Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4212/2026 τελεσίδικης απόφασης του 4ου Τμήματος του Πολιτικού Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η έφεση της εργοδότριας εταιρείας εναντίον του ενάγοντος εντολέως μας, ειδικότερα, κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από την πλευρά του εργοδότη, χωρίς την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων, συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας. Ακυρότητα επέρχεται τόσο στην περίπτωση μη τήρησης του έγγραφου τύπου ή μη καταβολής της αποζημίωσης, όσο και στην περίπτωση που η καταγγελία γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος. Εάν ο εργοδότης έχει καταγγείλει άκυρα τη σύμβαση εργασίας, από την ημέρα της απόλυσης περιέρχεται αυτόματα σε υπερημερία δανειστή ως προς την αποδοχή της εργασίας, χωρίς δηλαδή να απαιτείται προσφορά των υπηρεσιών από την πλευρά του εργαζομένου και συνεπώς για όσο διάστημα δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται να καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό. Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει την υπερημερία στην οποία περιήλθε με την άκυρη απόλυση είτε με δήλωσή του ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου με τους ίδιους όρους είτε με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της σύμβασης. Περαιτέρω ως συνέπεια της μη καταβολής αποζημίωσης στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο νόμος θεσπίζει την ακυρότητα της απόλυσης (άρθρο 5 παρ. 3 ν. 3198/55). Η καταγγελία είναι άκυρη όχι μόνο σε περίπτωση μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης αλλά και στην περίπτωση ελλιπούς καταβολής. Γίνεται δεκτό (ΑΠ 229/2021, ΕΕργΔ 2021, 1318, ΑΠ 641/2021, ΔΕΝ 2022, 380) ότι το κύρος της καταγγελίας διασώζεται όταν η μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη όταν πχ αυτή οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ή σε εύλογη αμφιβολία για το ακριβές ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, ατομικές εργασιακές σχέσεις, Ε’ έκδ. σελ. 1348). Τη νομολογιακή αυτή θέση υιοθέτησε και ο νομοθέτης με το άρθρο 66 ν. 4808/2021 το οποίο ορίζει ότι όταν το ποσό της αποζημίωσης υπολείπεται του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης λόγω προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς την βάση υπολογισμού αυτής, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι άκυρη αλλά διατάσσεται η συμπλήρωσή της…….
Εν προκειμένω στις 22-9-2023, η εναγομένη προέβη σε δεύτερη (επικουρική) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 308,92 ευρώ, όπως συνομολογεί και η εναγομένη, λαμβάνοντας ως βάση για τον υπολογισμό την εικονική δηλωμένη μερική απασχόληση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Αντίθετα θα έπρεπε να του καταβάλει ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 2 μηνιαίων μισθών, δηλαδή (780 + 130 που είναι η προσαύξηση του 1/6 από αναλογίες επιδομάτων εορτών και αδείας = 910) 1.820 ευρώ. Η ελλιπής αυτή καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη αφού ούτε τότε αλλά ούτε και με την έφεσή της η εναγομένη δεν ισχυρίζεται ότι οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία για το ακριβές ποσό ή σε συγγνωστή πλάνη, αλλά εμμένει στον ισχυρισμό της πως κατέβαλε το ακριβές ποσό σύμφωνα με τις ώρες εργασίας του ενάγοντος και τον μισθό που αυτός ελάμβανε. Με δεδομένο επομένως πως κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι ώρες εργασίας και ο καταβαλλόμενος μισθός δεν είναι αυτός που επικαλείται η εκκαλούσα, η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης καθιστά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας άκυρη. Η εκκαλουμένη που όμοια έκρινε ορθά εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε τον νόμο και θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος».
*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

