Δικηγορικό Γραφείο
9618/2021 Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) – Απόρριψη Αγωγής κατά Εργολάβου Οικοδομών για επιστροφή αμοιβής

Απόφαση 9618/2021 Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) – Απόρριψη Αγωγής κατά Εργολάβου Οικοδομών.

Η αξίωση για επιστροφή της εργολαβικής αμοιβής που καταβλήθηκε στον εργολάβο για εκτέλεση εργασιών που δεν ολοκληρώθηκαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού χωρίς ανατροπή της υφιστάμενης σύμβασης, διότι ο πλουτισμός, στηριζόμενος στη σύμβαση, δεν είναι αδικαιολόγητος. Το δικαστήριο, δεχόμενο εξ ολοκλήρου τους ισχυρισμούς του εντολέως μας, έκρινε ότι εν προκειμένω οι ενάγοντες έπρεπε να επικαλεστούν, και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξουν, ότι η σύμβαση αυτή δεν είναι πλέον ικανός δικαιολογητικός λόγος για τη διατήρηση του πλουτισμού, επειδή ανατράπηκε νόμιμα (π.χ λόγω υπαναχώρησης), όποτε η ανατροπή αυτή αίρει τη νόμιμη αιτία για τη διατήρηση του πλουτισμού. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η φερόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου που παρακρατά την καταβληθείσα αμοιβή ενώ δεν έχει προβεί στην εκτέλεση του συνόλου των οικοδομικών εργασιών, και αληθής υποτιθέμενη, δεν συνιστά αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ αλλά αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής.

Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης:

«ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

9618/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μελπομένη Μαραγκουδάκη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και το Γραμματέα Αριστοτέλη Παναγιώτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 03 Ιουνίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των κάτωθι:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1. ……….. και 2. ……….., κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ………...

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ………… , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Κωνσταντίνας - Πηνελόπης Γιαννοπούλου του Αποστόλου (ΑΜ ΔΣΑ 32246).

Η καλούσα με την από ………../2019 με ΓΑΚ ………../ ΕΑΚ ………../2019 κλήση ζητεί να γίνει δεκτή η από ………../2013 με ΓΑΚ ………../ΑΚΔ ………../2013 αγωγή, που προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο στις 09-04-2020 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσια συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναφέρεται προς εκδίκαση με την από 27-06-2019 με ΓΑΚ ………../ΕΑΚ ………../2019 κλήση η από ………../2013 με ΓΑΚ ……….. ΑΚΔ ………../2013 αγωγή.

Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η παραπάνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία, η οποία αιτία μπορεί να έχει ως πηγή τη σύμβαση ή την αδικοπραξία ή το νόμο (ΟλΑΠ 22/2003 ΧρΙΔ 4.177, ΑΠ 725/2004 ΕλΔ 45.1431, ΕφΑΘ 45/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στερείται νόμιμης αιτίας και, ως εκ τούτου, είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συνεπώς, αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η σύμβαση αποτελεί, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, νόμιμη αιτία και μπορεί κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματα του απ' αυτή. Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωσης λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρο 388 του ΑΚ, και πρέπει τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ Ολομ 22 και 23/2003, ΑΠ 702/2020, ΑΠ 2072/2017, ΑΠ 836/ 2017, ΑΠ 2266/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το απαράδεκτο αυτό, ως αναγόμενο στην προδικασία που αφορά τη δημόσια τάξη, δεν είναι δυνατό να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, αλλά ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ούτε με την ομολογία του εναγομένου) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 168/2004 ΕλΔ 45.1598, ΑΠ 1056/2002 ΕλΔ 45.84). Περαιτέρω, ενόψει του ότι η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελιώνεται και στην ανυπαρξία ή στο ελάττωμα της αιτίας, για την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη, η απαιτούμενη προβολή της συγκεκριμένης αιτίας της παροχής, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, έχει την έννοια ότι, αφού ο ενάγων επικαλείται ως αιτία της παροχής τη σύμβαση, πρέπει συγχρόνως να επικαλείται και τα στοιχεία αυτής, για την πληρότητα της αγωγής του (ΑΠ 673/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και συνακόλουθα, να κάνει μνεία για το ποιοι είναι οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή ποιοι είναι οι φορείς των δικαιωμάτων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή την ουσιαστική έννομη σχέση, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2005 ΧρΙΔ 5.536, ΕφΑΘ 9136/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179, ΑΠ 734/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ περί αδικοπραξιών προκύπτει ότι, για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και περαιτέρω, να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη του τελευταίου κατά το άρθρο 932 ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο (άρθρο 914 ΑΚ) ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, ήτοι σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη, όταν με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες, που κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι δυνατό, ωστόσο, μια υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, όταν η ενέργεια αυτή καθ’ εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον. Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει τη σχετική αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Όταν όμως το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό του περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 1120/2005, ΑΠ 1600/2002, ΕλλΔ/νη 44, 766, ΑΠ 1801/2001, ΕλλΔ/νη 43, 1350, ΑΠ 212/2000, ΕλλΔ/νη 41, 755, ΑΠ 555/1999, ΕλλΔ/νη 40,87, ΕφΑΘ 3947/2009, ΕφΑΘ 1060/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, δυνάμει των αντιπροσώπων τους, ……….. και ……….., στις 24-4-2010, στο Αιγάλεω Αττικής, ανέθεσαν στον εναγόμενο εργολάβο οικοδομών και αυτός ανέλαβε την εκτέλεση των περιγραφόμενων στο αγωγικό δικόγραφο εργασιών, για τις οποίες καταβλήθηκε στις 28-4-2010 το ποσό των 50.000 ευρώ, ήτοι από 25.000 ευρώ έκαστος και στις 12-5-2010 το ποσό των 26.000 ευρώ, ήτοι από 13.000 ευρώ έκαστος. Ότι οι συμφωνηθείσες οικοδομικές εργασίες, αν και είχαν αρχίσει να εκτελούνται, διακόπηκαν λόγω διαπίστωσης κατασκευών κατά παράβαση της έγκρισης εργασιών, η οποία και ακυρώθηκε, ενώ δεν κατέστη δυνατή η χορήγηση νέας άδειας από το τμήμα έκδοσης αδειών δόμησης του Δήμου Αιγάλεω, λόγω ασυμφωνίας ως προς το εμβαδό του οικοπέδου μεταξύ των συμβολαίων και των τοπογραφικών, που προσκομίστηκαν. Ότι ο εναγόμενος, μέχρι το ανωτέρω χρονικό σημείο, είχε εκτελέσει εργασίες συνολικού ποσού 20.725 ευρώ. Ότι με την από 24-4-2013 εξώδικη δήλωση, οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να τους επιστρέφει το υπόλοιπο ποσό των 55.275 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ανεκτέλεστες εργασίες. Ότι ο εναγόμενος αρνείται να επιστρέφει το ανωτέρω χρηματικό ποσό, το οποίο και παρακρατά, χωρίς νόμιμη αιτία, αφού δεν επακολούθησε η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και ως εκ τούτου, αφενός έχει καταστεί πλουσιότερος σε βάρος τους, αφετέρου έχει διαπράξει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες, όπως περιόρισαν το αίτημα τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση στα πρακτικά αλλά και με τις προτάσεις τους, ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 21.911 ευρώ και στην ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του να καταβάλει το ποσό των 23.364 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσό που έχουν ήδη καταβάλει για τις εργασίες που δεν επακολούθησαν και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, με το νόμιμο τόκο από την όχληση, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή, για την οποία έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αρ. ……….. αγωγόσημα) αρμοδίως, καθ' ύλη και κατά τόπο, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ. 2, 22 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Πλην όμως, η υπό κρίση αγωγή, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), αφού στο αίτημα της, όπως αυτό διατυπώνεται, περιέχεται αξίωση για επιστροφή στους ενάγοντες της εργολαβικής αμοιβής που κατέβαλαν στον εναγόμενο, χωρίς αυτός να εκτελέσει το σύνολο του συμφωνημένου έργου, δηλαδή εξέλιπε, κατά τους ενάγοντες, η αιτία, για την οποία έγινε η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής, κατά το αναφερόμενο στο δικόγραφο ποσό, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, εξακολουθεί να υπάρχει νόμιμη αιτία για την περιουσιακή μετακίνηση του αιτούμενου ποσού των 26.911 ευρώ από τον ενάγοντα και ποσού 28.364 ευρώ από την ενάγουσα στον εναγόμενο που συνιστά εκπλήρωση της συμβατικά αναληφθείσας υποχρέωσής του, απορρέουσας από την από 24-4-2010 προφορική συμφωνία, δυνάμει της οποίας καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου (άρθρα 681 επ. ΑΚ), να καταβάλουν έκαστος τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή στον εναγόμενο - εργολάβο. Η μετακίνηση αυτή έγινε, κατά την αγωγή, με τη θέληση των εναγόντων, άρα ο πλουτισμός του εναγομένου καλύπτεται από ισχυρή βούληση του δανειστή, η οποία αρκεί μόνη της για να τον δικαιολογήσει, και είναι αδιάφορο νομικά το ότι ο εναγόμενος δεν έχει δώσει ακόμη τη δική του αντιπαροχή, κατά το μέρος που οι οικοδομικές εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν λόγω μη χορήγησης νέας άδειας επανέναρξης των εργασιών. Εφόσον η σύμβαση παραμένει σε ισχύ, ο πλουτισμός στηρίζεται σε έγκυρη δικαιοπρακτική βούληση. Οι ενάγοντες που, ενώ έδωσαν την παροχή τους, δεν έλαβαν ακόμη την αντιπαροχή, έχουν συμβατική αξίωση για την τελευταία και όχι αξίωση για επιστροφή της πρώτης επειδή δεν επακολούθησε η αντιπαροχή. Η συμβατική αξίωση δηλαδή αποκλείει την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί ο πλουτισμός, στηριζόμενος στη σύμβαση, δεν είναι αδικαιολόγητος. Κατά συνέπεια, για την αναζήτηση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, του πιο πάνω ποσού των 26.911 ευρώ που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα και του ποσού των 28.364 ευρώ που καταβλήθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο, θα έπρεπε οι ενάγοντες να επικαλεστούν, και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξουν, ότι η σύμβαση αυτή δεν είναι πλέον ικανός δικαιολογητικός λόγος για τη διατήρηση του πλουτισμού, επειδή ανατράπηκε νόμιμα (π.χ. λόγω υπαναχώρησης), οπότε η ανατροπή αυτή αίρει τη νόμιμη αιτία για τη διατήρηση του πλουτισμού. Τέτοιους, όμως, λόγους νόμιμης ανατροπής της παραπάνω εργολαβικής σύμβασης δεν επικαλούνται οι ενάγοντες. Γι' αυτό, αφού η εν λόγω σύμβαση δεν έχει ανατραπεί νόμιμα, αυτή διατηρεί την ισχύ της και δικαιολογεί τη διατήρηση του πλουτισμού, δηλαδή τη νόμιμη κατοχή της εργολαβικής αμοιβής από τον εναγόμενο - εργολάβο, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που ο ενάγων αιτείται την καταβολή ποσού 26.911 ευρώ και η ενάγουσα την καταβολή ποσού 28.364 ευρώ ως καταβληθείσα αμοιβή για εργασίες που δεν εκτελέστηκαν, πρέπει, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (βλ. όμοια κρίση ΜΠρΑΘ 27/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, η αγωγή ως προς το σωρευόμενο αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας περιστατικά, ήτοι η φερόμενη ως αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου εργολάβου που παρακρατά την καταβληθείσα αμοιβή, ενώ δεν έχει προβεί στην εκτέλεση του συνόλου των οικοδομικών εργασιών συνιστούν αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και όχι αδικοπραξία, το δε επικαλούμενο πταίσμα, που επέφερε τη ζημία των εναγόντων, δηλαδή η υπερημερία του εναγομένου ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως εργολάβου, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη σύμβαση έργου στα πλαίσια της οποίας και ενήργησε και στοιχειοθετεί περίπτωση αντισυμβατικής και όχι αδικοπρακτικής συμπεριφοράς κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αφού ταυτίζεται κατά το πραγματικό του περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης (ΑΠ 587/2020, ΑΠ Ολ 967/1973, ΕφΠατρ 116/2020, ΕφΠειρ 209/2020, ΕφΑΘ 6002/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, οι ενάγοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου (άρθρα 176, 191 τταρ. 2 ΚΠολΔ), δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των ευρώ εξακοσίων ογδόντα (680 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26-10-2021.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο                                                                                            ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News