Δικηγορικό Γραφείο
ΜΠΠειρ 1580/2023 (Εργατικές διαφορές) –Μη νόμιμος περιορισμός αγωγικών κονδυλίων

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
1580/2023

«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός αυτού επιχειρείται παραδεκτώς, μόνο εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Επομένως, επί περισσοτέρων αγωγικών κονδυλίων, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να προσδιορίζεται από τον ενάγοντα, στη σχετική δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, καταχωριζομένη στα πρακτικά, ούτε στις προτάσεις του ενώπιον αυτού, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια αφορά ο περιορισμός αυτός ή ότι τα κονδύλια αυτά περιορίζονται κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, καθιστά την αγωγή αόριστη στο σύνολό της, διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται, ποιων συγκεκριμένων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, αν πρόκειται για αξιώσεις, των οποίων ζητείται η αναγνώριση και η καταψήφιση και ιδίως ν’ αποφασισθεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει ν’ αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα (ιδ. σχετ. ΑΠ 392/2021, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 30/2007 ΑΠ 1314/2009, ΕφΑΘ 617/2022 Τ.Ν.Π).

Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι την 12-2-2016 προσελήφθη από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αρχικά μερικής, και κατόπιν τροποποίησης, πλήρους απασχόλησης, για να εργαστεί επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως ως ψήστης στην ατομική επιχείρηση (εστιατόριο - ψητοπωλείο) που διατηρεί εκείνος στ…………Σαλαμίνας. Ότι από την πρόσληψή του εργαζόταν -παρά τα συμφωνηθέντα- καθημερινά και αδιαλλείπτως τους μεν χειμερινούς μήνες με ωράριο 09:00 έως 00:00, τους δε θερινούς μήνες με ωράριο 08:30 έως 02:00 χωρίς καμία ημέρα ανάπαυσης με ημερομίσθιο που, με βάση τα αναγραφόμενα στη σύμβαση, ορίστηκε στο ποσό των 30 ευρώ, πλην όμως, συμφωνήθηκε να του καταβάλλεται το συνολικό καθαρό ποσό των 70 ευρώ. Ότι από 13-6-2017, κατ’ απαίτηση του εναγομένου, το συμφωνηθέν ημερομίσθιο του καταβαλλόταν κατά μεν το ποσό των ποσό 30 ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό στο τέλος κάθε μήνα, το δε υπόλοιπο ποσό των 40 ευρώ του καταβαλλόταν σε μετρητά “στο χέρι”. Ότι, κατόπιν πιέσεων του εναγομένου, του παρέδωσε τη χρεωστική κάρτα που ήταν συνδεδεμένη με τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του, ώστε δεν είχε τη δυνατότητα να προβαίνει ο ίδιος σε αναλήψεις και σε έλεγχο της κίνησης του λογαριασμού του, ενώ αυτή του παραδόθηκε μόλις την 1-7-2021 με υπόλοιπο 0,53 ευρώ. Ότι την 17-9-2021, επειδή από 24-8-2021 δεν του είχε καταβληθεί κανένα ποσό από τα δεδουλευμένα του, ζήτησε από τη μητέρα του εναγομένου, που ήταν πάντοτε παρούσα στην επιχείρηση του υιού της, να του καταβληθεί το ποσό των 5.000 ευρώ έναντι οφειλής από δεδουλευμένα. Ότι τότε εκείνη τον εξύβρισε αναφέροντάς του επιπλέον “...απολύεσαι μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις εδώ”, ακολούθως, δε, ο εναγόμενος, που δεν ήταν παρών στο επεισόδιο, τον απείλησε με τις φράσεις “……θα σου κάψω το σπίτι αν θα κάνεις μήνυση στη μάνα μου, θα σου κόψω τα πόδια αν ξαναπατήσεις στο μαγαζί”. Ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος του κοινοποίησε την από 21-9-2021 εξώδικη δήλωσή του με την οποία του γνωστοποιούσε την δήθεν εκ μέρους του (ενάγοντος) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω οικειοθελούς αποχώρησης, ενώ στην πραγματικότητα είχε απολυθεί από εκείνον. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με καταδίκη στα δικαστικά του έξοδα, να του καταβάλει: ί] το ποσό των 38.652,81 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιούνιο 2016 μέχρι την απόλυσή του, νομιμοτόκως από την 1η ημέρα κάθε μήνα που έπεται εκείνου κατά το οποίο ήταν καταβλητέος κάθε επιμέρους μισθός και μέχρι την πλήρη εξόφληση, Η] το ποσό των 12.388,88 ευρώ για υπόλοιπο επιδόματος εορτών Χριστουγέννων των ετών 2016, 2017, 2018, 2019, 2020 και 2021, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, Hi] το ποσό των 6.562,45 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα των ίδιων ως άνω ετών, νομιμοτόκως ως ανωτέρω, ίν] το ποσό των 7.350 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ν] το ποσό των 5.250 ευρώ για επιδόματα αδείας των ετών 2017, 2018, 2019, 2020 και 2021, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, νί] το ποσό των 8.400 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας των ετών 2017, 2018, 2019 και 2020, νομιμοτόκως ως ανωτέρω, vii] το ποσό των 1.316,16 ευρώ, το οποίο ανέλαβε ο εναγόμενος ή η μητέρα του, κατ’ εντολήν του, από τον τραπεζικό του λογαριασμό, νομιμοτόκως ως ανωτέρω και viii] το ποσό των 6.000 ευρώ, νομιμοτόκως ως ανωτέρω, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας που του προκάλεσε ο εναγόμενος, όπως την εξειδικεύει στην αγωγή, ήτοι συνολικά το ποσό των 85.920,30 ευρώ (καθαρά) κυρίως με βάση της σύμβαση εργασίας και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλην των ποσών που αφορούν τα επιδόματα εορτών και αδείας, την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και τη χρηματική ικανοποίηση. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, ο ενάγων, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κι επανέλαβε στις προτάσεις του, περιόρισε το καταψηφιστικό του αίτημα σε έντοκο αναγνωριστικό κατά το ποσό των 70.920,30 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό των 15.000 ευρώ διατήρησε καταψηφιστικό.

Η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 9, 14 § 2 σε συνδ. με § 1, 16 περ. 2, 22, 621 §1 ΚΠολΔ), για να εκδικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - εργατικών των άρθρων 621 και 622 ΚΠολΔ (άρθρ. 614 § 3 περ. α ΚΓΊολΔ). Για το παραδεκτό της συζήτησής της -λαμβανομένου υπόψη του χρόνου κατάθεσής της (16-3-2022)- προσκομίζεται υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του το με ημερομηνία 20-3-2022 έντυπο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση [(παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 [(ΦΕΚ τ. Α' 190/30.11.2019, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4647/2019 (ΦΕΚ τ. Α' 204/16.12.2019)]. Έχει δε ασκηθεί εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 6 § 2 του Ν. 3198/1955 και συγκεκριμένα στις 17-3-2022 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Καραμπούλη), με χρόνο έναρξης της προθεσμίας την 18-9-2021, επομένη της επικαλούμενης καταγγελίας. Πλην όμως, η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι ο ενάγων περιόρισε το συνολικό αιτούμενο ποσό των 85.920,30 ευρώ, για λόγους αδυναμίας καταβολής δικαστικού ενσήμου (βλ. άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, σε συνδυασμό με Υ.Α. 125804/30-7-2003 Δικ/νης ΦΕΚ 1-8-2003 Β', σε ΔΕΝ 2003.1279), σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατά το ποσό των 70.920,30 ευρώ, χωρίς όμως να εκθέτει ποια ακριβώς χρηματικά ποσά περιόρισε, δεδομένου ότι η αγωγή του συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ώστε η αγωγή να καθίσταται μετά τον εν λόγω περιορισμό ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αφού δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, αν πρόκειται για αξιώσεις, των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως ν’ αποφασισθεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει ν’ αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα. Κατόπιν τούτου, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, κατά παραδοχή του οικείου αιτήματος του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος που ηττήθηκε (άρθρο 176, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τον ενάγοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων είκοσι (1.720) ευρώ».


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News