ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ.
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣEIΣ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΒΛΑΠΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΟΡΩΝ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.
ΟΙ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ.
ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ
Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:
«Αριθμός απόφασης1619 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ουρανία Ζυγογιάννη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Παναγιώτα Αθανασοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας:………………………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελευθερίου Κιούκη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 26261).
Της εναγομένης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..».
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από τον νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, και χωρίς αυτή να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή να γίνεται, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος - άρθρο 281 ΑΚ). Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό, μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ’ άρθρο 361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά ή μη) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτή, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει προσωρινά τη νέα εργασία του υπό τους τροποποιηθέντες όρους και παράλληλα να προσφύγει στο Δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Η εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 13-9-2017 αρχικά από την ομόρρυθμη εταίρο της εναγομένης, ………………….., προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος στην ατομική της επιχείρηση και, ακολούθως, στις 8-2-2021 από την εναγομένη εταιρεία, η οποία συνέχισε τη δραστηριότητα της ως άνω ατομικής επιχείρησης και υπεισήλθε, ως διάδοχος εργοδότης, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επίδικης εργασιακής σχέσης. Ότι το Φεβρουάριο του 2024 η εναγομένη επιχείρησε να μεταβάλει μονομερώς τον τόπο παροχής της εργασίας της, υποχρεώνοντάς την να παρέχει αυτήν στην έδρα της εταιρείας, ενώ έως τότε εργαζόταν με τηλεργασία, καθώς και να μειώσει το μισθό της, από το ποσό των 1.100 ευρώ στο ποσό των 670 ευρώ μηνιαίως. Ότι η εν λόγω αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, την οποία απέκρουσε ρητά, προβαίνοντας στις 15-3-2024 σε επίσχεση εργασίας και ζητώντας από την εργοδότρια να την απασχολεί με τους πριν τη μεταβολή όρους. Ότι η εναγομένη όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε, αλλά αντίθετα στις 26-3-2024 της κοινοποίησε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης, η οποία συνιστά καταγγελία της σύμβασής της. Ότι, κατόπιν αυτών, η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 5.133,33 ευρώ ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Επίσης, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και τα αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 περί δυνατότητας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με προσφυγή στη διαμεσολάβηση (βλ. την από 5-9-2024 έγγραφη ενημέρωση της ενάγουσας για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, που υπογράφεται από την ίδια και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντί καταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο Ν. 4335/2015) και, αναφορικά με το αίτημα να καταβληθεί στην ενάγουσα η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955, δεδομένου ότι, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 26-3-2024, η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 13-9-2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……………..έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χρήστου Πολύζου). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 7 και 8 Ν. 2112/1920, 2,5 παρ. 1, 3 και 6 Ν. 3198/1955, 74 παρ. 3 Ν. 3863/2010, 1 παρ. ΙΑ.12 περ. 2 Ν. 4093/2012, 340, 341, 346, 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ και 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί και κατ’ ουσίαν, χωρίς να απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου εκ μέρους της ενάγουσας, αφού τα αγωγικά αιτήματα δεν υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το. άρθρο 50 Ν. 5134/2024 και ισχύει από 10-09-2024).
Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά), που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 28ης-1-2025, οι οποίες περιέχονται στα 309/2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την από 31-1-2025 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης ……………….ενώπιον της δικηγόρου …………………που λήφθηκε με τις διατυπώσεις του άρθρου 421 ΚΠολΔ, μετά από νόμιμηγνωστοποίηση από την εναγομένη προς την ενάγουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο ακροατήριο που επέχει θέση κλήτευσης και προσκομίσθηκε με την προσθήκη στις προτάσεις για την αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της (άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ ΚΠολΔ), καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, η οποία είναι διαιτολόγος-διατροφολόγος, προσλήφθηκε στις 12-9-2017 από την…………………., προκειμένου να απασχοληθεί με την παραπάνω ειδικότητα στην ατομική επιχείρησης της τελευταίας στη………………., ενώ αργότερα, με τη σύσταση από την ………………..ετερόρρυθμης εταιρείας, με διαχειρίστρια την ίδια, αποχώρησε οικειοθελώς από την ατομική επιχείρηση στις 5- 2-2021 και προσλήφθηκε με τους ίδιους όρους στις 8-2-2021 από την εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία «……………………..». Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση της ……………………..μεταβιβάσθηκε αυτούσια στην εναγομένη, που συνέχισε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, στην ίδια έδρα, διατηρώντας την πελατεία της και τα λοιπά υλικά και άυλα στοιχεία της (βλ. για τα κριτήρια περί του αν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπεία αυτού, η εναγομένη υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως ως διάδοχος εργοδότης στην σύμβαση εργασίας της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την έναρξη της εργασιακής σχέσης, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της από απόσταση, καθώς διέμενε μόνιμα ……………………με την ανήλικη κόρη της, ενώ ο μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 1.100 ευρώ (καθαρά), τον οποίο εισέπραττε εν μέρει μέσω τραπέζης και εν μέρει σε μετρητά, καθώς είχε δηλωθεί και ασφαλιζόταν για μισθό 650 ευρώ, σύμφωνα με τη σύμβασή της. Είχε επίσης παραχωρήσει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος διαιτολόγου που κατείχε στην εναγομένη, ώστε αυτή να μπορεί να λειτουργεί ως επιχείρηση παροχής υπηρεσιών διαιτολογίας και διατροφής. Σημειώνεται ότι τόσο το γεγονός της τηλεργασίας όσο και το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας αποδείχθηκαν πέραν αμφιβολίας από τις καταθέσεις των μαρτύρων στοακροατήριο του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν (ιδίως το από ………….δελτίο εργατικής διαφοράς του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Γλυφάδας-Δάφνης, στο οποίο η ομόρρυθμη εταίρος της εναγομένης παραδέχεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν εξ αρχής από απόσταση και την εκτύπωση των γραπτών μηνυμάτων μεταξύ της υπαλλήλου της εναγομένης …………………..και της ενάγουσας, στα οποία γίνεται μνεία στο ύψος του μισθού της τελευταίας και στο τρόπο καταβολής αυτού). Δεν
σχετιζόταν, άλλωστε, η τηλεργασία της ενάγουσας με τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην εργασία το διάστημα του Κορωναιού covid-19, αφού ίσχυε χωρίς διακοπή και πριν και μετά από αυτό. Εξάλλου, το Φεβρουάριο του 2024 άλλαξε η εταιρική σύνθεση της εναγομένης, με την είσοδο ως ετερόρρυθμης εταίρου της ……………….και την απόκτηση από αυτήν ποσοστού 80% των εταιρικών μεριδίων, την τοποθέτηση δε του συζύγου της, ……………………., σε κεντρικό ρόλο όσον αφορά τη διαχείριση των οικονομικών, αλλά και την εποπτεία εν γένει της λειτουργίας της επιχείρησης. Μέσω του ανωτέρω………………, ο οποίος κατέθεσε και ως μάρτυρας ανταπόδειξης στο ακροατήριο, η εργοδότρια ανακοίνωσε στην ενάγουσα ότι θα έπρεπε πλέον να παρέχει την εργασία της στην έδρα της εταιρείας, για τυπικούς λόγους, καθώς γινόταν χρήση της επαγγελματικής της άδειας, αλλά και επειδή, όπως επικαλέσθηκε, η αυτοπρόσωπη παρουσία διαιτολόγου ήταν αναγκαία για την ομαλή της λειτουργία. Επιπρόσθετα, της ανακοίνωσε ότι, επειδή σκόπευε να προσλάβει και άλλον διαιτολόγο, θα είχε στο εξής μικρότερο φόρτο εργασίας και, συνακόλουθα, ο μισθός της θα έπρεπε να μειωθεί στα 670 ευρώ. Με τις παραπάνω αποφάσεις, η εναγομένη επιχείρησε την τροποποίηση βασικών όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που είχαν καταστεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών από την αρχή της εργασιακής σχέσης. Ιδίως ο τόπος παροχής της εργασίας, ο οποίος είχε συμφωνηθεί προφορικά, χωρίς να αναγράφεται στη σύμβαση, ήταν για οικογενειακούς και οικονομικούς λόγους ουσιωδέστατος όρος για την ενάγουσα και τούτο ήταν γνωστό στην εναγομένη από την αρχή της συνεργασίας τους. Ωστόσο, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της ενάγουσας, η εναγομένη ενέμεινε στην απόφασή της, την κάλεσε μάλιστα στις 4-3-2024 να εμφανισθεί άμεσα για εργασία στην έδρα της εταιρείας, άλλως θα προέβαινε στις αναγκαίες νομικές ενέργειες. Αντιδρώντας η ενάγουσα προσέφυγε στις 5-3-2024 στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ στις 15-3- 2024 επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση, με την οποία διαμαρτυρόταν για τη μονομερή εκ μέρους της μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης καιδήλωνε ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης εωσότου η εναγόμενη αποδεχόταν τις υπηρεσίες της με το προηγούμενο καθεστώς. Σημειωτέον ότι δεν επρόκειτο εν προκειμένω κατ’ ακριβολογία για επίσχεση εργασίας, αλλά στην πραγματικότητα η ενάγουσα, αποκρούοντας τη μεταβολή, δήλωνε ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες της όπως προηγουμένως (ήτοι με τηλεργασία). Κατόπιν αυτών, η εναγομένη δήλωσε ότι εκλαμβάνει την άρνηση της ενάγουσας να προσέλθει στην εργασία της ως παραίτηση και της κοινοποίησε την από 27-3-2024 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού. Εξάλλου, η μεταβολή του τόπου παροχής της εργασίας, αλλά και των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν οι ατομικές και οικογενειακές της ανάγκες και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι είναι διαζευγμένη και έχει μια ανήλικη κόρη, ηλικίας τον επίδικο χρόνο 9 ετών, το γεγονός ότι διέμενε μόνιμα στ……. και οι συνθήκες διαβίωσής της είχαν διαμορφωθεί κατά έναν ορισμένο τρόπο, που δεν μπορούσε να μεταβληθεί και μάλιστα αμέσως, τέλος δε ότι εργαζόταν από απόσταση αδιατάρακτα επί 7 περίπου έτη, συνιστά άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καθ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών. Αποτελεί, έτσι, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της επίδικης σύμβασης εργασίας, εξομοιούμενη, κατ’ ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος της εργαζομένης, με καταγγελία εκ μέρους της εργοδότριας, με αποτέλεσμα να οφείλεται η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε παραδεκτώς η εναγομένη, αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής και δεν συνιστά ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή όταν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα από τον δικαιούχο του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 1480/2012, ΑΠ 1434/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, με βάση τα έτη προϋπηρεσίας της ενάγουσας στην εναγομένη (6 έτη συμπληρωμένα, περιλαμβανομένου και του χρόνου απασχόλησής της στην ατομική επιχείρηση, βλ. άρθρο 6 Ν. 2112/1920 και 9 Β.Δ. 16/18-7-1920) και το ύψος του μισθού της κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τη λύση της σύμβασης (1.100 ευρώ), η αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 5.133,33 ευρώ (1.100 ευρώ + προσαύξηση 1/6 λόγω αναλογίας επιδόματος αδείας και δώρων εορτών X 4 μήνες, κατά τις προβλέψεις του Ν. 4093/2012). Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της καταγγελίας, ήτοι από 27-3-2024,απορριπτομένου του αιτήματος της εναγόμενης κατ’ εξαίρεση επιδίκασης της απαίτησης με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 346 ΑΚ εδ. τέταρτο), καθώς δεν συντρέχουν οι οριζόμενες από το νόμο προϋποθέσεις».
*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.