ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
Με την υπ’ αριθμ. 71/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- Τμήμα Τακτικής Διαδικασίας ο εναχθείς εν διαστάσει σύζυγος της εντολέως μας υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 364.514,35 ευρώ, το οποίο χωρίς τη συναίνεση της εντολέως μας είχε εκταμιεύσει, ως υπέρτερο του αντιστοιχούντος σε αυτόν ημίσεως, εκ του κατάλοιπου των κοινών τους λογαριασμών.
Ειδικότερα κρίθηκε: α) ότι τα εισοδήματα της εντολέως μας όσο και του εναχθέντος εν διαστάσει συζύγου της ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της σώρευσης του καταλοίπου του λογαριασμού παραπλήσια, γεγονός που σαφώς επέτρεπε στην εντολέα μας να αποταμιεύσει όπως και ο εναγόμενος., β) ότι ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να ανατρέψει το εκ των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932 και ΑΚ 489 μαχητό τεκμήριο περί του ισόποσου της συμμετοχής εκάστου των συνδικαιούχων επί του κατάλοιπου των κοινών λογαριασμών και γ) ότι τα τέκνα αυτών, λόγω της ανηλικότητάς τους, της ανυπαρξίας δικών τους εισοδημάτων αλλά και περιουσίας τους, συμμετείχαν ως συνδικαιούχοι των επίκοινων λογαριασμών αποκλειστικά για τυπικούς φορολογικούς λόγους, δίχως να αποτελούν αληθείς συνδικαιούχους των λογαριασμών αυτών, σε αντίθεση με τους γονείς τους.
Την υπόθεση χειρίστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία ο συνεργάτης Δικηγόρος του γραφείου μας, Λευτέρης Κιούκης.
Ακολουθεί το Κείμενο Απόφασης:
«Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932 «περί καταθέσως εις κοινόν λογαριασμόν», όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 παρ. Δ' περ. α' ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε ανοιχτό, διαζευκτικό λογαριασμό επ' ονόματι ενός ή περισσοτέρων από κοινού, είναι η κατάθεση, η οποία περιέχει τον όρο ότι από τον εν λόγω λογαριασμό μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε και όλοι οι κατ’ ιδίαν δικαιούχοι, η χρηματική δε κατάθεση που γίνεται στον άνω λογαριασμό επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491 και 493 Α.Κ., προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του Ν 5638/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και των τρίτων αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να χωρεί εξ ιδίου του αναλαμβάνοντος δικαίου. Αν αναληφθεί, εξάλλου, ολόκληρο το ποσό από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρο, δηλαδή και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες συνδικαιούχους, έναντι του δέκτη της κατάθεσης. Ο μη αναλαβών συνδικαιούχος αποκτά, από το νόμο πλέον, απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 493 Α.Κ., που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν το εξαιρετικό αυτό δικαίωμα. Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων καταθέτης, στρεφόμενος αναγωγικά κατά του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σ’ αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού (ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1545/2008, ΑΠ 1001/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας, το βάρος απόδειξης της οποίας έχει αυτός που την επικαλείται, μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος. Αναφορικά δε με τις σχέσεις μεταξύ των πολλών συνδικαιούχων του λογαριασμού, αυτές διέπονται από την εσωτερική μεταξύ τους σχέση που τους συνδέει, η οποία μπορεί να είναι εντολή, δάνειο, κ.λπ. ή και χαριστική, όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 Α.Κ., η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 2058/2007, Εφ Πειρ 172/2020, ΕφΛαρ 463/2015, ΕφΘεσ 1784/2013, ΕφΘεσ 2249/2013, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα ιστορεί ότι με τον εναγόμενο τυγχάνουν εν διαστάσει σύζυγοι. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους διατηρούσαν, τους αναφερόμενους στην αγωγή, κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου, προθεσμιακούς λογαριασμούς και προθεσμιακές καταθέσεις, συνολικού ποσού ……………ευρώ, σε ορισμένους εκ των οποίων, είχαν προστεθεί ως συνδικαιούχοι, τυπικά και για φορολογικούς λόγους, και τα τέκνα τους. Ότι επελθούσης της διάστασής τους, ο εναγόμενος, εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της, προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή αναλήψεις χρηματικών ποσών συνολικού ποσού ………. ευρώ από τους ως άνω λογαριασμούς, τα οποία μετέφερε σε δικούς του λογαριασμούς. Ζητεί δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να της καταβάλει το ποσό των ……….ευρώ που αποτελεί, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αιτήματος από το Δικαστήριο, και με δεδομένο ότι αναλήφθηκαν από τους διαδίκους όλα τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους ανωτέρω λογαριασμούς, τη διαφορά του ημίσεως του κεφαλαίου των χρημάτων που ανέλαβε ο εναγόμενος από τους ως άνω λογαριασμούς και δικαιούται η ίδια ως συνδικαιούχος, καθώς αντιστοιχεί στο μερίδιο που της αναλογεί σε αυτούς και του ημίσεως του ποσού που ανέλαβε η ίδια από αυτούς και δικαιούται ο εναγόμενος ως συνδικαιούχος καθώς αντιστοιχεί στο μερίδιο που του αναλογεί σε αυτούς, με το νόμιμο τόκο (επιδικίας) από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, ζητεί, προς απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών της, να προβεί ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, στην επίδειξη, των αναφερόμενων στην αγωγή, εγγράφων και να καταδικαστεί στη δικαστική της δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ. 2, 22 ΚΠολΔ) για να εκδικασθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 209 επ. ΚΠολΔ, ως οι επιμέρους διατάξεις του οικείου δεύτερου βιβλίου του εν λόγω Κώδικα ισχύουν μετά την κατά περίπτωση τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015], καθώς το προκείμενο εισαγωγικό δικόγραφο έχει κατατεθεί μετά το χρόνο έναρξης εφαρμογής σχετικώς του συγκεκριμένου Νόμου, την 1η-01-2016, και καταλαμβάνεται από την ισχύ του, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 αυτού), δεδομένου ότι έχει ασκηθεί παραδεκτώς με νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοσή της στον εναγόμενο (άρθρ. 215 § 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 4335/2015), όπως προκύπτει από την αριθμ. ……………….έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθήνας με έδρα το Πρωτοδικείο Αθήνας Χρήστου Πολύζου και είναι επαρκώς ορισμένη, παρά τα ενάντια υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, καθώς περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, τα οποία απαιτούνται από τις προδιαληφθείσες διατάξεις (ΑΠ 1001/2012 ΤΝΓΊ ΝΟΜΟΣ) και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 5368/1932, 2 παρ. 1 του ΝΔ 17- 07/13-08-1923, 361, 340, 346, 489, 490, 491, 493 Α.Κ., 907, 908, 176 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με κωδικό ……………..ηλεκτρονικό παράβολο και την από ………….απόδειξη πληρωμής του).
Με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ο εναγόμενος συνομολογεί την ύπαρξη των επίδικων τραπεζικών κοινών λογαριασμών και την ανάληψη των ως άνω χρηματικών ποσών από αυτούς, ισχυρίζεται ωστόσο, ότι η ενάγουσα στερείται του δικαιώματος αναγωγής σε βάρος του, λόγω υπάρξεως προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους, κατά το άνοιγμα των επιδίκων κοινών λογαριασμών, ότι τα κατατιθέμενα σε αυτούς χρηματικά ποσά, που θα αποτελούσαν προσωπικές του αποταμιεύσεις από την εργασία του, θα ανήκουν αποκλειστικά σ’ αυτόν, χωρίς η ενάγουσα να μπορεί να τα διεκδικήσει. Ο εν λόγω ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση (ΑΠ 1/2018, Εφ Πειρ 172/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.
Από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. …………….ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……………………αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών………………….., οι οποίες ελήφθησαν με πρωτοβουλία της ανωτέρω, μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου, πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’ άρθρο 422 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……………………….έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήστου Πολύζου), από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο υπ’ αριθμ. ………………….ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα……………………, ενώπιον της Συμβολαιογράφου…………….., η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία του ανωτέρω, μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας, πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’ άρθρο 422 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015 (βλ. την υπ’ αριθμ, ………………………έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ιωάννη Σταθαρά), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους και αναφέρονται περιοριστικά παρακάτω, αποδείχθηκαν τα εξής: Οι διάδικοι συνήψαν γάμο την………………., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα και δη την …………………….και τον………………., ήδη δε, από …………….τελούν σε διάσταση. Κατά τη διάρκεια της συζυγικής συμβίωσής τους, διατηρούσαν τους κάτωθι κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς: 1) ………………..με συνδικαιούχους τους ίδιους και τα δύο τέκνα τους, 2) …………………….με συνδικαιούχους τους ίδιους και τη θυγατέρα τους ……………………..και β) τον υπ’ αριθμ. ………………….κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους τους ίδιους, 3) στην τράπεζα ……..α) ………………..με συνδικαιούχους τους ίδιους και δύο τέκνα τους, β) …………………………..με συνδικαιούχους τους ίδιους και τα δύο τέκνα τους και γ) ……………………..με συνδικαιούχους τους ίδιους και δύο τέκνα τους και 4…………………. με συνδικαιούχους τους ίδιους και τη θυγατέρα τους ………………………Επελθούσης της διάστασής τους, ο εναγόμενος προέβη, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, σε αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους παρακάνω τραπεζικούς λογαριασμούς. Ειδικότερα, την ……………….ο εναγόμενος ανέλαβε…………………... Επιπλέον, όπως και καθ’ υποφοράν διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο, την …………..η ενάγουσα ανέλαβε ……………..Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, ώστε εκ της μη ειδικής αμφισβήτησής τους να συνάγεται ομολογία τους (άρ. 352 ΚΠολΔ). Περαιτέρω δε, όπως δεν αμφισβητεί και ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, η συμμετοχή των τέκνων των διαδίκων στους παραπάνω λογαριασμούς ως συνδικαιούχων, ήταν τυπική και δεν είχαν ουδεμία ανάμειξη στην κίνηση των λογαριασμών, αλλά ούτε και συνεισφορά στην αποταμίευση, λόγω της ανηλικότητάς τους και της έλλειψης περιουσίας στο όνομά τους. Επιπλέον αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της με τον εναγόμενο, τύγχανε μόνιμη υπάλληλος …………………………όπου παρείχε την υπηρεσία της, πλην ορισμένων χρονικών περιόδων που τελούσε σε άδεια άνευ αποδοχών. Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα από την ίδια, εκκαθαριστικά σημειώματα ετών……………………, τα δηλωθέντα εισοδήματα των διαδίκων είχαν ως εξής: ……………….Εκ των εκκαθαριστικών αυτών σημειωμάτων, συνεπώς, ουδόλως επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ελάμβανε μηνιαίως πολλαπλάσια των εισοδημάτων της πρώτης ενάγουσας, αντιθέτως προκύπτει ότι επί μακρό χρονικό διάστημα τα εισοδήματα του εναγόμενου ήταν είτε πολύ μικρότερα των εισοδημάτων της ενάγουσας είτε μηδενικά.
Αποδείχθηκε δε, ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……………………….συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου………………….., οι διάδικοι απέκτησαν την πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός οικοπέδου…………………., επί του οποίου ανήγειραν ……………..μία διώροφη κατοικία. Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………………….συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας της ……………………….οι διάδικοι προέβησαν στην πώληση του ως άνω ακινήτου, αντί τιμήματος σύμφωνα με την παραπάνω πράξη, ποσού ……………………ευρώ. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……………….συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου …………………………η, οι διάδικοι αγόρασαν μία οριζόντια ιδιοκτησία- μεζονέτα στην περιοχή…………………, αντί τιμήματος ποσού ………. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προέκυψε ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, διέθετε εισοδήματα ικανά για αποταμιεύσεις, ο δε εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, περί ύπαρξης διαφορετικής εσωτερικής σχέσης μεταξύ τους ως συνδικαιούχων των ως άνω λογαριασμών που δικαιολογούσαν την από μέρους του ανάληψη του συνόλου των καταθέσεων και όχι μόνο του εκ του νόμου ποσοστού της αναλογίας του σε αυτές, καθόσον, επικαλούμενος ο ίδιος ότι οι παραπάνω τηρούμενοι λογαριασμοί ήταν καθαρά επαγγελματικοί και τα κατατιθέμενα σε αυτούς χρήματα προέρχονταν αποκλειστικά από τα δικά του εισοδήματα και την προσωπική του εργασία, καθώς και ότι η συμμετοχή της ενάγουσας σε αυτούς ήταν τυπική και είχε τη μορφή δωρεάς υπέρ αυτής, δεν απέδειξε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους ότι οι εν λόγω λογαριασμοί θα ήταν ατομικοί και ότι η ενάγουσα δεν θα είχε κανένα δικαίωμα αναλήψεων ή καταθέσεων χρημάτων σε αυτούς. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η ενάγουσα ουδέποτε συνεισέφερε με τις δυνάμεις της στους κοινούς λογαριασμούς, αλλά αποταμίευε τα εισοδήματά της σε ατομικούς της λογαριασμούς, και ως εκ τούτου, τα χρηματικά ποσά που κατατέθηκαν στους επίδικους κοινούς λογαριασμούς προερχόταν αποκλειστικά από δικά του εισοδήματα και πόρους, και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή ως προς την αγωγική αξίωση της ενάγουσας, αφού, στην περίπτωση περισσοτέρων δικαιούχων χρηματικής καταθέσεως είναι όλοι εκ του νόμου κατ' ίσα μέρη δικαιούχοι του αντιστοίχου ποσού, χωρίς να χρειάζεται ειδική συμφωνία για αυτό και ανεξάρτητα του εάν τα χρήματα της κατάθεσης ανήκαν σε όλους ή σε μερικούς ή σε έναν απ’ αυτούς. Συνεπώς, και αν ακόμη τα χρήματα των ως άνω κοινών λογαριασμών ανήκαν αποκλειστικά στον εναγόμενο, ελλείψει σχετικής συμφωνίας για διαφορετικό επιμερισμό του κατατεθέντος ποσού ή αποκλεισμό του δικαιώματος της ενάγουσας, εφόσον αυτά κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους αμφότερους τους διαδίκους, κάθε ένας από αυτούς δικαιούται το 1/2 του χρηματικού ποσού των λογαριασμών.
Επιπλέον, ουδόλως εισφέρει προς την κατεύθυνση της απόδειξης των ισχυρισμών του εναγομένου, η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλειά του, καθώς, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, ο εναγόμενος θέλησε την τυπική συμμετοχή της ενάγουσας και των τέκνων τους στους ως άνω λογαριασμούς για λόγους εξασφάλισής τους σε περίπτωση που του συνέβαινε κάτι, χωρίς ωστόσο να γίνεται κάποια μνεία περί της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ τους σχετικά με τη δυνατότητα ή μη χρήσης τους από την ενάγουσα, δεδομένου ότι και αν ακόμη αυτή ήταν η θέληση του εναγομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με τον τρόπο αυτό καταρτίσθηκε μεταξύ τους τέτοια συμφωνία. Αντίθετη δε κρίση περί ύπαρξης διαφορετικής έννομης σχέσης μεταξύ τους δε δύναται να συναχθεί ούτε από το γεγονός ότι οι εν λόγω λογαριασμοί ανοίχθηκαν με πρωτοβουλία του, ούτε από ότι σε αυτούς υπάρχουν, μεταξύ άλλων, καταθέσεις εμβασμάτων πελατών της επιχείρησής του, όπως επικαλείται ο ίδιος.
Περαιτέρω δε, ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου δεν ενισχύεται ούτε από τα διαλαμβανόμενα σε έτερα δικόγραφα τη ενάγουσας - εν είδη εξώδικης ομολογίας της που εκτιμάται ελεύθερα -περιστατικά, περί της οικονομικής τους κατάστασης, όπως επικαλείται ο ίδιος, καθόσον, και ανεξαρτήτως του ότι το γεγονός της μη συνεισφοράς της ενάγουσας στους εν λόγω λογαριασμούς δεν έχει καμία επίδραση στο εκ του νόμου δικαίωμα αυτής στις καταθέσεις των λογαριασμών, όπως αναφέρθηκε, η οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι ήταν τέτοια, που σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήταν υποδεέστερη αυτής του εναγομένου, της επέτρεπε να προβαίνει σε αποταμιεύσεις.
Ως εκ τούτου, εφόσον δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή άλλη εσωτερική σχέση, δυνάμει της οποίας να κατανέμονται άλλως οι κοινοί λογαριασμοί, κάθε ένας από τους διαδίκους ήταν πραγματικός δικαιούχος των ανωτέρω χρηματικών ποσών προερχόμενων από τους επίδικους λογαριασμούς κατά το % και η ενάγουσα, ασκώντας δικαίωμα ,- αναγωγής κατά του εναγομένου, δικαιούται το ήμισυ τούτων. Επομένως, ο εναγόμενος, που ανέλαβε από τους παραπάνω λογαριασμούς το συνολικό ποσό των………………ευρώ, οφείλει στην ενάγουσα το ήμισυ αυτών, ήτοι το ποσό των…………………….., πρέπει ωστόσο να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των ………….ευρώ σύμφωνα με το σχετικό αγωγικό αίτημα, λόγω της μη επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος (άρ. 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δέκα τεσσάρων ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (364.514,35 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση».
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.

