Παρατίθεται ο νομικός συλλογισμός εκ του σκεπτικού της απόφασης:
Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α’ και 10 εδ. β’ της με αριθμό ΑΙβ/8577/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β’ 526) "Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών", η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940, όπως η διάταξη του άρθρου 14 αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β/11.11.1992) [και ήδη καταργήθηκε με την παρ. 1 της ΥΑ ΥΙγ/ΓΠ/οικ. 96967/2012 (ΦΕΚΒ' 2718/08.10.2012)] ορίσθηκε ότι "όσοι ασκούν ή επιθυμούν ν’ ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία ή άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του” (παρ. 1 εδ. α) και ότι "οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μην προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα, τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει αυτό σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου" (παρ. 10 εδ. β). Η ως άνω με αριθ. 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθ. ΥΙγ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 1199/11.4.2012) "Πιστοποιητικό υγείας εργαζομένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος”, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση επίσης του ΑΝ 2520/1940, με το οποίο (άρθρο 1) ορίσθηκε στα εδάφια α’ και β’ αυτού ότι "όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή/και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας. Στο πιστοποιητικό υγείας θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του”, ενώ με το άρθρο 2 αυτής ορίσθηκε ότι τα ατομικά βιβλιάρια υγείας, τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί, ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης τους. Εξάλλου, με την αριθμ.Υ1γ/Γ.Π/οικ. 47829 (ΦΕΚ Β1 2161/23.06.2017) ορίζεται ότι «Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, ή να εργαστούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας σύμφωνα με την Υγειονομική Διάταξη υπ' αριθμ. ΥΙγ/Γ.Π/οικ 35797 (ΦΕΚ 1199/τ.Β’/11-4-2012) όπως κάθε φορά ισχύει».
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία της δημόσιας υγείας και θεσπίσθηκαν για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση έλλειψης του βιβλιαρίου ή της περιοδικής θεώρησης αυτού, ήδη δε σε περίπτωση έλλειψης πιστοποιητικού υγείας, η σύμβαση εργασίας των απασχολουμένων στις ως άνω ειδικότητες μισθωτών είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενομένη (ΑΠ 454/2019, ΑΠ 167/2018, ΑΠ 1470/2018, ΑΠ 437/2015, ΑΠ 1113/2013, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1401/2011ΔΕΕ 2012,823, ΑΠ 709/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας και έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος τελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του (ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1015/2022, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1466/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εάν ο εργαζόμενος σε εκτέλεση της άκυρης αυτής σύμβασης παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1213/2019, ΑΠ 468/2012, ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 206/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ωφέλεια αυτή ισούται με τις αποδοχές που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις αυτές συνθήκες και δεν υπολογίζονται τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα προϋπηρεσίας και οι πρόσθετες παροχές που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος λόγω της συνδρομής στο πρόσωπό του ορισμένων προϋποθέσεων σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης εργασίας, αφού τα επιδόματα και τις παροχές αυτές ο εργοδότης δεν θα κατέβαλε οπωσδήποτε σε άλλο μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 1213/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 126/2015, 131/ 2015 δημ/νες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 206/2009).
Ειδικότερα, όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη ο μισθωτός δικαιούται να αξιώνει την αμοιβή του για την παρασχεθείσα εργασία (δεδουλευμένες αποδοχές), για την υπερεργασιακή, την παράνομη υπερωριακή, νυχτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και Σάββατα με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 807/2008, ΑΠ 904/2004, ΑΠ 807/2008 ΝΟΜΟΣ, ΤΝΠ Νόμος).
Αντίθετα, οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, 950/2014, 1824/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014, ό.π.).
Περαιτέρω, στην περίπτωση άκυρης σύμβασης ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1605/2017, ΔΕΝ 2018, σελ. 893, 900), πλην όμως έχει την υποχρέωση να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, χωρίς να καθίσταται υπερήμερος μέχρι την καταβολή της (Κων. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή - Νομολογία - ερμηνεία, 2020, σελ. 99).
Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητας της σύμβασης εργασίας (τέτοια υπάρχει και στην ανωτέρω περίπτωση έλλειψης πιστοποιητικού/βιβλιαρίου υγείας του εργαζομένου ή μη ανανέωσής του), για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216§1 περ. α’ ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη.
Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΑΠ 43/2017, Ε7 2017/713).
* Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες. Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο δεν συνιστά νομική συμβουλή. Μια τέτοια νομική συμβουλή είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνον από αρμόδια/ιο δικηγόρο του συγκεκριμένου τμήματος του γραφείου μας που εξειδικεύεται στον ειδικό τομέα δικαίου, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του/της το σύνολο των δεδομένων που θα εκτεθούν και θα μελετηθούν για την υπόθεσή σας.

