Δικηγορικό Γραφείο
4688/2022 ΜονΠρωτΑθ (Τακτ) – Αποκλειστική χρήση κοινού πράγματος και όφελος πηγάζον εξ αυτής

4688/2022 ΜονΠρωτΑθ (Τακτ)
Αξίωση πλασματικών μισθωμάτων: Περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς και δικαίωμα των υπολοίπων, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία, της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού. Απόρριψη ενστάσεων άτυπης σύμβασης χρησιδανείου και καταχρηστικής άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος. Ως αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη και τα sms και οι φωτογραφίες οθόνης κινητού τηλεφώνου (screenshots) που απεικονίζουν γραπτά μηνύματα και φωτογραφίες εγγράφων, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ και εξομοιώνονται με πραγματικά έγγραφα, εφόσον προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες μέσω sms στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης.
Ακολουθεί το κείμενο της Απόφασης:

«Αριθμός Απόφασης 4668/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΑΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(τακτική διαδικασία)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Μαρία Ευθυμίου, Πρωτόδικη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τον γραμματέα Παναγιώτα Στρατικοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11.11.2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των κάτωθι:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …..η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μίνας Καούνη (AM ΔΣΑ 11873), δυνάμει της με ημεροχρονολογία 09.01.2019 εξουσιοδοτήσεως, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις με φάκελο σχετικών εγγράφων σύμφωνα με το άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει (νόμος 4335/2015).

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ:………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του………., δυνάμει της με ημεροχρονολογία 04.01.2019 εξουσιοδοτήσεως, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις με φάκελο σχετικών εγγράφων σύμφωνα με το άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει (νόμος 4335/2015).

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 01.10.2018 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../2018 και ειδικό αριθμό καταθέσεως ……./2018, και προσδιορίσθηκε για την παρούσα δικάσιμο και ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό………... Η υπόθεση συζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως ισχύει.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία, της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007 ΤΝΠ Νόμος). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 362/2010) ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, δημ. Νόμος), που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009 ΤΝΠ Νόμος). Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί, κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014 ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημιώσεως, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και, επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του, εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008 ΤΝΠ Νόμος). Αλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/2006 ΤΝΠ Νόμος). Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ενστάσεως), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 1480/2000, ΤΝΠ Νόμος). Αίτημα της αγωγής αυτής, είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση. Η, με βάση τις προαναφερόμενες ειδικές περί κοινωνίας διατάξεις, άσκηση της αξίωσης για απόδοση της ωφέλειας, αποτελεί ειδικότερη μορφή απόδοσης του πλουτισμού, που, χωρίς νόμιμη αιτία, περιήλθε στον κοινωνό, ο οποίος έκανε την αποκλειστική χρήση σε βάρος της περιουσίας του κοινωνού που δεν έκανε χρήση. Γι’ αυτό και η αναζήτηση της παραπάνω ωφέλειας, δεν μπορεί να γίνει και κατ’ εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, που έκανε την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 749/2003, ΕφΑαμ 5/2021, ΕφΠειρ 170/2020 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αγωγή της, - όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με τις προτάσεις της (άρθρο 224 ΚΠολΔ)-, η ενάγουσα ιστορεί ότι τυγχάνει συγκυρία -κατά ποσοστό 1/2 εξ’ αδιαιρέτου με τον εναγόμενο εν διαστάσει σύζυγό της-, μίας κατοικίας, η οποία ευρίσκεται στην περιοχή του Πόρτο Ράφτη Μαρκόπουλου Μεσογαίας Αττικής……, η οποία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και α’ όροφο, σύμφωνα με την αναλυτική περιγραφή της κατά θέση, όρια και εμβαδό στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι η εν λόγω κατοικία περιήλθε στην κυριότητα των διαδίκων με τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, δυνάμει του με αριθμό ……………..συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευδοξίας Αντωνάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι από την 01η.05.2017, ο εναγόμενος προβαίνει στην αποκλειστική χρήση της εν λόγω κατοικίας και διαμαρτυρόμενη για το γεγονός αυτό, η ενάγουσα όχλησε τον εναγόμενο και εξωδίκως με την από 02.04.2018 εξώδικη όχλησή της, καλώντας τον όπως εντός δύο (2) ημερών από τη λήψη της ως άνω εξώδικης όχλησής της, της παραδώσει τα κλειδιά της ανωτέρω κατοικίας, αλλά και απάντων των βοηθητικών χώρων, γεγονός που ουδέποτε επισυνέβη, επιφυλάσσοντας η ενάγουσα στον εαυτό της το δικαίωμα για καταβολή αποζημίωσης χρήσης. Ότι ο εναγόμενος κάνει αποκλειστική χρήση της ως άνω κατοικίας τους από την 01η.05.2017 αρνούμενος να αποδώσει σ' αυτήν το όφελος, που αναλογεί στο ιδανικό της μερίδιο και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 38.250 ευρώ, με βάση τη μισθωτική αξία του ακινήτου, την οποία η ενάγουσα υπολογίζει στο ποσό των 4.500 μηνιαίως. Με βάση τα παραπάνω, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει, ως αποζημίωση χρήσεως, το ανωτέρω ποσό που αντιστοιχεί στην ανάλογη μερίδα της επί του συνολικού οφέλους, που απεκόμισε ο τελευταίος, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ακόμη, η ενάγουσα ζητά να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινός εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, παραδεκτός εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου τούτου, καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2 και 22 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την αρμόζουσα στη φύση της τακτική διαδικασία. Τυγχάνει δε περαιτέρω ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά στην αξίωση της ενάγουσας για τα ωφελήματα που αναλογούν στο δικό της μερίδιο και, συγκεκριμένα, αφού αναφέρονται σ' αυτή α) το κοινό ακίνητο, β) το επ' αυτού μερίδιο της ενάγουσας, γ) ότι ο εναγόμενος συγκοινωνός έκανε, κατά τον επίδικο χρόνο, αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, δ) το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και ε) η ανάλογη μερίδα της ενάγουσας επί του οφέλους αυτού, χωρίς να καθίσταται αόριστη η αγωγή λόγω της μη αναφοράς σ' αυτή, της μισθωτικής αξίας άλλων ακινήτων, ως συγκριτικών στοιχείων (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 187/2015 δημ. Νόμος, ΑΠ 1464/2006, 5 ΑΠ 74/2004, ΕλλΔ/νη 2004/780, ΑΠ 231-2/2004, ΕλλΔ/νη 2005/146, ΑΠ 1524/2004, ΕλλΔ/νη 2005/807, ΑΠ 1480/2000 ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961, 962 και 1113 ΑΚ, 176 15’επ., 908 επ. ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. ..ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και τη σχετική απόδειξη πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ).

I. Από τη διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στο χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Ο όρος παραχώρησης της χρήσης χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι, αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα'’ , η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρησιδάνειο, αλλά συνήθως ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου. Ως αντάλλαγμα, θεωρείται κάθε παροχή, που λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια, που έχει αυτός από τη χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι τόσο σημαντική, που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης, που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις. Σύμβαση χρησιδανείου ακινήτου δεν αποκλείεται να καταρτισθεί αυτοτελώς ενόψει και μέχρι την κατάρτιση οριστικής σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου, οπότε ο χρήστης παραχωρεί οικειοθελώς και χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του ακινήτου στον χρησάμενο μέχρι την οριστική μεταβίβαση ή τη ματαίωση αυτής (ΑΠ 1400/2010). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει επίσης, σαφώς, ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησάμενου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλόμενων και, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού και ειδικότερα, στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη (ΑΠ 407/2009, ΑΠ 672/2005). Περαιτέρω από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης 810 Α.Κ. προς αυτήν του άρθρου 816 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο η σύμβαση λύεται με καταγγελία από το χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 Α.Κ.), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου (ΑΠ 449/2014, ΑΓΊ 1913/2008, ΑΠ 1779/1995). Σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης (ΑΠ 1913/2008). (βλ. ενδεικτικά ΕφΛαρ 92/2021 ΤΝΠ Νόμος).

II. Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και, της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 6/2016, Ολ. ΑΠ 5/2011, Ολ. ΑΠ 16/2006, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 612/2012, ΑΠ 1568/2008, ΕφΠειρ 604/2018, ΕφΛαμ 42/2017, ΕφΠειρ 184/2016, ΕφΑΘ 2120/2014, ΕφΛαμ 20/2013, ΕφΘεσ 1047/2011 ΤΝΠ Νόμος).

Ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του αρνείται αιτιολογημένα την ένδικη αγωγή ισχυριζόμενος - κατά σύνοψη των ισχυρισμών του- ότι ουδέν οφείλει στην ενάγουσα από τη σύγχρηση του κοινού ακινήτου τους, καθώς ο ίδιος διαμένει στην κοινή τους εξοχική κατοικία μετά της διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς τους, κατόπιν κοινής τους συμφωνίας, μην εμποδίζοντας όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα την ενάγουσα από τη είσοδό της, ενώ ο ίδιος έχει επιπλέον προβεί και σε πολλά έξοδα συντηρήσεώς της, τα οποία έχει επωμιστεί εξ’ ολοκλήρου. Ειδικότερα, ο εναγόμενος προβάλει την ένσταση ότι μεταξύ του ιδίου και της πρώην συζύγου του- ενάγουσας συμφωνήθηκε ατύπως μία σύμβαση χρησιδανείου του επίδικου κοινού ακινήτου έως τη λύση του γάμου τους και ότι συμφωνήθηκε ως μοναδική εφικτή λύση, ώστε οι διάδικοι να διαμένουν σε διαφορετικές οικίες και να αποφευχθούν οι καθημερινές έριδες μεταξύ τους λόγω του ισχυρού κλονισμού του γάμου τους. Ότι στα πλαίσια της συμφωνίας τους και ύστερα από την άσκηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του από την ενάγουσα, ο ίδιος αναγκάστηκε να μετοικήσει από την πρώην συζυγική εστία στο Αιγάλεω Αττικής και να διαμείνει στην επίδικη εξοχική τους κατοικία στο Πόρτο Ράφτη Αττικής, μέχρι να επιλυθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο οι προσωπικές και περιουσιακές τους διαφορές. Ότι η αντίδικός του δεν διατύπωσε αντιρρήσεις για την παραχώρηση χρήσης του επιδίκου ακινήτου στον ίδιο, παρά μόνο μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την μόνιμη εγκατάσταση στην ως άνω εξοχική κατοικία, ήτοι κατά τον μήνα Απρίλιο του 2018, του απέστειλε εξώδικη όχληση για την αποστέρηση της εισόδου, χρήσης και κάρπωσης της κοινής κατοικίας τους, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ποτέ δεν απαγόρευσε την είσοδο στην εξοχική κατοικία της ενάγουσας εφόσον υπήρχε προηγούμενη συνεννόηση μεταξύ τους. Με τους εν λόγω ισχυρισμούς επιχειρείται να θεμελιωθεί ένσταση στηριζόμενη στις διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ, η οποία τυγχάνει ορισμένη και νόμιμη και θα εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο πληρούσε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει την κύρια κατοικία του, ξεκίνησε να διαμένει μόνιμα σε αυτή, εξοπλίζοντας την με ίδιες αποκλειστικά δαπάνες με όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό για τη χρήση της ως κύριας κατοικίας και καλύπτοντας εξ’ ολοκλήρου τα έξοδα συντήρησης και καθαριότητας, χωρίς η αντίδικός του να διατυπώσει μέχρι πρότινος αντιρρήσεις για την μόνιμη εγκατάστασή του στην εν λόγω εξοχική κατοικία, ενώ εξάλλου και ότι η αγορά του επίδικου ακινήτου προήλθε από δικούς του πόρους. Ακόμη, ο εναγόμενος διατείνεται ότι ουδέποτε εμπόδισε την ενάγουσα από την σύγχρηση του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τους εκτενείς στις προτάσεις του περιεχόμενους ισχυρισμούς. Τέλος, ο εναγόμενος διατείνεται ότι το κατ' αυτού δικαίωμα της ενάγουσας για αποζημίωσή της ως συγκοινωνού, από την εκ μέρους του αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, για το επίδικο χρονικό διάστημα, ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η ενάγουσα ουδέποτε κατά τη διάρκεια του συζυγικού τους βίου ήθελε να διαμείνει στην εν λόγω οικία, γεγονός το οποίο παραδέχεται εμμέσως και η ίδια στην ασκηθείσα από μέρους της με αριθμό κατάθεσης …….αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώ εξάλλου ήδη από τον Μάιο του 2017, η ίδια του δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέφει ο εναγόμενος στη συζυγική εστία, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διαμένει στην εξοχική επίδικη κατοικία τους, γεγονός το οποίο αποτελούσε άτυπη συμφωνία των διαδίκων, την οποία συμφωνία πρώτη φορά η ενάγουσα παραβίασε με την αποστολή στον εναγόμενο εξώδικης επιστολής τον Απρίλιο του έτους 2018, προβάλλοντας για πρώτη φορά κατά τον εν λόγω χρόνο σχετικές αξιώσεις. Ότι επίσης, ο εναγόμενος καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως για διατροφή των παιδιών τους, ενώ επίσης η τελευταία εκταμίευσε από κοινούς τραπεζικούς τους λογαριασμούς το ποσό των ………….ευρώ, ενώ επιπλέον έχει εγγράφει προσημείωση υποθήκης στα ακίνητά του ποσού ……………..ευρώ) για συμμετοχή της στα αποκτήματα, αντιθέτως δε τα δικά του εισοδήματα δεν ξεπερνούν το ποσό των …………..ευρώ μηνιαίως. Με το περιεχόμενο αυτό, η εν λόγω ένσταση όπως προβάλλεται τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκουμένου, ως άνω, δικαιώματος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται, αφενός δεν στοιχειοθετείται μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας ως δικαιούχου, αλλά ακόμη κι αν η συμπεριφορά της ενάγουσας για περίπου ένα (1) έτος δημιούργησε στον εναγόμενο, ως οφειλέτη, την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο της ενάγουσας, όσο και του εναγόμενου, ενόψει των οποίων, σε συνδυασμό με την αδράνεια της τελευταίας, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος της, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281. Εξάλλου, τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος στις προτάσεις του δεν συνιστούν ειδικές συνθήκες, συνδεόμενες αιτιωδώς με την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, ικανές να διαμορφώσουν μία κατάσταση πραγμάτων υπέρ του και να δημιουργήσουν σε αυτή την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε το ένδικο δικαίωμά της, λαμβάνοντας υπόψιν ότι εν γένει, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του οικείου δικαιώματος. Επιπλέον, δε, ούτε η επιδίωξη εκ μέρους της ενάγουσας καταβολής σε αυτήν, με την ένδικη αγωγή, αποζημίωσης χρήσης για το επίκοινο ακίνητο συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, αφού η ενάγουσα ενεργεί προς ικανοποίηση θεμιτού της συμφέροντος, με βάση τα μέσα προστασίας που της παρέχει ο νόμος, με αποτέλεσμα μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος της αυτού στην συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες στον εναγόμενο, να μην αρκεί για την θεμελίωση του στοιχείου της προφανούς υπέρβασης, κατά την άσκηση του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο εναγόμενος δεν επικαλείται πρόσθετες περιστάσεις, όπως απαιτείται, ώστε να προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του ένδικου δικαιώματος της, ούτε είναι δυνατόν να διαγνωσθεί από το παρόν Δικαστήριο με βάση τα αναφερόμενα ότι συντρέχει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της ενάγουσας.

Από τις με αριθμό ……………..ένορκες βεβαιώσεις των …………τις οποίες προσκομίζει μεθ’ επικλήσεως η ενάγουσα και οι οποίες δόθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου, σύμφωνα με τα άρθρα 421 επ. του ΚΠολΔ ως ισχύει (βλ. την με αριθμ. ……………..έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χρήστου Πολύζου), καθώς επίσης και από τις με αριθμό ………ένορκες βεβαιώσεις των…………………, τις οποίες επίσης προσκομίζει μεθ’ επικλήσεως η ενάγουσα με την προσθήκη στις προτάσεις της προς αντίκρουση των περιεχομένων στις προτάσεις του εναγομένου ισχυρισμών και οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αιγάλεω Ευτυχίας Κατσούρη, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του τελευταίου, σύμφωνα με τα άρθρα 421 επ. του ΚΠολΔ ως ισχύει (βλ. την με αριθμ. ……………….έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χρήστου Πολύζου), καθώς και την ένορκη βεβαίωση του………………, την οποία προσκομίζει μεθ’ επικλήσεως ο εναγομένος και η οποία δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Δέσποινας Μάταλα, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 421 επ. του ΚΠολΔ ως ισχύει (βλ. την υπ’ αριθμ. ………………..έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ιωάννη Σταθαρά), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για έμμεση προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων των sms και των φωτογραφιών οθόνης κινητού τηλεφώνου (screenshots) που απεικονίζουν γραπτά μηνύματα και φωτογραφίες εγγράφων, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ και εξομοιούνται με πραγματικά έγγραφα και τα οποία δεν πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται παράνομα αποδεικτικά μέσα καθώς δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου, όταν προσκομίζονται από τους ίδιους τους αντίδικους και συνάμα συνομιλούντες μέσω sms στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης ΠΗρακλ 1085/2018 (ασφ), ΜΠΘεσ/νικης 3626/2017 ΤΝΠ Νόμος), σε κάποια από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, σε συνδυασμό με τις έμμεσες ομολογίες όπως αυτές συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 §1 εδ. β’ ΚΠολΔ), και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις ………..στον Ιερό Ναό…………………, ο οποίος καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του ληξιαρχείου Αιγάλεω. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους, οι διάδικοι απέκτησαν δύο (2) τέκνα,…………….. Αρχικά, η έγγαμη συμβίωσή των διαδίκων ήταν αρμονική, δεν εξελίχθηκε όμως ομαλά, λόγω των διαφορετικών προσδοκιών των διαδίκων από την κοινή συζυγική τους πορεία, και τη μη σύγκλιση των απόψεών τους στην αντιμετώπιση, διαχείριση και επίλυση των οικογενειακών προβλημάτων τους, γεγονότα που τους οδήγησαν, στην αποσταθεροποίηση της έγγαμης σχέσης τους και στη δημιουργία προστριβών και προβλημάτων, τα οποία κλιμακούμενα οδήγησαν στη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως, η οποία, επήλθε οριστικά, τον Μάιο του 2017, οπότε ο ενάγων αναχώρησε από την οικογενειακή στέγη στο Αιγάλεω Αττικής. Περαιτέρω, από την αναλυτική αντιπαράθεση των αντικροούμενών ισχυρισμών των διαδίκων, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου τους, οι διάδικοι απέκτησαν μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, προερχόμενη κυρίως από την άσκηση του ελευθέρου επαγγέλματος της εμπορίας επίπλων που ασκεί ο εναγόμενος διατηρών προς τούτο δύο καταστήματα………………, ενώ η ενάγουσα εργάζεται……………………….. Μεταξύ των ακινήτων των οποίων οι διάδικοι είναι συγκύριοι, συγκαταλέγεται και το κάτωθι ακίνητο: «Μια κατοικία, υπό στοιχεία «κατοικία 2 -Κατ 2», η οποία ευρίσκεται επί τμήματος οικοπέδου που αποτελεί αυτοτελή, διαιρεμένη και ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία με οριζόντιες ιδιοκτησίες,……..Η εν λόγω κατοικία συμπεριλαμβάνει υπόγειο εμβαδού 37,29 τμ, ισόγειο όροφο εμβαδού 48,45 τμ, και πρώτο α’ όροφο εμβαδού 48,45 τμ………. Η ως άνω κάθετη ιδιοκτησία με τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στην ενάγουσα και το σύζυγό της κατ’ ισομοιρία και δη απέκτησε ο καθείς το δικαίωμα της σε ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας δυνάμει του με αριθμό …………………συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου……….., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον ……………..2. Την αποκλειστική χρήση της εν λόγω κατοικίας την κάνει ο εναγόμενος από τον Μάιο του έτους 2017, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο επήλθε η οριστική διάσταση στον έγγαμο βίο των διαδίκων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ίδιο και ανεξαρτήτως λοιπόν των λόγων που οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, οι οποίοι δεν ενδιαφέρουν για την εκφορά κρίσης για την παρούσα διαφορά. Όσον αφορά όμως στην προβαλλόμενη από τον ίδιο ένσταση περί χρήσης της εν λόγω κατοικίας λόγω συνάψεως με την ενάγουσα άτυπης σύμβασης χρησιδανείου και περί μη παρακωλύσεως - εκ μέρους του- της δυνατότητας χρήσης της εν λόγω οικίας από την ενάγουσα, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα κάτωθι. Μετά την οριστική διάσπαση της συζυγικής σχέσης των διαδίκων, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ……………αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την ανάθεση στην ίδια της επιμέλειας του ανηλίκου - κατά το χρόνο εκείνο- υιού τους……………, την καταβολή μηνιαίας διατροφής και τη μετοίκησή του από τη συζυγική στέγη….. Επίσης, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εξεδόθη - στα πλαίσια της συζήτησης των ως άνω ασφαλιστικών μέτρων- προσωρινή διαταγή, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε σε αυτήν η προσωρινή επιμέλεια του υιού τους κι επίσης υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ ως μηνιαία διατροφή, ενώ διατάχθηκε και η μετοίκησή του από την πρώην συζυγική εστία…………………. Επιπλέον, η ενάγουσα πέραν της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία δεν περιελάμβανε αίτημα σχετικά με την επίδικη κατοικία, για την οποία ζητά απόδοση ωφελημάτων, είχε αποστείλει στον ενάγοντα την από 02.04.2018 εξώδικη δήλωσή της με την οποία - μεταξύ άλλων- του παραπονείτο ότι ο εναγόμενος της εμπόδιζε την είσοδο στην ως άνω κατοικία, ζητώντας του παράλληλα αποζημίωση χρήσης ποσού 15.000 ευρώ, επιφυλασσόμενη για την διεκδίκηση υπολοίπου ποσού. Ότι ο εναγόμενος κώλυε την προσέλευση της ενάγουσας στην παραπάνω οικία αποδεικνύεται πλήρως από τις προσκομιζόμενες μεθ’ επικλήσεως από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις, και τα προσκομιζόμενα μεθ’ επικλήσεως sms που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων, αλλά κυρίως και από τη με αριθμό 40332/2019 προσκομιζόμενη μεθ’ επικλήσεως από την ενάγουσα ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος…………….., η οποία όσα καταθέτει τα γνωρίζει από ιδία πείρα και όχι εξ'αφηγήσεως από την ενάγουσα. Από το σύνολο των έξι (6) στο σύνολο ένορκων βεβαιώσεων που προσκομίζει μεθ’ επικλήσεως η ενάγουσα, τριών (3) με τις προτάσεις της και τριών (3) με την προσθήκη στις προτάσεις της, οι οποίες έχουν δοθεί από συγγενείς, συναδέλφους και φίλους της, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κάνει αποκλειστική χρήση του επιδίκου ακινήτου από τον Μάιο του 2017, χωρίς να επιτρέπει στην ενάγουσα τη χρήση, καθώς η τελευταία δεν διαθέτει κλειδιά της οικίας, ο αντίδικος δε, της αρνείται την είσοδο, παρά τους ισχυρισμούς του στις προτάσεις του, οι οποίοι δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντιθέτως τόσο από τις εξώδικες οχλήσεις που του απηύθυνε η ενάγουσα όσο και από την επισκόπηση των μηνυμάτων κινητής τηλεφωνίας μεταξύ τους, προκύπτει ότι η ίδια ουδέποτε παραιτήθηκε από τις αξιώσεις σύγχρησης του επίδικου ακινήτου, το οποίο αποτελεί κοινή περιουσία της με τον εναγόμενο σύζυγό της, διατηρώντας ο καθ’ εις τους δικαίωμα συγκυριότητας σε ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου, ενώ εξάλλου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται η σχετική ένσταση του εναγομένου περί καταρτίσεως μεταξύ τους άτυπης σύμβασης χρησιδανείου του επιδίκου ακινήτου από τον ίδιο. Εξάλλου, το γεγονός πως η ενάγουσα δεν ήθελε να μετατραπεί η επίδικη οικία σε μόνιμη συζυγική κατοικία δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι απεκδύετο τα νόμιμα δικαιώματά της από τη σύγχρηση αυτής, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εναγόμενος. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη άλλης έννομης σχέσης, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός έκανε και εξακολουθεί να κάνει χρήση του επίκοινου και κατά την μερίδα της ενάγουσας πρώην συζύγου του, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου περί κατοχής, βάσει άτυπης σύμβασης χρησιδανείου (άρθρο 810 ΑΚ), του επίκοινου ακινήτου κατά το πέραν της μερίδας της ποσοστό, με αποτέλεσμα ο ίδιος να υποχρεούται, λόγω αποκλειστικής χρήσης αυτού, στην καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα, ίσης με την αξία της επιπλέον της ιδανικής της μερίδας χρήσης του ένδικου κοινού ακινήτου. Η αποζημίωση αυτή συνίσταται ειδικότερα στην ανάλογη, προς το ποσοστό του δικαιώματος της ενάγουσας, μερίδα από το όφελος, που ο εναγόμενος αποκόμισε και αντιστοίχως, εξοικονόμησε, με την αποφυγή ισόποσης δαπάνης για την μίσθωση της ανάλογης μερίδας της ενάγουσας, καθ’ όλο το αιτούμενο με την υπό κρίση αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Μάιο του έτους 2017 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2018. Το όφελος, δε, που ο εναγόμενος απεκόμισε και δικαιούται η ενάγουσα, συνίσταται, εφόσον πρόκειται περί αστικού ακινήτου, στην κατά τον χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας της ενάγουσας, χωρίς να αποτελεί, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, μίσθωμα, αλλά αποδοτέα ωφέλεια. Περαιτέρω και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις εκτιμήσεις των μεσιτών που προσκομίζουν μεθ’ επικλήσεως οι διάδικοι, ήτοι την από ………συνοπτική εκτίμηση μισθωτικής αξίας του εκτιμητή -………….., και την προσκομιζόμενη μεθ’ επικλήσεως ……………….ένορκη βεβαίωση του ιδίου αλλά και την μελέτη εκτίμησης αγοραίας μισθωτικής αξίας κατοικίας της εκτιμήτριας- τοπογράφου μηχανικού………….., την οποία προσκομίζει μεθ’ επικλήσεως η ενάγουσα αλλά και με βάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών που επικρατούν για την μίσθωση των ακινήτων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και λαμβάνονται υπ1 όψιν αυτεπαγγέλτως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η μηνιαία μισθωτική αξία του ακινήτου υπολογίζεται περίπου πως δεν ξεπερνά στο ποσό των 2.000 ευρώ. Το ποσό αυτό υπολογίστηκε αφού ελήφθη υπ’ όψιν η μισθωτική αξία παρόμοιων με την επίδικη κατοικία ακινήτων στην περιοχή, κατά θέση, τετραγωνικά, θέα, ο μικρός κήπος εν σχέσει με άλλα ακίνητα της περιοχής, το γεγονός πως το επίδικο ακίνητο έχει ανεγερθεί σε μεσοτοιχία και από τις δυο πλευρές του (όπως αποτυπώνεται στις προσκομιζόμενες μεθ’ επικλήσεως εκτιμήσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη), το εμβαδό του αναπτύσσεται σε πολλά επίπεδα με αποτέλεσμα οι χώροι του να είναι μικροί [α’ υπόγειο (κουζίνα, μπάνιο, playroom) - 37,29 τ.μ., ισόγειο (κουζίνα, σαλόνι, τραπεζαρία και WC ) - 48,45 τμ, α' όροφος (3 υπνοδωμάτια, μπάνιο και όφφις) - 48,45 τμ, σύνολο χώρων κύριας χρήσης= 144,19 τμ και β’ υπόγειο (βοηθητικοί χώροι λεβητοστάσιο και αποθήκη καυσίμων^ 11,16 τμ), γενικό σύνολο 155,35 τμ], ενώ επίσης συνυπολογίστηκε και η ακριβή επίπλωση της κατοικίας, κατά παραδοχή των σχετικών ισχυρισμών της ενάγουσας. Με βάση λοιπόν την εκτιμώμενη από το Δικαστήριο μισθωτική αξία του ακινήτου, η αποζημίωση χρήσης την οποία οφείλει ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, υπολογίζεται ως εξής: 2.000 x 17μήνες = 34.000 ευρώ : 2= 17.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων ευρώ (17.000 €) νομιμοτόκως με το νόμιμο τόκο επιδικίας από τηνεπομένη επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρις ολοσχερούς και πλήρους εξοφλήσεως. Όσον αφορά, ωστόσο, το αίτημα για την κήρυξη της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν προέκυψε ότι συντρέχουν εν προκειμένω εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, η οποία, άλλωστε, δεν επικαλείται με την αγωγή της συγκεκριμένα περιστατικά και αντίστοιχους λόγους, που να δικαιολογούν την προσωρινή εκτελεστότητα της απόφασης και, ως εκ τούτου, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Τέλος, ο εναγόμενος θα πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας λόγω της έκτασης της ήττας της (άρθρα 176, 178 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ».


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να συμβουλευτείτε τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News