Στην υπό κρίση δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, οι εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από την επικεφαλής της Δικηγορικής Εταιρείας μας, Μίνα Καούνη. Το Δικαστήριο έκανε δεκτούς τους προταθέντες ισχυρισμούς και ενστάσεις τους και απέρριψε κατά πλειοψηφία την επικουρική αγωγική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγομένων, ως αόριστη, ενώ ένα μέλος της σύνθεσης είχε την άποψη ότι έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Ακολουθεί το σχετικό ενδιαφέρον απόσπασμα της απόφασης:
«Αριθμός απόφασης 32/2025
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΞΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Βηθλεέμ Πίγκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Κωστακοπούλου, Πρωτόδικη Γενικής Επετηρίδας -Εισηγήτρια και Αλεξάνδρα Καραγεώργου, Πρωτόδικη Γενικής Επετηρίδας, και από τη Γραμματέα Δέσποινα Καρελέμογλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό) του, την Ι5 Μαΐου 2025, για να δικάσει υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ:………………………, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αλλά κατέθεσε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, έγγραφες προτάσεις δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου, ………………………
ΤΩΝ ΕΝΑΓΌΜΕΝΩΝ: ……………………… οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αλλά κατέθεσαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, έγγραφες προτάσεις δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου. Ασημίνας Καούνη (ΑΜΔΣΑ: 1 1873) (Μίνα Καούνη και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία με AM 80931).
………………………………………………………..
…..Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158. 159, 180, 181, 361, 369. 513, 1033 του ΑΚ και 13 παρ. 3 του ν. 1587/1950, όπως ίσχυε. οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και επί του προσυμφώνου πωλήσεως, προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, όπως την πώληση ακινήτου, ο τύπος αυτός απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της. Έτσι, στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πωλήσεώς του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή το πράγμα και το τίμημα (ΑΠ 480/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1397/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 945/2017 Δημ. Νόμος, ΑΓΙ 652/2015 Δημ. Νόμος. ΑΠ 554/2011 Δημ. Νόμος, ΑΠ 249/2009 Δημ. Νόμος, ΜονΕφΠειρ 258/2016 Δημ. Νόμος), με ποινή ακυρότητας, η οποία εξετάζει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1397/2017 ό.π., ΑΠ 652/2015 ό.π., ΜονΕφΠειρ 258/2016 ό.π.), όταν τα περιστατικά υποβάλλονται σ’ αυτό, διότι οι διατάξεις για τον τύπο των δικαιοπραξιών είναι δημοσίας τάξεως (ΑΠ 945/2017 Δημ. Νόμος). Συνεπώς, δεν γεννάται κανένα δικαίωμα από τη σύμβαση, δηλαδή ούτε προς νόμιμη σύναψή της με την κατάρτιση αυτής ενώπιον συμβολαιογράφου, ούτε προς αποζημίωση (ΑΠ 652/2015 ό.π.). Στον ίδιο τύπο (συμβολαιογραφικό) υποβάλλονται και οι συμφωνίες, με τις οποίες τροποποιείται η εν λόγω σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για όρους, με τους οποίους αυτή καταργείται ολικά ή μερικά ή περιορίζεται η ενέργειά της ή με τους οποίους γίνεται παραίτηση από όρο αυτής. Ως τροποποιήσεις για τις οποίες πρέπει να τηρηθεί ο τύπος της δικαιοπραξίας, νοούνται οι ουσιώδεις που ασκούν έννομη επιρροή στους όρους της δικαιοπραξίας, όπως είναι ο όρος που καθορίζει το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, τη διεύρυνση της δικαιοπραξίας κατά τις υποχρεώσεις των μερών (All 1397/2017 ό.π.). Αν σε εκτέλεση του άκυρου κατά τ’ ανωτέρω προσυμφώνου καταβλήθηκε ολόκληρο ή μέρος του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, αυτό αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α,Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 1709/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ828/2003, ΜονΕφΠειρ 258/2016 ό.π.).Κατά το άρθρο δε 904 παρ. 1 ΑΚ “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη” και κατά το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό” (ΑΠ 1480/2018 Δημ. Νόμος). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων του Α.Κ. 904 παρ. 1 εδ. α' και 938. που ορίζει, ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό.τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει, ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από τη διάταξη του άρθρο 909 Α.Κ., κατά την οποία υποχρεούται σε απόδοση ο λήπτης της ωφελείας, εφόσον είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται. αν δε έγινε με πρόθεση, από τιη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 Α.Κ., με ανάλογη εφαρμογή αυτής, η οποία, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδαφ, β' Α.Κ., που εφαρμόζεται στην περίπτωση αποδόσεως ωφέλειας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία. διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση, αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 Α.Κ.) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις, ως άνω. εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικός) της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία (Ολίγη 2/2019 Δημ. Νόμος. ΟλΑΠ 8/2018 Δημ. Νόμος, Ολ. Α.Π. 22/2003).
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου. εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. I εδ. α του Κιόλα, τα περιστατικά, που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη.
Αν. όμως, η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ) υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως από σύμβαση ή αδικοπραξία, τότε για την πληρότητα της επικουρικής αυτής αγωγής, αν μεν η κύρια βάση στηρίζεται στη σύμβαση, πρέπει να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, ήτοι να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξιώσεως της στηριζομένης. στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του Α.Κ., δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, (εκτός άλλων) γιατί έληξε ή δεν επακολούθησε (Α.Π. 749/2008). Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζομένη. σε έγκυρη σύμβαση, κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου. αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ. η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Αν δε η κύρια βάση στηρίζεται στην αδικοπραξία, τότε πρέπει να αναφέρεται μόνον η ωφέλεια, που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αδικοπραξία, αφού την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως απόκειται στον εναγόμενο να την προτείνει κατ' ένσταση (άρθρο 277 ΑΚ), ώστε μετά την απόσβεση της κύριας αξιώσεως από αδικοπραξία να ενεργοποιηθεί η από το άρθρο 938 ΑΚ επικουρική αγωγική αξίωση για το περιελθόν στον αδικοπραγήσαντα και να δημιουργηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της (ΌλΑΠ 2/2019 Δημ. Νόμος, All 174/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) (ΜονΕφΠειραιά 93/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή ( η οποία έχει ήδη απορριφθεί κατά την κύρια βάση της, ως προς την αδικοπραξία, ως νόμω αβάσιμη) κατά το σκέλος της, με το οποίο βασίζεται επικουρικά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τυγχάνει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη της Προέδρου, Βηθλέεμ Πίγκα και της εξ αριστερών Συνέδρου, Αλεξάνδρας Καραγεώργου, αόριστη και μετά ταύτα ανεπίδεκτη δικανικής εκτίμησης και απορριπτέα ως προς τα αιτηθέντα κονδύλια αρνητικού διαφέροντος καθότι ο ενάγων δεν επικαλείται καθόλου πραγματικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης (ΟλΑΠ 22 και 23/2003. ΑΠ 702/2020, ΑΓΙ 2072/2017. ΑΠ 836/2017. ΑΓ1 2266/2013 Ιστότοπος Αρείου Πάγου).
Κατά τη μειοψηφούσα,όμως, γνώμη της δεξιάς Συνέδρου - Εισηγήτριας, Μαρίας Κώστα κοπούλου. η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού τυγχάνει ορισμένη αλλά απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι είναι επιβοηθητικής φύσης, υπό την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την αδικοπραξία (σημειωτέον ότι η επίδικη αγωγή δεν στηρίχθηκε στην ευθύνη των εναγομένων από τη σύμβαση πώλησης) (ενδεικτικά: ολΑΠ 22/2003, ολΑΠ 23/2003, ΑΠ 174/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΓΙ 734/2011, ΑΠ 17/2007, ΑΠ 725/2004, ΑΠ 859/2003, δημ. Νόμος)».
*Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μία τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

