Δικηγορικό Γραφείο

 

Μη νόμιμη η επιβολή πολλαπλών τελών και διαφυγουσών επιβαρύνσεων (ύψους 44.751,09 ευρώ και 14.917,03 ευρώ, αντίστοιχα) στην προσφεύγουσα εντολέα μας - εταίρο της Ε.Π.Ε., λόγω μη καταβολής αναλογούντων δασμών και φόρων κατοχής και πώλησης 36.723 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης. Το Δικαστήριο ακύρωσε την καταλογιστική πράξη της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ως προς την προσφεύγουσα εταίρο, λόγω προηγούμενης αθώωσής της για την ίδια τελωνειακή παράβαση (λαθρεμπορία) με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η οποία δεσμεύει το διοικητικό δικαστήριο (άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι αποδοθείσες σε αυτήν πράξεις δεν στοιχειοθετούνται υποκειμενικά [δεν αποδείχθηκε ότι προσφεύγουσα τελούσε σε γνώση της κατοχής και πώλησης από την ελεγχόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης του πετρελαίου θέρμανσης, για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί ο αναλογούντες δασμοί και φόροι, καθώς η ίδια τύγχανε απλή εταίρος αυτής (έστω και με ποσοστό 75%) και δεν ασκούσε τη διαχείριση της εταιρείας], ήτοι η απαλλαγή της στηρίχθηκε στην έλλειψη στοιχείου (άμεσος δόλος) που αποτελεί προϋπόθεση της αποδιδόμενης σε αυτήν διοικητικής παράβασης.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

 

 

Αριθμός Απόφασης Α6933/2018

 

 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ 1ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

 

             Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………2018, με δικαστή την …………. Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την …………, δικαστική υπάλληλο.

για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης ………..2009,

των 1) …………., κατοίκου Νέας Ερυθραίας, οδός ……….. αρ. …., 2) ……….., κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ……….. αρ. …, 3) …………, κατοίκου Περιστερίου Αττικής, οδός ………… αρ. … και 4) τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….. ΕΠΕ», που εδρεύει στη θέση Γκορύτσα Ασπροπύργου, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της …………, οι οποίοι παραστάθηκαν με την κατατεθείσα την ……..2018 δήλωση κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ελευθέριου Κιούκη.

κατά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Τελωνειακής Περιφέρειας Αττικής και δεν παραστάθηκε.

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. τα σειράς Α΄ υπ’ αρ. ………, ………… καθώς και το με κωδικό ……….. ηλεκτρονικό παράβολο και το από ……..2018 αποδεικτικό εξόφλησής του της Τράπεζας Πειραιώς), επιδιώκεται, παραδεκτώς, η ακύρωση της υπ’ αρ. ………../2008 καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά, με την οποία α) χαρακτηρίστηκαν οι τρεις πρώτοι προσφεύγοντες ως υπαίτιοι τέλεσης τελωνειακής παράβασης που ενέχει τα στοιχεία του αδικήματος της λαθρεμπορίας (άρθρα 142 παρ. 2, 155 παρ. 1, 2α και 2ζ του ν. 2960/2001), β) προσδιορίστηκαν οι δασμοί και φόροι που λήφθηκαν υπόψη για την επιβολή του πολλαπλού τέλους σε 14.917,03 ευρώ και καταλογίστηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον σε βάρος των ως άνω τριών προσφευγόντων ως αντιστοιχούντες στην διαφυγούσα της κατάσχεσης ποσότητα, γ) τους επιβλήθηκε πολλαπλό τέλος ύψους 44.751,09 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου και τελών υπέρ Ο.Γ.Α. ύψους 1.074,02 ευρώ, επιμεριζόμενο ισομερώς στον καθένα εξ αυτών (ήτοι 14.917,03 ευρώ σε έκαστο), δ) κηρύχθηκε έκαστος εξ αυτών αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεος για την καταβολή των επιβληθέντων στους λοιπούς συγκαταλογιζόμενούς του πολλαπλών τελών και ε) κηρύχθηκε η τέταρτη προσφεύγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αλληλεγγύως υπόχρεη ως αστικώς συνυπεύθυνη, για την καταβολή των ως άνω ποσών. Εξάλλου, νομίμως χώρησε η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης στο ακροατήριο, παρά την απουσία του καθ΄ου, το οποίο είχε νόμιμα κληθεί να παραστεί (βλ. το από ……….2017 αποδεικτικό κλήσης του Επιμελητή του Δικαστηρίου Εμμανουήλ Ξενάκη.

2. Επειδή, ο ν. 2960/2001 (ΦΕΚ Α΄ 265 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας»), όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο της τέλεσης της επίδικης παράβασης, πριν την τροποποίησή του με το ν. 3583/2007 (ΦΕΚ Α΄/28.06.2007), ορίζει στο άρθρο 118 παρ. 5 ότι: «Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου της λαθρεμπορίας», στο άρθρο 142 ότι: «1. … 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται, επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, ακόμα και αν κρινόταν αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. 4. Οι τελωνειακές παραβάσεις βεβαιώνονται με πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης (π.τ.π.) που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα της Τελωνειακής Υπηρεσίας. Ειδικά, στις περιπτώσεις όπου οι τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορίες, αυτές βεβαιώνονται με σχετικό πρωτόκολλο από τα όργανα του αρμόδιου Τελωνείου, με βάση τα στοιχεία που διαβιβάζονται στον Προϊστάμενό του από τη Δημόσια Αρχή, η οποία πρώτη επιλήφθηκε της δίωξης του λαθρεμπορίου και τα οποία, στις περιπτώσεις της αυτόφωρης λαθρεμπορίας, απαριθμούνται στο αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του φακέλου της προανάκρισης, που σχηματίσθηκε, στις λοιπές δε περιπτώσεις στο αντίγραφο του προανακριτικού φακέλου. 5. …», στο άρθρο 150 ότι: «1. Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της τελωνειακής παράβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα και ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα με την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επομένων του παρόντα Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν και σε περίπτωση υποτροπής, το πενταπλάσιο. … 2. Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος επιβάλλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης διαβιβάζεται στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τελωνείου, από τη Δημόσια Αρχή, που επιλήφθηκε πρώτη της δίωξης του λαθρεμπορίου, στις περιπτώσεις αυτόφωρης λαθρεμπορίας αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του σχηματισθέντος φακέλλου προανάκρισης, στις άλλες δε περιπτώσεις, αντίγραφο του φακέλου προανάκρισης, στις άλλες δε περιπτώσεις αντίγραφο του φακέλου προανάκρισης. 3. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων, καθώς και εσόδων που συνιστούν ίδιο Πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και ανεξάρτητα από την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας. 4. … 5. Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση της ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί», στο άρθρο 152 ότι: «1. Αρμόδιοι για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής της Περιφέρειας της τέλεσης της παράβασης. … Οι ως άνω, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχώρησης του πρωτοκόλλου στο οικείο βιβλίο ή της παραλαβής του και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος. 2. Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη. 3. Η κλήση προς απολογία κοινοποιείται δια παντός δημοσίου οργάνου, … Στην κλήση ορίζεται ανάλογη, κατά την κρίση της Τελωνειακής Αρχής, προθεσμία για απολογία από την κοινοποίηση αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Εάν ο καλούμενος δεν απολογηθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς την απολογία του», στο άρθρο 155 ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διαφορετικό εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων, β) … ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. η) …» και στο άρθρο 161 ότι: «Το Ποινικό Δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία για λαθρεμπορία δύναται, με την καταδικαστική απόφασή του, να κηρύξει αλληλέγγυα συνυπεύθυνο αστικά μετά του καταδικασθέντος για πληρωμή της καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση δε του ως πολιτικώς ενάγοντα παρισταμένου Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της επιδικασθείσας σε αυτό απαίτησης, τον κύριο ή τον παραλήπτη των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιάφορα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη προς αυτά νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης λαθρεμπορίας».

3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 142, 150 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται, όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη Χώρα ή την κατ’ άλλον τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνόμενων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους οφειλόμενους κατά νόμο δασμούς, τέλη και φόρους, ή στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, όταν η απόπειρα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, αν τελεσφορούσε (βλ. ΣτΕ 990/2004 Ολ, 123/2016, 504/2012, 1989/2010, 744/2008, 3005/2007, 3560/2007 κ.α.). Για την απόδειξη της αντικειμενικής υπόστασης της παράβασης αρκεί, από τη συνεκτίμηση και στάθμιση του συνόλου των αποδείξεων να μπορεί να συναχθεί δικαστικό τεκμήριο (ΣτΕ 749/2015), ενώ για την επιβολή της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2 και 150 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα κύρωσης, δηλαδή, του πολλαπλού τέλους, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, δηλαδή, απαιτείται η γνώση του τελούντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετέχοντος σε αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες σ’ αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από το δράστη ή συνεργό της τελωνειακής παράβασης, βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΣτΕ 990/2004 Ολ., 123/2016, 504/2012, 1989/2010, 744/2008, 3005/2007, 3560/2007 κ.α.). Ωστόσο, δεν απαιτείται να διατυπώνεται αιτιολογημένα κατά τρόπο ειδικό η κρίση του διοικητικού δικαστηρίου περί της συνδρομής του στοιχείου του δόλου, εφ’ όσον εκ των περιστατικών και λοιπών στοιχείων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει, κατά τρόπο ανεπίδεκτο εύλογης αμφισβητήσεως, ότι συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο της λαθρεμπορίας, ήτοι ότι ο δόλος ενυπάρχει στα βεβαιούμενα από την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά και τις εν γένει συνθήκες που έλαβαν χώρα κατά την τέλεση της τελωνειακής παραβάσεως (ΣτΕ 990/2004 Ολομ., 2114/2015, 596/2015, 507/2015, 4564/2014 κ.α.), ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας, πέραν της απόδειξης εκ μέρους της τελωνειακής αρχής της γνώσης του τελούντος ή συμμετέχοντος σε λαθρεμπορική παράβαση ότι η συμμετοχή του οδηγεί στην αποφυγή καταβολής στο Δημόσιο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, δεν απαιτείται, επιπλέον, η απόδειξη ότι αυτός, τελικώς, θέλησε και αποκόμισε τυχόν πρόσθετο οικονομικό όφελος (βλ. ΣτΕ 123/2016 πρβλ. ΣτΕ 2119/2012, 1140/2012, 1370/2009, 284/2009, 2528/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 161 του ίδιου Κώδικα, η οποία επαναλαμβάνει την ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 108 του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918 ΦΕΚ 73 Α΄) συνάγεται ότι, επί διαπιστώσεως της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας, η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή μπορεί να κηρύξει αλληλεγγύως αστικώς υπεύθυνο, μαζί με τους κυρίως υπαιτίους της τελωνειακής παράβασης, που φέρει τα στοιχεία της λαθρεμπορίας, το νομικό πρόσωπο, που είναι κύριος των εμπορευμάτων, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εφόσον μεταξύ του νομικού προσώπου και των κυρίως υπαιτίων της λαθρεμπορίας υφίσταται σχέση διαχειρίσεως ή εντολής, όπως, επίσης, στην περίπτωση, κατά την οποία κυρίως υπαίτιος της λαθρεμπορίας είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του εν λόγω νομικού προσώπου (πρβλ. ΣτΕ 5198/2012, 65/2011, 671/2010 Ολ.), Και αυτό διότι αδίκημα όπως η λαθρεμπορία που διέπραξε φυσικό πρόσωπο, του οποίου η βούληση θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ως βούληση του νομικού προσώπου, δεν μπορεί να καταλογισθεί σ’ αυτό. Το νομικό πρόσωπο μπορεί να αμφισβητήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων του τελευταίου άρθρου, καθ’ όσον αφορά στην αστική ευθύνη του, από την οποία μπορεί να απαλλαγεί υπό τους όρους των ανωτέρω διατάξεων, εάν, δηλαδή, κριθεί ότι δεν μπορούσε να έχει γνώση περί της πιθανότητας τελέσεως λαθρεμπορίας, όπως, επί παραδείγματι, στην περίπτωση που ο νόμιμος εκπρόσωπος ενήργησε εκτός των ορίων της εξουσίας του δι’ ίδιον όφελος. Μπορεί, επίσης, να αμφισβητήσει την αστική του ευθύνη, από της πλευράς του ύψους των πολλαπλών τελών, για τα οποία κηρύσσεται αστικώς συνυπεύθυνο, ενώ στην περίπτωση που δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση ως προς τον νόμιμο εκπρόσωπο, το νομικό πρόσωπο μπορεί να προσβάλλει την καταλογιστική πράξη στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μέρος που αφορά στην ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου του (βλ ΣτΕ 671/2010 Ολομ.).

4. Επειδή, με το άρθρο 14 του Κώδικα Νόμων Τελών Χαρτοσήμου (π.δ. της 28.07.1931 ΦΕΚ 239 Α΄) καθιερώθηκε η επιβολή αναλογικού τέλους επί των εμπορικών και λοιπών εγγράφων και πράξεων, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 19 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι: «Εις το κατά την παραγρ. 1 του προηγουμένου άρθρου 14 τέλος υπόκεινται: 1. … 19. Εκάστη απόδειξις εκδιδομένη παρά Δημοσίου Ταμείου και δια πληρωμήν ενεργουμένην δια το Δημόσιον Ταμείον, εφ’ όσον δια την πληρωμήν ταύτην δεν προβλέπεται υπό άλλων διατάξεων του παρόντος νόμου βαρύτερον ή ελαφρότερον αναλογικόν ή πάγιον τέλος ή ατέλεια …». Το τέλος αυτό, το οποίο επιβάλλεται και κατά την έκδοση απόδειξης για την είσπραξη των κατά τον Τελωνειακό Κώδικα επιβαλλόμενων πολλαπλών τελών (βλ. γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 757/1977) αυξήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ Α΄ 81) σε ποσοστό 2%. Στο δε άρθρο 65 του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Επί των εις το τέλος του χαρτοσήμου αναγομένων παραβάεων, εκτός των περιπτώσεων καθ’ ας καταλογίζεται χρηματική ποινή ή φυλάκισις επιβαλλομένη υπό του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, αποφαίνεται πάντοτε ο οικονομικός έφορος καταλογίζων δια πράξεώς του εις βάρος του παραβάτου το νόμιμον τέλος και πρόστιμον. 2. …3 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 1473/1984, ΦΕΚ Α΄ 127). Στην πράξη της παρ. Ι, η οποία μπορεί να εκδίδεται και για περισσότερα από 1 έτη αναγράφονται τα ποσά του κύριου τέλους και του προστίμου. Μαζί με την πράξη κοινοποιείται στον υπόχρεο και αντίγραφο της οικείας έκθεσης ελέγχου, στην οποία μνημονεύονται και οι σχετικές διατάξεις, που επιβάλλουν το τέλος αυτό και το πρόστιμο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το περιεχόμενο της παραπάνω πράξης». Εξάλλου, το άρθρο 11 του ν.δ. 4169/1961 (ΦΕΚ Α΄ 81) ορίζεται ότι: «1. Επιβάλλεται υπέρ του Ο.Γ.Α. ειδική κοινωνική εισφορά κατά τα εις τας κατωτέρω διατάξεις οριζόμενα: Α. … Γ. Πρόσθετον ποσοστόν επί των τελών χαρτοσήμου: Το ποσοστόν τούτο ορίζεται εις δέκα επί τοις εκατόν (10%) επί των κατά τας διατάξεις του Διατάγματος της 28 Ιουλίου 1931 “περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου”, ως ισχύει σήμερον…», ενώ με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.Δ. 4435/1964 (ΦΕΚ Α΄ 217) διπλασιάστηκε το ως άνω ποσοστό.

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 2 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), όπως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α΄ 240/22.12.2016) ορίζεται ότι: «1. … 2. Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μη γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης. 3. … 4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας». Η ανωτέρω διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παραβάσεως, καταλαμβάνει την κρινόμενη προσφυγή, λόγω του χρόνου συζητήσεως αυτής (βλ. σχετ. ΣτΕ 459/2018), δεδομένου ότι, κατά γενική δικονομική αρχή, η νεότερη δικονομική ρύθμιση έχει πεδίο εφαρμογής στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων μετά από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της (βλ. ΣτΕ 2467/2001, 3953/2007, 167 – 169/2017 επταμ., 459/2018, ΔΕφΑθ 2715/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου του Κ.Δ.Δ., το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το αμετάκλητο της απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μόνο όταν προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως, δε, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 4 αυτού, μόνον «εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας» (πρβλ. ΣτΕ 1522/2010 επταμ., 221/2015, 1067/2013). Ο δε διοικητικός δικαστής δεν υποχρεούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα εάν έχει καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση, που του έχει προσκομισθεί παραδεκτώς (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 3051/2017 επταμ., 1522/2010 επαμ., 2403/2015, 2951/2013 κ.α.).

6. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και η από 26.01.2007 πορισματική αναφορά των υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής, η οποία καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Πρωτοκόλλου Τελωνειακών Παραβάσεων με αριθ. ……/2007 προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την υπ’ αριθ. …./2007 εντολή ελέγχου, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών μετέβησαν για έλεγχο την ……..2006 στην έδρα της τέταρτης προσφεύγουσας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με αντικείμενο εργασιών «εμπορία υγρών καυσίμων» και επωνυμία «……….. ΕΠΕ» στη θέση Γκορύτσα στον Ασπρόπυργο. Η επιχείρηση βρέθηκε κλειστή λόγω εποχικής δραστηριότητας και κατόπιν δύο προσκλήσεων προσκομίστηκαν στην ως άνω Υπηρεσία τα βιβλία και παραστατικά στοιχείων αγορών – πωλήσεων. Κατά το λογιστικό έλεγχο των παραστατικών αυτών με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης, ο οποίος έγινε παρουσία του δεύτερου προσφεύγοντος ………, διαπιστώθηκε ότι κατά τη χρήση 01/01 έως 31/12/2005 η ελεγχόμενη επιχείρηση είχε αγοράσει συνολικά 10.011.240 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, σύμφωνα με τα φορολογικά στοιχεία που είχε λάβει από τους προμηθευτές της, ενώ είχε πωλήσει συνολικά (χονδρική και λιανική) 10.047.963 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ενώ τα αποθέματά της την 31.12.2004, αλλά και την 31.12.2005 ήταν, σύμφωνα με την απογραφή, μηδενικά. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ελέγχου, είχαν διατεθεί από την επιχείρηση στην εσωτερική κατανάλωση 36.723 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης πλέον των αγορών της, αξίας 17.259,81 ευρώ. Κατόπιν αυτών, συντάχθηκε το από ………….2006 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης των υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Ε. ……… και ……….., το οποίο φέρει την υπογραφή του δεύτερου προσφεύγοντος, ως εκπροσώπου της «……… ΕΠΕ», αντίγραφο δε αυτού παρέλαβε ο ίδιος, ενώ οι ίδιες διαπιστώσεις περιλήφθηκαν στο υπ’ αριθ. ……./2006 Υπηρεσιακό Σημείωμα Ελέγχου των ίδιων υπαλλήλων, το οποίο ομοίως επιδόθηκε στον …………, ως υπεύθυνο της ελεγχόμενης εγκατάστασης. Στις ………..2006 εξετάστηκε χωρίς όρκο ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. ο ……………., ο οποίος δήλωσε ως επάγγελμα έμπορος καυσίμων και ερωτηθείς σχετικά με την προκύψασα διαφορά των 36.723 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης στα βιβλία της «…….. ΕΠΕ», απάντησε «η έκδοση των παραστατικών διακίνησης γινόταν από υπαλλήλους μου που δεν γνώριζαν την κρισιμότητα και την αποδεικτική ισχύ των παραστατικών αυτών. Ούτε όμως εγώ γνώριζα να ελέγχω την ορθή έκδοση των παραστατικών αυτών. Τώρα διαπιστώνω ότι έχουν γίνει κάποια λάθη όσον αφορά τις επιστροφές μη διατεθέντων ποσοτήτων για τις οποίες δεν εκδίδονταν χωριστά παραστατικά επιστροφής με αποτέλεσμα οι επιστροφές αυτές να φαίνονται διπλές πωλήσεις. Δεν υπάρχει ούτε δόλος ούτε όφελος από την ενέργεια αυτή…». Εξάλλου, σύμφωνα με την από ……….2007 έκθεση διαφυγόντων κερδών, η ποσότητα των 36.723 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης αξίας 17.259,81 ευρώ διέφυγε της κατάσχεσης, ενώ σύμφωνα με την από …….2007 έκθεση, οι οφειλόμενοι για την ποσότητα αυτή δασμοί και φόροι προσδιορίστηκαν στο ποσό των 14.917,03 ευρώ. Με την προαναφερόμενη από …….2007 πορισματική έκθεση προτάθηκε, μεταξύ άλλων, ο ποινικός και διοικητικός κολασμός της ……….., ως μέλους της ΕΠΕ σε ποσοστό 75%, του …………., ως μέλους της ΕΠΕ σε ποσοστό 15% και του ………….., ως εκπροσώπου της ελεγχόμενης ΕΠΕ. Με τις υπ’ αριθ. πρωτ. ………., ……., ……… και ……./2008 κλήσεις σε απολογία κλήθηκαν όλοι οι προσφεύγοντες σε απολογία και οι …………, …………….. και …………… κατέθεσαν τα υπ’ αριθ. πρωτ. ……….., ………. και …….../2008, αντίστοιχα, απολογητικά υπομνήματα ενώπιον του Ζ΄ Τ.Ε.Σ. Η πρώτη προσφεύγουσα ………….. υποστήριξε ότι εσφαλμένα κλήθηκε σε απολογία χωρίς να εξειδικεύεται η συμμετοχή της ή ο δόλος στην αποδιδόμενη σε αυτήν κατηγορία, στηριζόμενη απλώς στην ιδιότητά της ως εταίρου της «……… ΕΠΕ» με ποσοστό 75%, ενώ η ίδια δεν έχει ανάμιξη ή ενεργή συμμετοχή στην εταιρεία. Ο δεύτερος προσφεύγων, σύζυγος της πρώτης προσφεύγουσας …………., υποστήριξε ότι δεν τον συνδέει καμία έννομη σχέση με την εταιρεία «……… ΕΠΕ», ότι εσφαλμένα εξελήφθη από τις ελεγκτικές αρχές ως εκπρόσωπος ή διαχειριστής αυτής, ενώ ακόμα και η ιδιότητα του διαχειριστή δεν αρκεί για να θεωρηθεί υπαίτιος τελωνειακής παράβασης, χωρίς να εξειδικεύεται η συμμετοχή και ο δόλος του στην παράβαση αυτή. Τέλος, ο τρίτος προσφεύγων ………… υποστήριξε ότι δεν έχει στην πραγματικότητα ανάμιξη ή ενεργή συμμετοχή στην εταιρεία, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το καταστατικό τυγχάνει διαχειριστής και εταίρος αυτής σε ποσοστό 15%. Περαιτέρω και οι τρεις ως άνω προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η ασυμφωνία που ανέκυψε μεταξύ των τηρουμένων από την εταιρεία φορολογικών στοιχείων και του ελέγχου οφείλεται στο γεγονός ότι η εταιρεία δεν μπορεί να διαθέτει δεξαμενή αποθήκευσης πετρελαίου θέρμανσης και για το λόγο αυτό ο λογιστής υποχρεούται να εμφανίζει στις 31/12 κάθε έτους τα αποθεματικά της εταιρείας ως μηδενικά παρότι υπάρχουν πρόσκαιρα αποθηκευμένες ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης εντός των βυτιοφόρων της. Συνεπώς, η ανευρεθείσα επιπλέον των αγορών ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης είναι η αδιάθετη κατά την 31/12/2004 ποσότητα. Εξάλλου, από λάθος σχετικά με τα παραστατικά επιστροφής κάποιων αδιάθετων ποσοτήτων εμφανίζονταν οι επιστροφές αυτές ως διπλές πωλήσεις. Ο Διευθυντής του Ζ΄ Τ.Ε.Σ. Πειραιά δεν εκτίμησε τους ισχυρισμούς των ως άνω προσφευγόντων ως βάσιμους και συγκεκριμένα α) έκρινε ότι η ιδιότητα του διαχειριστή και του εταίρου στο πρόσωπο του ………… και της ………., αντίστοιχα, δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη, γιατί είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για την ενημέρωση των υπαλλήλων, για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και την τήρηση των νόμων, β) απέρριψε τον ισχυρισμό του …………. ότι δεν τον συνδέει καμία έννομη σχέση με την εταιρεία, καθώς από την από …….2006 έκθεση εξέτασής του ενώπιον της ΥΠ.Ε.Ε. και την πορισματική έκθεση προέκυπτε κατά τη γνώμη του ότι ήταν υπεύθυνος και συμμετείχε ενεργά στη λειτουργία της ελεγχόμενης επιχείρησης και γ) έκρινε ότι ανήκει στις νόμιμες υποχρεώσεις της ελεγχόμενης επιχείρησης η σωστή απεικόνιση των αγορών και πωλήσεων και η έκδοση των ορθών και κατάλληλων φορολογικών στοιχείων, ενώ κάθε διαφορά που προκύπτει μεταξύ αγορών και πωλήσεων, η οποία δεν δικαιολογείται από τα αντίστοιχα παραστατικά, ενόψει και της αδυναμίας διενέργειας φυσικού ελέγχου, ελλείψει αποθηκευτικού χώρου, χαρακτηρίζεται ως καύσιμο αγνώστου προελεύσεως, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι. Διαλαμβάνοντας αυτές τις αιτιολογίες, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. ………../2008 καταλογιστική πράξη του ως άνω Διευθυντή, χαρακτηρίστηκε, η ενέργεια της αγοράς, κατοχής και διάθεσης εμπορευμάτων στην εσωτερική κατανάλωση χωρίς πληρωμή ων αναλογούντων φόρων και δασμών ως τελωνειακή παράβαση που ενέχει στοιχεία λαθρεμπορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2, 15 παρ. 2α και 2ζ του ν. 2960/2001, προσδιορίστηκαν οι δασμοί και οι λοιποί φόροι που λήφθηκαν υπόψη για την επιβολή του πολλαπλού τέλους σε 14.917,03 ευρώ, επιβλήθηκε στους τρεις πρώτους προσφεύγοντες πολλαπλάσιο τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμών και φόρων, ήτοι 44.751,09 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου 2% και τελών 20% επί των τελών χαρτοσήμου υπέρ Ο.Γ.Α., ύψους 1.047,02 ευρώ, επιμεριζόμενο σε 14.917,03 ευρώ στον καθένα, κηρύχθηκε δε έκαστος ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεος για την καταβολή των επιβληθέντων στους λοιπούς συγκαταλογιζόμενους πολλαπλών τελών, καταλογίστηκαν οι ως άνω τρεις προσφεύγοντες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή των δασμών και λοιπών φόρων που αφορούν τη διαφυγείσα την κατάσχεση ποσότητα, ύψους 14.917,03 ευρώ και τέλος κηρύχθηκε η τέταρτη προσφεύγουσα «……….. ΕΠΕ», αλληλέγγυα ως αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή των ως άνω επιβληθέντων ποσών.

7. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν την ………2018 υπόμνημα, οι προσφεύγοντες επιδιώκουν την ακύρωση, άλλως τη μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης πράξης. Υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη είναι παράνομη κατά το μέρος που τους επιβάλλει τέλος χαρτοσήμου και ποσοστό 20% επί των τελών χαρτοσήμου υπέρ Ο.Γ.Α., δεδομένου ότι τα τέλη αυτά δεν προβλέπονται ούτε από τον Τελωνειακό Κώδικα ούτε και αναγράφεται στο σώμα της πράξης η διάταξη που προβλέπει την επιβολή αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 3 του Κ.Ν.Τ.Χ. Εξάλλου, προβάλλουν ότι η πράξη πάσχει από αοριστία γιατί δεν αναφέρει τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την παράβαση, ούτε και τον τρόπο με τον οποίο προκύπτει ο υπολογισμός των δασμών και φόρων που αποτελούν τη βάση των πολλαπλών τελών. Περαιτέρω, υποστηρίζουν πως παραβιάστηκε ο ουσιώδης τύπος της προηγούμενης ακρόασης, διότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε την ίδια μέρα που κατατέθηκαν τα απολογητικά υπομνήματα, τα οποία μόνο τύποις λήφθηκαν υπόψη, ενώ ενώπιον της ΥΠ.Ε.Ε. κλήθηκε σε απολογία και απολογήθηκε τελικώς μόνον ο …………., ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την εταιρεία, με συνέπεια, το Υπηρεσιακό Σημείωμα να μην έχει κοινοποιηθεί νομίμως ούτε στην εταιρεία ούτε και στους νόμιμους εταίρους της. Επιπλέον, κατά τους προσφεύγοντες, η ως άνω επικαλούμενη αοριστία της προσβαλλόμενης και η έλλειψη τεκμηριωμένης απάντησης στους ισχυρισμούς που οι προσφεύγοντες προέβαλαν με τα απολογητικά υπομνήματά τους καθιστά την αιτιολογία της ανύπαρκτη ή πάντως ελλιπή. Για το ουσιαστικό μέρος της παράβασης, οι προσφεύγοντες επαναλαμβάνουν όσα είχαν επικαλεστεί με τα κατατεθέντα την ………2008 υπομνήματά τους ενώπιον της Τελωνειακής Αρχής, υποστηρίζοντας ότι δεν συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας.

8. Επειδή, τέλος, με το κατατεθέν την ……..2018 υπόμνημα, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι ειδικότερα ως προς την πρώτη προσφεύγουσα, …….., πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει σήμερα, καθώς και η δικαιοδοτική αρχή «ne bis in idem», καθώς αθωώθηκε με τη υπ’ αριθ. 23452/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί, ως προς αυτήν, αμετάκλητη, λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων. Επικαλούνται, δε, προς τούτο, νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. Προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, την υπ’ αριθ. 23452/2012 απόφαση (και έκθεση Πρακτικών) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην οποία κρίθηκαν τα εξής: «… το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι Α΄ και Β΄ κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι διότι ο μεν πρώτος ασκώντας ουσιαστικά και εν τοις πράγμασι διαχείριση και σύζυγος της κυρίας μετόχου και τρίτης των κατηγορουμένων, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία «……… ΕΠΕ» κατείχαν και διέθεσαν στην κατανάλωση …… 36.723 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης χωρίς να κατέχουν τα αντίστοιχα παραστατικά αγοράς και να έχουν καταβάλει τους αναλογούντες φόρους, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις που ανέρχονται στο ποσό των 14.917,30 ευρώ. Ο ισχυρισμός τους ότι δεν αφορούσε ποσότητα λαθραίου πετρελαίου, αλλά απόθεμα που δεν είχαν χώρο να το αποθηκεύσουν είναι αβάσιμος διότι όφειλαν να εμφανίζουν την ποσότητα αυτή νόμιμα στα βιβλία της επιχείρησης. Εξάλλου, η τρίτη των κατηγορουμένων είχε τυπική συμμετοχή στην ανωτέρω εταιρεία, δεν γνώριζε ούτε είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στη διαχείριση αυτής. Είχε δεχθεί να μπει στην διοίκηση για εξυπηρέτηση και από ανάγκη. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώα για την πράξη που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο. …». Όπως προκύπτει από την από ………2018 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέως …….. επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της εν λόγω απόφασης, «κατά της υπ’ αριθ. 23452/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο της εφέσεως με αριθ. εκθέσεως ………/2012 από τον κατηγορούμενο ………. και …………./2012 από τον κατηγορούμενο ……… και υπεβλήθησαν στον Εισαγγελέα …….. Δεν έχει ασκηθεί έφεση ή αναίρεση μέχρι χθες από άλλο διάδικο ούτε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου».

9. Επειδή, κατ’ αρχήν, ο λόγος σύμφωνα με τον οποίον παραβιάστηκε η αρχή της προηγούμενης ακρόασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οι τρεις πρώτοι προσφεύγοντες κλήθηκαν προς απολογία πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης με τις υπ’ αριθ. πρωτ. ……., …….., …….. και ……./2008 κλήσεις και κατέθεσαν τα υπ’ αριθ. πρωτ. ……., ……. και ……… απολογητικά υπομνήματα, αντίστοιχα. Όσον, δε, αφορά την τέταρτη προσφεύγουσα «……. ΕΠΕ», η υπ’ αριθ. ……/2008 κλήση προς ακρόαση επιδόθηκε νόμιμα στο νόμιμο εκπρόσωπό της, ………., με θυροκόλληση (βλ. σχετικά το από ………2008 αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου του Ζ΄ Τ.Ε.Σ. Πειραιά ………). Περαιτέρω, από το σώμα της προσβαλλόμενης, στο οποίο εκτίθενται αυτούσιοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των προσφευγόντων, προκύπτει ότι τα υπομνήματα αυτά λήφθηκαν υπόψη, ενώ, με την προσβαλλόμενη απαντώνται ειδικώς και εμπεριστατωμένα οι προβαλλόμενοι εκ μέρους των προσφευγόντων ισχυρισμοί, καθιστώντας την έτσι, ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου προσφυγής. Εξάλλου, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε την ίδια μέρα με την κατάθεση των ως άνω υπομνημάτων δεν αναιρεί την τήρηση του ουσιώδους τύπου της προηγούμενης ακρόασης ούτε καθιστά παράνομη την απολογία της.

10. Επειδή περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πάσχει από αοριστία. Αντιθέτως, από το ίδιο το σώμα της προσβαλλόμενης και την αιτιολογία της, που συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που κατά, την άποψη της Τελωνειακής Αρχής συγκροτούν την έννοια της λαθρεμπορίας, ήτοι η πώληση, κατά τη χρήση 2005, 36.723 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης από την εταιρεία, πλέον της ποσότητας που φαίνεται να έχει αγοράσει με νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Εξάλλου, από την με ημερομηνία ………2007 έκθεση προσδιορισμού δασμών και φόρων, σε συνδυασμό με το από ……….2006 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης προκύπτει σαφώς ο τρόπος υπολογισμού των χρεώσεων, ήτοι αναλύονται και υπολογίζονται οι φόροι που αναλογούν στην επίδικη ποσότητα πετρελαίου ή στην αξία αυτής κατά την ημερομηνία γένεσης της οφειλής, ανά είδος φόρου/τέλους και ποσοστού αυτού, κατά δε του τρόπου υπολογισμού και των ειδικότερων ποσών φόρων οι προσφεύγοντες δεν βάλλουν συγκεκριμένα.

11. Επειδή, ενόψει όσων έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι α) κατά τον λογιστικό έλεγχο με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης που πραγματοποιήθηκε στα βιβλία της προσφεύγουσας εταιρείας, διαπιστώθηκε ότι η ελεγχόμενη εταιρεία είχε πωλήσει κατά το χρονικό διάστημα από 01/01 – 31/12/2005 36.723 λίτρα πετρελαίου, επιπλέον από τις αγορές της, για τα οποία δεν υπήρχαν νόμιμα παραστατικά, β) για την ποσότητα αυτή δεν αποδείχθηκε η νόμιμη προέλευση και κατοχή, καθώς και η προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων φόρων και δασμών, γ) προς απόδειξη των ισχυρισμών των προσφευγόντων ότι επρόκειτο για εσφαλμένη έκδοση παραστατικών από τους υπαλλήλους της ελεγχόμενης εταιρείας και για λογιστική διαφορά που οφείλεται στην αδυναμία αποθήκευσης και απογραφής του αποθέματος πετρελαίου κατά τη λήξη του έτους (31.12.2004) δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο ούτε ενώπιον της Τελωνειακής Αρχής, ούτε και του Δικαστηρίου τούτου, κρίνει καταρχάς ότι στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, η αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ. 2 και 155 παρ. 2 περ. ζ του ν. 2960/2001. Περαιτέρω, όσον αφορά τον δεύτερο και τρίτο προσφεύγοντα, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας και την προσκομιζόμενη από τους προσφεύγοντες υπ’ αριθ. 23452/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το αμετάκλητο της οποίας, ως προς αυτούς, δεν προβάλλεται, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και με την οποία οι ως άνω προσφεύγοντες κρίθηκαν ένοχοι για τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά που κατά την προσβαλλόμενη συνιστούν την παράβαση της λαθρεμπορίας, κρίνει ότι όσον αφορά τους ………. και ………., πληρούται και η υποκειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας. Για τον μεν δεύτερο προσφεύγοντα, σύζυγο της πλειοψηφούσας εταίρου της ΕΠΕ, τελούσε, δε, σε γνώση του γεγονότος της πώλησης ποσοτήτων πετρελαίου για τις οποίες δεν υπήρχαν νόμιμα παραστατικά, άρα δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι, με αποτέλεσμα τη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Εξάλλου, η απουσία έννομης σχέσης με την ελεγχόμενη εταιρεία δεν αποκλείει το πραγματικό γεγονός της ύπαρξης σχέσης εκπροσώπησης της εταιρείας, το οποίο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ήταν παρών κατά τον έλεγχο, υπέγραφε και παραλάμβανε έγγραφα ως εκπρόσωπος της εταιρείας, χωρίς να αρνηθεί την ιδιότητά του αυτή, ότι ο ίδιος δήλωσε ως επάγγελμά του έμπορος καυσίμων, καθώς και από το περιεχόμενο της από …….2006 έκθεσης εξέτασής του χωρίς όρκο ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, στην οποία περιγράφει τον εαυτό του ως ασκούντα τη διαχείριση της εταιρείας. Για δε τον τρίτο προσφεύγοντα, …………., διότι ως καταστατικός διαχειριστής ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας και την εκπροσωπούσε, ενώ οι ισχυρισμοί του, ότι η συμμετοχή του σε αυτήν ήταν απλώς τυπική, πρέπει να απορριφθούν, ως αναπόδεικτοι.

Όσον αφορά, όμως, την πρώτη προσφεύγουσα, ………., σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις του προαναφέρθηκαν και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη α) ότι στο άρθρο 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα ορίζεται με τον ίδιο τρόπο η τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας και το ποινικό αδίκημα και επομένως, σε περίπτωση που προηγηθεί από το ποινικό δικαστήριο αμετάκλητη αθωωτική απόφαση για συγκεκριμένο αδίκημα λαθρεμπορίας, η απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, δεσμεύει το διοικητικό δικαστήριο, που στη συνέχεια επιλαμβάνεται της τελωνειακής παράβασης (ΔΕφΑθ 4771/2017, 362/2018, 2715/2018, ΔΕφΠειρ 49/2018) και β) ότι με την ως άνω 23452/2012 αμετάκλητη, όπως προκύπτει από την επ’ αυτής από ………2018 υπηρεσιακή βεβαίωση, κατά το βάσιμο και β) ότι με την ως άνω 23452/2012 αμετάκλητη, όπως προκύπτει από την επ’ αυτής από …………2018 υπηρεσιακή βεβαίωση, κατά το βάσιμο ισχυρισμό της προσφυγής, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, η …………., μετά από ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αθωώθηκε από τις ποινικές κατηγορίες, που είχαν διατυπωθεί σε βάρος της για την ίδια παράβαση, για την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της (κατ’ επιμερισμό) το ένδικο πολλαπλό τέλος με την προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Ζ΄ Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά και δη κρίνοντας το ως άνω ποινικό δικαστήριο ότι οι αποδοθείσες σε αυτήν πράξεις δεν στοιχειοθετούνται υποκειμενικά (δεν αποδείχθηκε ότι προσφεύγουσα τελούσε σε γνώση της κατοχής και πώλησης από την ελεγχόμενη εταιρεία πετρελαίου θέρμανσης, για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί ο αναλογούντες δασμοί και φόροι, καθώς δεν είχε ούτε ασκούσε τη διαχείριση της εταιρείας), ήτοι η απαλλαγή της στηρίχθηκε στην έλλειψη στοιχείου (άμεσος δόλος) που αποτελεί προϋπόθεση της αποδιδόμενης σε αυτήν διοικητικής παράβασης (ΔΕφΑθ 2715/2018), το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή των ενδίκων δασμών και φόρων και πολλαπλών τελών σε βάρος της πρώτης των προσφευγόντων – κατ’ επιμερισμό – δεν είναι νόμιμη και πρέπει η προσβαλλόμενη κατά το μέρος που αφορά την προσφεύγουσα, να ακυρωθεί, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της προσφυγής.

12. Επειδή, εξάλλου, νομίμως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην τέταρτη σκέψη της παρούσας απόφασης, ορίσθηκε με την προσβαλλόμενη ότι κατά την είσπραξη των επιβαλλόμενων πολλαπλών τελών επιβάλλονται τέλη χαρτοσήμου 2% και ποσοστό επί των τελών αυτών υπέρ Ο.Γ.Α. 20%, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου της προσφυγής. Περαιτέρω, η προβλεπόμενη στο άρθρο 65 παρ. 3 του Κ.Ν.Τ.Χ. υποχρέωση αναγραφής των προβλεπόντων το τέλος χαρτοσήμου διατάξεων, αφορά πράξεις καταλογισμού παραβάσεων αναγομένων στο τέλος χαρτοσήμου, με τις οποίες επιβάλλεται το τέλος και το σχετικό πρόστιμο και όχι περιπτώσεις, όπως η προκείμενη, κατά την οποία το τέλος συνεισπράττεται κατά την έκδοση απόδειξης από το Δημόσιο Ταμείο για πληρωμή καταλογισθέντων πολλαπλών τελών προς αυτό, όπως αβασίμως προβάλλουν οι προσφεύγοντες.

13. Επειδή, τέλος, νομίμως, κατά το άρθρο 161 του ν. 2960/2001, όπως ερμηνεύτηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη ως αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή του επιβαλλόμενου πολλαπλού τέλους και των αναλογούντων δασμών και φόρων της επίδικης ποσότητας πετρελαίου η τέταρτη προσφεύγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ως νομικό πρόσωπο που είναι κύριος των εμπορευμάτων (πετρελαίου θέρμανσης) που αποτέλεσαν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας και το οποίο εκπροσωπούν οι κύριοι υπαίτιοι της λαθρεμπορίας δεύτερος και τρίτος των προσφευγόντων, ενώ, εξάλλου, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από την προσφεύγουσα εταιρεία.

14. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πρώτη προσφεύγουσα, η δε προσβαλλόμενη πράξη να ακυρωθεί, μόνο κατά το μέρος που αφορά στον χαρακτηρισμό της πρώτη προσφεύγουσας ως υπαίτιας τέλεσης τελωνειακής παράβασης που ενέχει τα στοιχεία του αδικήματος της λαθρεμπορίας, κατά την έννοια του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» και (κατά το μέρος που αφορά) στον καταλογισμό σε βάρος της μέρους των πολλαπλών τελών ανερχόμενων στο τριπλάσιο των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ύψους 14.917,03 ευρώ, πλέον συνεισπραττόμενων τελών χαρτοσήμου και εισφορών υπέρ Ο.Γ.Α., των δασμών και λοιπών φόρων για τη διαφυγούσα της κατάσχεσης ποσότητα, ύψους 14.917,03, καθώς και κατά το μέρος που κηρύχθηκε αλληλέγγυα και εις ολόκληρον συνυπεύθυνη για την καταβολή του συνολικού ποσού των καταλογισθέντων ποσών πολλαπλών τελών και διαφυγουσών επιβαρύνσεων (ύψους 44.751,09 ευρώ και 14.917,03 ευρώ, αντίστοιχα) που επιβλήθηκαν στους λοιπούς συγκαταλογιζόμενούς της με την προσβαλλόμενη πράξη. Περαιτέρω, πρέπει να παραδοθεί σε αυτήν μέρος του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους 25 ευρώ και να καταπέσει το λοιπό, ύψους 75 ευρώ υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), ενώ, τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κ.Δ.Δ.).             

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Δέχεται εν μέρει την προσφυγή.

Ακυρώνει την υπ’ αριθ. ………../2008 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη προσφεύγουσα.

Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

Διατάσσει την απόδοση μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους 25 ευρώ στην πρώτη προσφεύγουσα και την κατάπτωση του λοιπού παραβόλου, ύψους 75 ευρώ, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Η απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις ………..2018.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Παραστάθηκαν