Δικηγορικό Γραφείο

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 5368/1932, χρηματική κατάθεση σε Τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό επ’ ονόματι δυο ή περισσοτέρων από κοινού, είναι η κατάθεση, η οποία περιέχει τον όρο ότι από τον λογαριασμό αυτό μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε όλοι κατ’ ιδίαν δικαιούχοι, η δε χρηματική κατάθεση, για την οποία η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς ή σε έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δεκτή της καταθέσεως και ως προς τον άλλο, δηλαδή τον μη αναλαμβάνοντα δικαιούχο, ο οποίος από το Νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.

Η αιτούσα άσκησε εναντίον του καθ’ ου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την τακτική διαδικασία, αγωγή, προκειμένου για τη συμπλήρωση της μερίδας της εκ του υπολοίπου των περισσότερων κοινών λογαριασμών τους. Προκειμένου για την ισόποση διασφάλιση της ενσωματωθείσας στην ανωτέρω αγωγής αξίωσής της, άσκησε αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

Επί της αίτησής της αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 744/2020 οριστική απόφαση του ΜονΠρΑθηνών - ΑσφΜέτρων, η οποία έκανε καθ’ ολοκληρία δεκτή την αίτησή της. Η ανωτέρω απόφαση ως προς τον παρόντα κίνδυνο και την επείγουσα περίπτωση έκρινε ad hoc, ότι «λόγω της ανάγκης αποτροπής επικείμενου κινδύνου και δη εκείνου της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της αιτούσας σε βάρος του καθ’ ου από τη δυνατότητα του - ανά πάση στιγμή- ανάληψης όλων των υπολοίπων ποσών που τηρεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς μετά τις ήδη αναφερόμενες αναλήψεις και μεταφορές στις οποίες έχει ήδη προβεί μέχρι την ημέρα άσκησης της αίτησης- απορριπτόμενης της ένστασης έλλειψης επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου που προέβαλε ο καθ’ ου- πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη».

Δηλαδή, η απόφαση έκανε δεκτό τον εγγενή κίνδυνο της απαλλοτρίωσης ή απόκρυψης της περιουσίας που εμπεριέχουν οι τραπεζικές καταθέσεις, ανεξαρτήτως του προγενέστερου χρόνου γέννησης της απαίτησης της αιτούσης, ως «ενεστώτα και διαρκή κίνδυνο και επείγουσα περίπτωση» που δικαιολογεί τη λήψη του ασφαλιστέου μέτρου.

Την υπόθεση χειρίστηκαν οι συνεργάτες Δικηγόροι Λευτέρης Κιούκης και Νάντια Κωνστάντου.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

«Πρωτοδικείο Αθηνών
12° Πολιτικό Τμήμα - Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων
Αριθμός απόφασης 744/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Αλκιβιάδη Φερεσίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε με κλήρωση.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουάριου 2020 χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αιτούσας: ……….. του ……….. (Α.Φ.Μ. ………..), κατοίκου ……….., οδός ……….. αρ. ……….., την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Κωνσταντίνα Κωνστάντου του Χρήστου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 20447) και Ελευθέριος Κιούκης του Κωνσταντίνου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 26261), κάτοικοι Αθηνών, Λ. Αλεξάνδρας αρ. 128, οι οποίοι κατέθεσαν κοινό σημείωμα και τα με στοιχεία ……….. και ……….. γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.

Του καθ’ ου η αίτηση: ………..του ……….. (Α.Φ.Μ. ………..), κατοίκου ……….. Νομού ……….., οδός ……….. αρ. ……….., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………..του ……….. (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ………..) ……….., κάτοικος ……….., οδός ……….. αρ. ……….., ο οποίος κατέθεσε σημείωμα και το με στοιχεία ……….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από …/…/2019 αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία με Γ.Α.Κ. ……….. και Ε.Α.Κ. ……….. και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 τταρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντί καταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973: "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα (ΑΠ 351/2018 Αρμ 2018 σελ. 1987). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 493 ΑΚ «Μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση».

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο και με το σημείωμά της, η αιτούσα εκθέτει ότι ο καθ’ ου η αίτηση είναι εν διαστάσει σύζυγός της και ότι σε βάρος του έχει ασκήσει την από …/…/2019 (Γ.Α.Κ. ……./2019, Ε.Α.Κ. ……/2019) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας δεν έχει λάβει ακόμα χώρα και με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 364.514,35 ευρώ ως μερίδιό της στα υπόλοιπα κοινών τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούσαν. Επικαλούμενη δε ανάγκη αποτροπής επικείμενου κινδύνου και δη εκείνου της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησής της σε βάρος του από τη δυνατότητα -ανά πάσα στιγμή- ανάληψης όλων των υπολοίπων ποσών που τηρεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς ο καθ’ ου μετά τις ήδη αναφερόμενες αναλήψεις στις οποίες έχει ήδη προβεί μέχρι την ημέρα άσκησης της αίτησης, ζητεί να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ’ ου, καθώς και κάθε απαίτησης, που βρίσκονται είτε στα χέρια του, είτε στα χέρια τρίτων μέχρι του ποσού των 364.514,35 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ισόποση απαίτησή της εναντίον του, καθώς και να καταδικασθεί ο καθ’ ου η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Σημειωτέον ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η αιτούσα με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της υπέβαλε επικουρικά το αίτημα να διαταχθεί η παροχή ισόποσης εγγυοδοσίας, το οποίο ως ηπιότερο ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΜΠΠ 8710/2003 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Απαλαγάκη «Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ερμηνεία κατ’ άρθρο» 4 έκδοση 2016 υπό άρθρο 707 αριθμ. 3 σελ. 1927, L Χαμηλοθώρης «Ασφαλιστικά Μέτρα» 2η έκδοση 2016 σελ. 172). Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση αρμοδίως εισάγεται, για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), και είναι ορισμένη -απορριπτομένης της ένστασης αοριστίας, που προέβαλε ο καθ’ ου η αίτηση- και νόμιμη, ερειδόμενη στα άρθρα που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθώς και στα άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ’ ου η αίτηση αρνήθηκε την αίτηση και προέβαλε α) ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της απούσας, η οποία είναι νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν και β) έλλειψης επείγουσας περίπτωσης, η οποία είναι νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 682 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα της αιτούσας ………. του ………. και του μάρτυρα του καθ’ ου η αίτηση ……….του ………., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, και όλων των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι -καθώς και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την αιτούσα υπ’ αριθμ. ………. και ………./……….ένορκες βεβαιώσεις των ………. και ………., που δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου ………….. και που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον δεν προσκομίζεται κλήτευση του αντιδίκου κατά τη δόση τους και λήφθησαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και δη εκείνης της κύριας αγωγής- πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Η αιτούσα έχει ασκήσει σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση την από ……/…./2019 (Γ.Α.Κ.………./2019, Ε.Α.Κ. ………./2019) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας δεν έχει λάβει ακόμα χωρά και με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 364.514,35 ευρώ ως μερίδιό της στα υπόλοιπα κοινών τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούσαν.

Στην Τράπεζα «……….» οι διάδικοι (μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους που τέθηκαν ως συνδικαιούχοι τυπικά, για φορολογικούς λόγους) τηρούσαν τον υπ’ αριθμ. ………….. κοινό λογαριασμό, από τον οποίο ο καθ’ ου πιθανολογείται ότι έχει αναλάβει το συνολικό ποσό των 230.793,88 ευρώ χωρίς τη συναίνεση της αιτούσας, μεταφέροντάς το σε δικό του λογαριασμό.

Στην τράπεζα «……….» οι διάδικοι τηρούσαν τους υπ’ αριθμ. ………. (μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους ………., που τέθηκε ως συνδικαιούχος τυπικά, για φορολογικούς λόγους) και υπ’ αριθμ. ………. κοινούς λογαριασμούς, από τους οποίους ο καθ’ ου πιθανολογείται ότι έχει αναλάβει το συνολικό ποσό των (235.175,64 +1.239,19 =) 237.414,83 ευρώ χωρίς τη συναίνεση της αιτούσας, μεταφέροντάς το σε δικό του λογαριασμό.

Στην τράπεζα «……….» οι διάδικοι τηρούσαν τους υπ’ αριθμ. ………., ………. και ………. κοινούς λογαριασμούς (μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους που τέθηκαν ως συνδικαιούχοι τυπικά, για φορολογικούς λόγους), από τους οποίους η αιτούσα έχει αναλάβει 150.000 ευρώ από τον πρώτο εξ αυτών, απομένοντος μηδενικού υπολοίπου, 100.000 ευρώ από τον δεύτερο εξ αυτών, απομένοντος μηδενικού υπολοίπου, και 51.000 ευρώ από τον τρίτο εξ αυτών, απομένοντος υπολοίπου ύψους 1.120 ευρώ. Περαιτέρω, στην τράπεζα «……….» οι διάδικοι (μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους ………., που τέθηκε ως συνδικαιούχος τυπικά, για φορολογικούς λόγους) τηρούσαν τους υπ’ αριθμ. ………. και ………. κοινούς λογαριασμούς, από τους οποίους ο καθ’ ου πιθανολογείται ότι έχει αναλάβει το συνολικό ποσό των (1.820 + 600.000 =) 601.820 ευρώ χωρίς τη συναίνεση της αιτούσας, μεταφέροντάς το σε δικό του λογαριασμό, ενώ η αιτούσα είχε μεταφέρει ποσό 40.000 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου 767,66 ευρώ. Συνεπώς, από τους ως άνω κοινούς λογαριασμούς συνολικού ποσού (230.793,88 + 237.414,83 +301.000 +641.820 =) 1.411.028,71 ευρώ, που ανήκε στους διαδίκους κατ’ ισομοιρίαν -εφόσον οι συνδικαιούχοι (ανήλικα τέκνα τους) είχαν τεθεί τυπικά, για φορολογικούς λόγους-, ήτοι κατά (1.411.028,71 X ½ =) 705.514,35 ευρώ στον καθένα εξ αυτών, ο καθ’ ου πιθανολογείται ότι έχει αναλάβει το συνολικό ποσό των 1.070.028,71 ευρώ, ενώ η αιτούσα έχει αναλάβει 341.000 ευρώ και, άρα, πιθανολογείται ότι η αιτούσα διατηρεί νόμιμη αξίωση εκ των κοινών λογαριασμών έναντι του καθ’ ου για το υπόλοιπο μέχρι τη συμπλήρωση του ημίσεως του ανήκοντας σε εκείνη μεριδίου, ήτοι ποσού (705.514,35 - 341.000 =) 364.514,35 ευρώ. Εξάλλου, ουδόλως πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα ασκεί το δικαίωμά της καταχρηστικά, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης, που προέβαλε ο καθ’ ου η αίτηση. Λόγω δε της ανάγκης αποτροπής επικείμενου κινδύνου και δη εκείνου της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της αιτούσας σε βάρος του καθ’ ου από τη δυνατότητά του -ανά πάσα στιγμή- ανάληψης όλων των υπολοίπων ποσών που τηρεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς μετά τις ήδη αναφερόμενες αναλήψεις και μεταφορές στις οποίες έχει ήδη προβεί μέχρι την ημέρα άσκησης της αίτησης -απορριπτομένης της ένστασης έλλειψης επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου, που προέβαλε ο καθ’ ου- , πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ’ ου, καθώς και κάθε απαίτησης, που βρίσκονται είτε στα χέρια του, είτε στα χέρια τρίτων μέχρι του ποσού των 364.514,35 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ισόποση απαίτηση της απούσας εναντίον του. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η δυνατότητα ματαίωσης ή αντικατάστασης του ανωτέρω ασφαλιστικού μέτρου με εγγυοδοσία (άρθρα 692 παρ. 1, 704-705 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα της απούσας, όπως ορίζονται ειδικότερα, στο διατακτικό βαρύνουν τον καθ’ ου η αίτηση λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 84 παρ. 2 εδ. α’ Κώδικα Δικηγόρων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αίτηση.

Διατάσσει προς εξασφάλιση της αναφερόμενης στο σκεπτικό απαίτησης της αιτούσας τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ’ ου η αίτηση, καθώς και κάθε απαίτησης, που βρίσκονται είτε στα χέρια του, είτε στα χέρια τρίτων, μέχρι του ποσού των τριακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (364.514,35).

Παρέχει στον καθ’ ου η αίτηση τη δυνατότητα να ματαιώσει ή να αντικαταστήσει τη συντηρητική κατάσχεση με ισόποση εγγυοδοσία υπέρ της αιτούσας, καταθέτοντας στον Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου ίσης αξίας με το ανωτέρω ποσό εγγυητική επιστολή αξιόχρεης στην Ελλάδα Τράπεζας.

Επιβάλλει στον καθ’ ου η αίτηση τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 31/01/2020.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΜΟΝΟ»

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθύνεστε στους συνεργάτες του γραφείου μας.