνουσα είναι κυρία διαμερισμάτων 1ου ορόφου και υπογείου της ίδιας οικοδομής, αλλά από τον Σεπτέμβριο 2016, που επέστρεψε από το εξωτερικό, διαμένει μαζί με την μητέρα της στην πρώην οικογενειακή κατοικία.

Ανεξαρτήτως του ότι κανένας λόγος επείγοντος δεν εκτίθεται, ώστε να δικαιολογηθεί η επικαλούμενη ανάγκη λήψης ασφαλιστικών μέτρων, αφού για διάστημα μείζον των τριών ετών από την έναρξη της διάστασης ως την συζήτηση της αίτησης αυτής, οι διάδικοι διαμόρφωσαν με τους όρους της επιλογής τους τις συνθήκες της χωριστής εγκατάστασής τους, δεν πιθανολογήθηκε συνολικά από την διαδικασία οποιοδήποτε περιστατικό που να επιβάλλει την αιτούμενη ρύθμιση -όπως λόγοι επιείκειας προς το πρόσωπο του συζύγου που θα καθιστούσαν δικαιολογημένη την από τον ίδιο προσωρινή χρήση του ακινήτου ή αντικειμενικοί παράγοντες ή νέες συνθήκες που επιβάλλουν την ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης. Ειδικότερα, η επιθυμία του αιτούντος να συγκατοικήσει με την 2° αιτούσα θυγατέρα του στο εν λόγω ακίνητο, δεν στοιχειοθετεί επείγουσα περίπτωση, πρωτίστως γιατί δεν κρίνεται επιβεβλημένη για την αντιμετώπιση άμεσης ανάγκης του, αφού ακόμα κι υποτεθεί αληθές ότι χρειάζεται την συνδρομή και την συμπαράσταση της Θυγατέρας του, αυτή δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι κατοικούν σε διαφορετικά διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής, σε κάθε περίπτωση όμως δεν πιθανολογήθηκε πρόθεση των αιτούντων να υλοποιήσουν άμεσα το σχέδιο της συγκατοίκησής τους, ιδίως αφού το διαμέρισμα όπου η δεύτερη κατοικεί μαζί με την οικογένειά της, καλύπτει πλήρως τις ανάγκες της, διαμορφώθηκε δε πριν από λίγα χρόνια, ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό και σύμφωνα με τις επιλογές της.

Περαιτέρω, η αίτηση κρίνεται απορριπτέα και όσον αφορά την απόδοση των κινητών που ζητούνται -η κυριότητα μάλιστα επί των οποίων δεν διευκρινίζεται, αφού ο αιτών ισχυρίζεται αόριστα ότι είναι “αγορασθέντα κατά το πλείστον” από τον ίδιο – πρωτίστως γιατί δεν προβάλλεται επίσης επείγουσα περίπτωση, ενώ (πλην του ρουχισμού) για κανένα από τα αντικείμενα αυτά δεν προέκυψε ότι είναι αναγκαίο για την χωριστή εγκατάσταση του αιτούντος συζύγου, κυρίως όμως γιατί πιθανολογήθηκε ότι ο τελευταίος καθ’ όλο αυτό το διάστημα της διάστασης είχε την ευχέρεια να παραλάβει και πράγματι παρελάμβανε κατά καιρούς όλα τα αντικείμενα που του χρειάζονταν, συμπεριλαμβανομένων ειδών ένδυσης και άλλων προσωπικών του αντικειμένων. Πρέπει, επομένως να απορριφθεί συνολικά η αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν συνολικά μεταξύ τους, λόγω του ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ συζύγων και συγγενών εξ αίματος έως τον δεύτερο βαθμό (άρθρο 179 ΚΠολΔ).