Απόρριψη λόγου έφεσης ως αόριστου- Άκυρη πρόσληψη εργαζομένου λόγω μη νόμιμης συγκρότησης σε σώμα του διοικητικού συμβουλίου του εργοδότη-νομικού προσώπου- Άκυρη σύμβαση εργασίας η οποία ισοδυναμεί με απλή σχέση εργασίας: Δεν οφείλονται τυχόν οικειοθελείς παροχές ή μισθός αλλά υφίσταται μόνο η ωφέλεια προς απόδοση του πλουτισμού εκ της παροχής της εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ακολουθούν τα χωρία της απόφασης ως προς τις κρίσιμες παραδοχές της:
-Όταν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 574/2018, ΕφΘρ 2/2022, ΕφΔωδ 36/2014, ΕφΛαρ 322/2011, ΕφΠατρ (Μον)40/2021 δημ. ΤΝΠ « ΝΟΜΟΣ»), ενώ όταν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης προσδιορίζεται επαρκώς εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων ( ΑΠ 202/2019, δημ. ΤΝΠ « ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 574/2018, ΕφΠατρ (Μον) 40/2021).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εκκαλών πλήττει την εκκαλουμένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου γενικά, χωρίς ειδικό παράπονο για την απόρριψη της αγωγής, ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως αόριστης, με αποτέλεσμα, παρά το αίτημα περί αποδοχής της αγωγής στο σύνολό της, να μην υφίσταται σαφής και συγκεκριμένος λόγος έφεσης, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, σύμφωνα με τη σκέψη που αμέσως παραπάνω εκτίθεται, και να μη μπορεί αυτό να εξετασθεί.
-… Η πράξη του Μητροπολίτη, με την οποία, σύμφωνα με τον εσωτερικό Κανονισμό Διοίκησης και Διαχείρισης του εκκλησιαστικού Γηροκομείου…………….., διορίζονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτού του εκκλησιαστικού ιδρύματος αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, καθώς πληρούνται όλα τα κριτήρια του χαρακτηρισμού της ως τέτοιας και συγκεκριμένα, προέρχεται από επικεφαλής νπδδ, ήτοι Ιεράς Μονής ( οργανικό κριτήριο) και εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό ( λειτουργικό κριτήριο), δεν εκδίδεται δηλαδή βάσει κριτηρίων καθαρώς ιδιωτικοοικονομικών ούτε κινείται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, αλλά αποτελεί ουσιαστικά πράξη εποπτείας προερχόμενη από διοικητικό όργανο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ώστε να υπάρξουν τα εχέγγυα ορθής λειτουργίας του εναγόμενου προς επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετεί, ήτοι τη γηροκόμηση υπερήλικων. Υπό την παραδοχή αυτή, την οποία ορθώς υιοθέτησε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αν και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας, η παράλειψη του Μητροπολίτη να εκδώσει τη σχετική πράξη εντός τριμήνου ( άρθρο 45 παρ 4 του π.δ. 18/89) θεωρείται ως άρνηση. Επομένως δε συγκροτήθηκε νομίμως το νέο διοικητικό συμβούλιο του εναγόμενου και η απόφασή του περί πρόσληψης του ενάγοντος είναι άκυρη.
Συνακόλουθα, η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του σε εκείνη ήταν της απλής σχέσης εργασίας και δεν οφείλεται από το τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειάς του ( πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ ΑΚ, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος ενάγοντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάστασή του ( οικογενειακών βαρών, τριετιών κλπ).
Τέλος, το εναγόμενο δεν ήταν υποχρεωμένο να διατηρεί τον ενάγοντα στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ούτε απολύοντάς τον κατέστη υπερήμερο και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας ( ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 1618/2022, ΑΠ 1766/2017, ΕφΠατρ (Μον) 446/2019, δημ. ΤΝΠ « ΝΟΜΟΣ»), παρά μόνο την οριζόμενη αποζημίωση απόλυσης, η οποία οφείλεται αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ( ΑΠ 1766/2017, ΑΠ 131/2015, ΕφΠατρ (Μον) 46/2019), εφόσον έπαυσε από ορισμένο χρόνο να δέχεται τις υπηρεσίες του, όπως και τα επιδόματα ( δώρα) εορτών και αδείας και οι αποδοχές αδείας ( ΟλΑΠ 4/2021, ό.π., ΑΠ 285/2022, ΕφΔωδ(Μον) 221/2021 δημ ΤΝΠ « ΝΟΜΟΣ»).
Συνεπώς, ο ενάγων, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, δε δικαιούται την τυχόν συμφωνηθείσα οικειοθελή παροχή για έξοδα κίνησης, κα η σχετική αγωγή του τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη».

