Δικηγορικό Γραφείο
Οι προϋποθέσεις ταυτόχρονης συνδρομής της ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης επί σύμβασης πώλησης

Αδήλωτη εργασία στο ελληνικό δίκαιο : Νομοθετικό πλαίσιο, Διοικητικές κυρώσεις και Πρόσφατη νομολογία

Η αδήλωτη εργασία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Η μη δήλωση της απασχόλησης στερεί από τον εργαζόμενο την ασφαλιστική προστασία και τα συναφή εργασιακά δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί σημαντικές απώλειες εσόδων για τα ασφαλιστικά ταμεία και το κράτος.

Το ελληνικό δίκαιο έχει θεσπίσει ένα αυστηρό σύστημα διοικητικών κυρώσεων για την αντιμετώπιση του φαινομένου, ιδίως μέσω του Ν.4554/2018 και των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του. Παράλληλα, η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων της χώρας διαμορφώνει κρίσιμες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη νομιμότητα των ελέγχων και την επιβολή των κυρώσεων.

  • Το νομοθετικό πλαίσιο

Η έννοια της αδήλωτης εργασίας συνδέεται με την υποχρέωση του εργοδότη να αναρτά στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» την έναρξη απασχόλησης εργαζομένων στην επιχείρησή του, η οποία πρέπει να γίνεται το αργότερο την ίδια ημέρα της πρόσληψης και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο.

Ο Ν.4554/2018, με τίτλο «Ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις – Αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας – Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις», θέτει το βασικό θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του φαινομένου, εισάγοντας αυστηρές διαδικασίες ελέγχου και βαρύτατες διοικητικές κυρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου αναφέρεται ότι: «Ειδικός Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή ελεγκτής των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης ή αρμόδιος υπάλληλος του ΕΦΚΑ που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει στον εργοδότη πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων.»

Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει ότι, μετά τη διαπίστωση της παράβασης, διενεργείται υποχρεωτικά επανέλεγχος από το αρμόδιο όργανο εντός δώδεκα μηνών, με σκοπό τη διαπίστωση τυχόν υποτροπής του εργοδότη. Στην περίπτωση που σημειωθεί υποτροπή του εργοδότη εντός τριών ετών από τον πρώτο έλεγχο, το πρόστιμο των 10.500 ευρώ αυξάνεται ως εξής: «α) κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και β) κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση από αυτήν της περίπτωσης α΄, που διαπιστώνεται σε έλεγχο διενεργούμενο σε διαφορετική ημερομηνία» (άρθρο 5, παρ. 3 ν. 4554/2018).

Αντιθέτως, το άρθρο 6 εισάγει έναν μηχανισμό μείωσης του διοικητικού προστίμου, με σκοπό να ενθαρρυνθεί η άμεση νομιμοποίηση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να λάβει σημαντική έκπτωση στο πρόστιμο, εφόσον προχωρήσει σε σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης με τον εργαζόμενο που εντοπίστηκε ως αδήλωτος μέσα σε προθεσμία δέκα εργάσιμων ημερών από τον έλεγχο. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω πρόστιμο μειώνεται στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000). Η μείωση αυτή, ωστόσο, χορηγείται υπό ορισμένες προϋποθέσεις: α) η πρόσληψη να πραγματοποιηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, β) η σύμβαση πρέπει να είναι πλήρους απασχόλησης, γ) ο εργοδότης να μην προβεί στο μεσοδιάστημα του χρόνου ισχύος της σύμβασης σε μείωση του απασχολούμενου προσωπικού, δ) ο εργοδότης πρέπει να αποδέχεται το πρόστιμο και να παραιτείται από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων (άρθρο 6 παρ. 6 ν. 4554/2018).

  • Η διαδικασία ελέγχου

Όσον αφορά τη διενέργεια του ελέγχου από τα αρμόδια όργανα, το άρθρο 8 του ν. 4554/2018 παρέχει εξουσιοδοτική διάταξη προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, με σκοπό την έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης η οποία θα ρυθμίζει τον τρόπο διαπίστωσης της παράβασης και την έκδοση των σχετικών διοικητικών πράξεων.

Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω εξουσιοδότησης εκδόθηκε η υπ’ αριθ. Υπουργική Απόφαση 10694/364/2020 με τίτλο «Διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων για αδήλωτη εργασία από το Σ.ΕΠ.Ε. και τον e-Ε.Φ.Κ.Α.», η οποία καθορίζει το ειδικό διοικητικό πλαίσιο για τη διαπίστωση της παράβασης και την επιβολή του σχετικού προστίμου.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η διαδικασία ενεργοποιείται κατόπιν επιτόπιου ελέγχου στον χώρο εργασίας από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας ή του Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, τα όργανα καταγράφουν τα πρόσωπα που απασχολούνται στον χώρο εργασίας και ελέγχουν εάν έχουν δηλωθεί προηγουμένως στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», όπως προβλέπει η εργατική νομοθεσία. Εφόσον διαπιστωθεί παράβαση συντάσσεται και επιδίδεται Δελτίο Ελέγχου στο οποίο καταγράφονται τα στοιχεία της επιχείρησης, τα στοιχεία του εργαζομένου, τα πραγματικά περιστατικά του ελέγχου και η παράβαση που διαπιστώθηκε. Στη συνέχεια συντάσσεται και επιδίδεται Πράξη Επιβολής Προστίμου «κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων…» (άρθρο 1 παρ. 1 ΥΑ 10694/364/2020). Η εν λόγω Πράξη έχει ιδιαίτερη νομική σημασία, καθώς συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και αποτελεί το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του προστίμου, ενώ ως τέτοια προσβάλλεται από τον διοικούμενο με προσφυγή ουσίας εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοσή της ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, ανάλογα με το εκδόν την πράξη όργανο. Μέσα στην ίδια προθεσμία, η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και επί ποινή απαραδέκτου, στην αρμόδια υπηρεσία (Σ.ΕΠ.Ε. ή Ε.Φ.Κ.Α.).

  • Ο ρόλος της νομολογίας

Τα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια έχουν ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα της αδήλωτης εργασίας και μέσω της ανάλυσης του νομοθετικού πλαισίου έχουν αναπτύξει το μαχητό τεκμήριο της τυπικής παράβασης. Αυτό σημαίνει ότι η διαπίστωση της μη καταχώρισης του εργαζομένου στον πίνακα του προσωπικού μιας επιχείρησης συνιστά ένα αντικειμενικό γεγονός κατά του οποίου χωρεί ανταπόδειξη. Ο εργοδότης-ασκών την προσφυγή καλείται, επομένως, να αποδείξει ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας τον συνδέει με τον δήθεν εργαζόμενο που θεωρείται αδήλωτος και ότι η παρουσία του στο χώρο οφείλεται σε άλλο λόγο.

 Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με τις διατάξεις του ν. 4554/2018 και με τη διαδικασία που προβλέπεται από την ΥΑ 10694/364/2020 για τη διαπίστωση της παράβασης από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες διοικητικά δικαστήρια έχουν δεχθεί σχετικές προσφυγές ακυρώνοντας αντίστοιχα τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα αρμόδια όργανα. Η νομολογία έχει τονίσει ότι η απλή παρουσία προσώπου στον χώρο εργασίας δεν αρκεί αυτοτελώς για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης, εφόσον δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πράγματι εργασία για λογαριασμό της επιχείρησης (ΔΕΦ ΑΘΗΝΩΝ 989/2025, ΔΕΦ ΘΕΣΣΛΟΝΙΚΗΣ. 328/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

            Ειδικότερα, η απόφαση 137/2024 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επισημαίνει ότι για τη θεμελίωση της παράβασης απαιτείται να προκύπτουν συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία που να καταδεικνύουν την παροχή εργασίας. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην παρουσία του προσώπου στον χώρο εργασίας, αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται από τα πραγματικά περιστατικά που καταγράφονται κατά τον έλεγχο.

Παρόμοια ζητήματα εξετάστηκαν και στην απόφαση 241/2025 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου το δικαστήριο αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί από τα ελεγκτικά όργανα, προκειμένου να διαπιστώσει αν πράγματι στοιχειοθετείται η ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας.

Όπως γίνεται κατανοητό, το μαχητό τεκμήριο της αδήλωτης εργασίας αποτελεί το βασικό σημείο αντιδικίας στο οποίο στηρίζονται οι περισσότερες προσφυγές που ασκούνται κατά πράξεων επιβολής προστίμων από τους εργοδότες.

  • Συμπέρασμα

Η αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας εξακολουθεί να συνιστά πρόκληση για την οικονομία της χώρας, παρά τις προσπάθειες και τα μέτρα που ελήφθησαν τα περασμένα έτη. Αποτελεί, ωστόσο, βασική προτεραιότητα της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, γεγονός που αποτυπώνεται τόσο στο αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο όσο και στις σημαντικές διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται. Η επιβολή των σχετικών προστίμων, όμως, δεν είναι ανεξέλεγκτη, καθώς υπόκειται σε ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο από τα διοικητικά δικαστήρια.

*Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά  νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν  για την υπόθεσή σας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News