Δικηγορικό Γραφείο
«Καλοήθης σεξισμός»: Οξύμωρο ή μια ακόμα πατροναριστική ρητορική;

Ένα σημαντικό φαινόμενο που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας μέχρι και σήμερα με ουσιώδεις προεκτάσεις στις ζωές των ανθρώπων είναι αυτό του σεξισμού. Σεξισμός ή έμφυλη διάκριση είναι μία προκατάληψη ή διάκριση σχετικά με το φύλο ενός ατόμου (βιολογικό και κοινωνικό). Συνδέεται άμεσα με τα στερεότυπα και τους ρόλους των φύλων και αφορά την πεποίθηση ότι το ένα φύλο είναι ανώτερο από το άλλο. Η έννοια χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για να χαρακτηρίσει το ιδιαίτερο είδος καταπίεσης που ασκείται, κύριως, σε βάρος των γυναικών. Ο όρος περικλείει δύο έννοιες. Η πρώτη είναι, ότι οι άνδρες είναι πιο σημαντικοί από τις γυναίκες και η δεύτερη, ότι ο ρόλος των γυναικών είναι να προσφέρουν ευχαρίστηση στους άνδρες και να τους βοηθούν. Ο σεξισμός είναι τόσο στενά συνυφασμένος με την παγκόσμια αλλά και εγχώρια κουλτούρα με αποτέλεσμα σε αρκετές περιστάσεις να μην γίνεται εύκολα αντιληπτός. Μία τέτοια μορφή σεξισμού αποτελεί ο καλοήθης σεξισμός, κατά τον οποίο το ένα φύλο και ιδιαίτερα το γυναικείο, τοποθετείται σε στερεοτυπικούς και περιοριστικούς ρόλους, οι οποίοι επιφανειακά, φαίνονται θετικοί. Ο καλοήθης σεξισμός θεωρεί ότι το ανδρικό φύλο διαθέτει περισσότερα αγνά χαρακτηριστικά από το γυναικείο.

Η έννοια του (benevolent sexism) εμφανίστηκε στη βιβλιογραφία για πρώτη φορά το 1996. Δημιουργοί της ιδέας ήταν οι κοινωνικοί ψυχολόγοι Susan Fiske και Peter Glick, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο σεξισμός δεν είναι πάντα ανοιχτά εχθρικός, αντίθετα στο πλήθος των περιπτώσεων καλύπτεται από την ευγένεια. Ιδέες όπως ότι οι γυναίκες πρέπει να προστατεύονται από τους άνδρες και πεποιθήσεις όπως το “εσύ δεν είσαι σαν τις άλλες”, “ο άντρας πρέπει πάντα να πληρώνει”, “δεν βρίζουμε μπροστά στις γυναίκες” και οι φιλοφρονήσεις υποκρύπτουν σεξισμό, γιατί θεωρούν τις γυναίκες λιγότερο ικανές σε σχέση με τους άνδρες. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι αυτό το είδος σεξισμού παραπλανά με εκφράσεις που εκ πρώτης όψεως δείχνουν σεβασμό και θαυμασμό ενώ στην πραγματικότητα πηγάζουν από το αίσθημα ανωτερότητας του άνδρα ο οποίος θέλει να επιβραβεύσει την υπεροχή του. Παρόλο που δίνει την εντύπωση, λοιπόν, ότι προσδίδει στις γυναίκες ορισμένα θετικά χαρακτηριστικά, τις θεωρεί αδύναμες, λιγότερο ικανές, εξαρτημένες και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Οι υποτιθέμενες αρετές που αποδίδονται στη γυναίκα είναι πάντα αυτές που η πατριαρχία τις θέλει να έχουν, ήτοι υπομονή, αντοχή, ενσυναίσθηση, έτσι ώστε να μπορούν να επιτελούν την συναισθηματική εργασία για όλους τους άλλους, ενώ τα δικά της συναισθήματα αγνοούνται παντελώς. Ο «καλοπροαίρετος» σεξισμός είναι, επιφανειακά μόνο, λιγότερο αρνητικός και η συμπεριφορά που τον περιβάλλει είναι άκρως πατερναλιστική και στην πραγματικότητα υποτιμητική και προσβλητική. Μάλιστα, λόγω της φύσης του, μπορεί ο ίδιος να είναι πιο επιβλαβής σε σχέση με τον απροκάλυπτο σεξισμό διότι υπονομεύει κατά τρόπο διακριτικό τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Η διαφορετική συμπεριφορά σε προσωπικό επίπεδο, λοιπόν, είναι αυτή που στηρίζει την εξουσία των ανδρών και διατηρεί την πατριαρχία.

Στην σύγχρονη Ελλάδα, αν και υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που αφορά την ισότητα των φύλων και την καταστολή κάθε μορφής διάκρισης σε βάρος των γυναικών (άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος), τα σεξιστικά σχόλια εις βάρος των γυναικών είναι ανεξάλειπτα. Η ισότητα των φύλων σημαίνει ίση προβολή, ενδυνάμωση, ευθύνη και συμμετοχή γυναικών και ανδρών σε όλους τους τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, καθώς και ισότιμη πρόσβαση και διανομή πόρων μεταξύ τους. Aποσκοπεί στην αλλαγή των δομών στην κοινωνία, οι οποίες συμβάλλουν στη διατήρηση των ανισοτήτων σχέσεων εξουσίας μεταξύ γυναικών και ανδρών. Η επίτευξη αυτού του στόχου έχει κεντρική σημασία για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη λειτουργία της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και την οικονομική ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα (Council of Europe, 2018).

Tο δίλημμα τυπική ισότητα (ομοιότητα) ή ουσιαστική ισότητα (διαφορά) δεν είναι ανυπέρβλητο, εάν κανείς θεωρήσει ότι η δεύτερη ενεργοποιείται ως μέσο για να επιτευχθεί η πρώτη. Η ισότητα δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως τέλος, αυτοσκοπός, αλλά ως στρατηγική που αέναα αναπροσαρμόζεται. Αυτό αποδεικνύεται και στην παρούσα πολιτική συγκυρία, όπου συρρικνώνονται τα κοινωνικά δικαιώματα με την ευκαιρία της κρίσης των ευρωπαϊκών κρατών . Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς το ομοούσιο και το διαφορετικό των φύλων, πέρα από την παραμόρφωση που προκαλεί η ιεραρχική κατηγοριοποίηση των πολιτών και η βάναυση καταπίεση των γυναικών. Νομοτεχνικά, το βέλτιστο θα ήταν να καταστεί ουσιαστικός ο έλεγχος της εφαρμογής των θετικών μέτρων από το δικαστή, σε συνδυασμό με ένα δυναμικό κίνημα που θα τον αμφισβητούσε και θα τον ανατροφοδοτούσε, ταυτόχρονα, στο πλαίσιο ενός διαρκούς αναστοχασμού για τους στόχους και τη στρατηγική στην κοινωνία.

Με αφορμή αυτήν την πρόβλεψη, το ΣτΕ έκανε στροφή στη νομολογία του (ΟλΣτΕ1933/1998), καταλήγοντας πλέον ανεπιφύλακτα στην συνταγματικότητα των θετικών μέτρων, κρίνοντας ότι λόγω των κοινωνικών προκαταλήψεων εις βάρος των γυναικών, η απλή εφαρμογή της τυπικής ισότητας θα συνέβαλλε στην παγίωση και διαιώνιση της ανισότητας. Επομένως, τα μέτρα θεωρήθηκαν πρόσφορα, αναγκαία και ανάλογα για την επίτευξη της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Παρότι συμπεριλαμβάνει νομικές ρυθμίσεις, το δίκαιο, εν προκειμένω, δεν χρησιμοποιείται μόνο για να απαγορεύσει τις διακρίσεις, ώστε να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες των γυναικών. Αντίθετα, χρησιμοποιείται για να παρακινήσει και να αλλάξει τόσο τις κοινωνικές συμπεριφορές και τις νοοτροπίες των ίδιων των γυναικών, όσο και την αντιμετώπιση τους από τους θεσμούς και τους ιδιώτες (τριτενέργεια). Πρόκειται για την λεγόμενη «παιδαγωγική λειτουργία» του νόμου (Παπαχρίστου, 1999, σ. 32-34), καθώς οι θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών έπονται των μεγάλων νομοθετικών αλλαγών. Ως εκ τούτου, αναγνωρίζοντας ότι οι γυναίκες μόνον και μόνον λόγω του φύλου τους (ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη και τη φυλή τους) εμποδίζονται να αναπτυχθούν ελεύθερα, τούς παρέχονται προνόμια ως αντιστάθμισμα, ωθώντας τες να υπερπηδήσουν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν στο μέλλον.

Έτσι, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 § 2 Σ «δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η διάταξη θωρακίζει την αρχή της ισότητας που εξαγγέλλεται με το άρθρο 4§1 και 5§2 του Συντάγματος (Παπαδοπούλου, 2006). Πλέον, η λήψη θετικών μέτρων αποτελεί για τον Έλληνα νομοθέτη συνταγματική επιταγή αποκαταστατικής ισότητας, που τον υποχρεώνει ή έστω τον κατευθύνει, όπως ισχύει με τα κοινωνικά δικαιώματα, στο να ενεργεί ανάλογα . Κι όλα αυτά ,όταν ήδη υπάρχει ο Ν. 4604/2019, ο οποίος επιτάσσει να λαμβάνει υπόψη ο νομοθέτης σε κάθε νομοθέτημα τη διάσταση του φύλου ,για την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο που αφορά την εξάλειψη του σεξισμού γενικότερα, ακολουθείται από ένα πλήθος δράσεων και κανονισμών. Βασικοί κανονισμοί για την ισότητα των φύλων και την εξάλειψη του σεξισμού περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στο νομολογιακό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, στη Σύμβαση για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, καθώς και στη Στρατηγική για την Ισότητα των Φύλων 2014-2017 και 2018-2023. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι Συστάσεις που εγκρίθηκαν από την Ε.Ε., όπως είναι η Γενική πολιτική σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας (Gender Equality Commission, 2018).

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι αρκετά καθυστερημένα, μόλις στις 28 Μαρτίου 2019, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το οποίο προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενέκρινε ένα κείμενο που ενσωματώνει τον «πρώτο ορισμό του σεξισμού σε διεθνή κλίμακα», στο πλαίσια της προσπάθειας να εξαλειφθεί το φαινόμενο του σεξισμού. Το κείμενο, μια σύσταση που απευθύνεται στις 47 χώρες μέλη του πανευρωπαϊκού οργανισμού, και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ορίζει τον σεξισμό ως «μια εκδήλωση των ιστορικά άνισων σχέσεων δύναμης» ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες «που οδηγεί στη διάκριση και εμποδίζει την πλήρη χειραφέτηση των γυναικών στην κοινωνία», σύμφωνα με ανακοίνωση του Συμβουλίου. Με βάσει το ανωτέρω κείμενο, ο σεξισμός και η βία απέναντι στις γυναίκες συνδέονται «επειδή ο 'κοινός' σεξισμός αποτελεί τμήμα μίας συνέχειας βιαιοτήτων», δημιουργώντας ένα «κλίμα κατατρομοκράτησης, φόβου, διάκρισης, αποκλεισμού και ανασφάλειας». Το διεθνές αυτό κείμενο δεν περιορίζεται μόνο στο να αποδώσει ένα σαφή ορισμό του φαινομένου, αλλά περικλείει και κατάλογο μέτρων και καταστάσεων που εκφράζουν τον σεξισμό σε ένα μεγάλο φάσμα, εφόσον είναι παντού παρόν πλέον σαν φαινόμενο. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υποστυλώνει ότι χρειάζεται νομοθεσία που ορίζει και ποινικοποιεί τη σεξιστική ρητορική μίσους. Πρωταγωνιστικό ρόλο, δε, στην καταπολέμηση του σεξισμού διαδραματίζει η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού, με την προώθηση στοχευμένης καμπάνιας.

Περαιτέρω, πολύ πρόσφατα στις 28 Δεκεμβρίου 2020 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας νόμος, ο οποίος φέρει τίτλο «περί Καταπολέμησης του Σεξισμού και του Διαδικτυακά Διαδιδομένου Σεξισμού και περί Συναφών Θεμάτων». Η ερμηνεία που δίνει ο νόμος αναφορικά με το τι αποτελεί «σεξισμός» είναι η εξής: «σημαίνει τη δημοσία ή ιδιωτικά εκδηλουμένη σεξιστική συμπεριφορά που στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου ή κατά συγκεκριμένης ομάδας προσώπων, η οποία συνίσταται σε ενέργεια, χειρονομία, οπτική παρουσίαση, πρακτική, γραπτό ή προφορικό λόγο που βασίζεται στην ιδέα ή αντίληψη ότι ένα πρόσωπο ή μία ομάδα προσώπων είναι κατώτερα λόγω φύλου και που έχει στόχο – (α) να πλήξει τα δικαιώματα του θύματος ή των θυμάτων, προσβάλλοντας, μειώνοντας και πλήττοντας την αξιοπρέπειά τους, με κατάληξη την αποστέρηση πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες και την άνιση πρόσβαση σε πόρους ή (β) να τραυματίσει σωματικά, ψυχολογικά ή κοινωνικοοικονομικά το θύμα ή τα θύματα ή (γ) να δημιουργήσει εναντίον του θύματος ή των θυμάτων ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό και προσβλητικό περιβάλλον ή (δ) να προαγάγει και να ενισχύσει τα έμφυλα στερεότυπα και τις διακρίσεις των φύλων.»

Στον νόμο αυτό το αδίκημα του σεξισμού επιφέρει τις εξής ποινικές κυρώσεις: «Όποιος εκ προθέσεως εκδηλώνει ή επιδίδεται σε σεξισμό, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρις ενός (1) έτους ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Οι ποινές που προβλέπονται από τον παραπάνω νόμο, 1 χρόνος φυλάκισης και/ή 5.000 ευρώ χρηματική ποινή, υποδηλώνουν ότι δεν θα υπάρχει παραγραφή των αδικημάτων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αυτό σημαίνει ότι όσα χρόνια και να περάσουν μια καταγγελία θα μπορέσει να δημιουργήσει ποινική υπόθεση. Η απόδειξη αυτής όμως ασφαλώς θα είναι ένα πολύ διαφορετικό ζήτημα». Ωστόσο, παρά τη βελτίωση του νομικού καθεστώτος των γυναικών στην Ευρώπη, η αποτελεσματική ισότητα απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η βία και ο σεξισμός και κυρίως η μορφή του που είναι λιγότερο ορατή και φαινομενικά ευγενική εξακολουθούν να υφίστανται, διατηρώντας τις γυναίκες και τους άνδρες στους παραδοσιακούς τους ρόλους και εμποδίζοντας την πλήρη υλοποίηση των δικαιωμάτων των γυναικών. Στην κοινωνία του 2022, όπου η ευαισθητοποίηση γύρω από τα εγκλήματα σε βάρος των γυναικών είναι αρκετά μεγαλύτερη, οι διακρίσεις και οι κακοπροαίρετοι σχολιασμοί δεν έχουν καμία θέση.

Καταλήγοντας, είναι γεγονός ότι η χώρα μας έχει να διαχειριστεί το ζήτημα του συστημικού σεξισμού και δυστυχώς δεν σημειώνει σημαντική εξέλιξή. Το πρώτο επίπεδο για να αντιμετωπιστεί ένα ζήτημα είναι να γίνει αποδεκτή η ύπαρξή του. Στην Ελλάδα διατηρείται η πεποίθηση ότι ένα τόσο σοβαρό φαινόμενο θα αντιμετωπιστεί από μόνο του με την πάροδο των χρόνων. Βεβαίως, ανακύπτει ζήτημα ατομικής ευθύνης του κάθε πολίτη σε περιπτώσεις διαπίστωσης της ύπαρξης σεξιστικής συμπεριφοράς στον περίγυρο να αντιδράσει με τον κατάλληλο τρόπο και να παρέχει την βοήθεια του στο θύμα αλλά παράλληλα αποτελεί και ζήτημα της Πολιτείας να λάβει μέτρα στήριξης της ισότητας καθώς και μέτρα ενδυνάμωσης και προστασίας των γυναικών. Η γυναικοκτονία, όπως και άλλα εγκλήματα κατά των γυναικών, είναι απλώς το τελικό στάδιο της σεξιστικής κουλτούρας που υπάρχει. Πριν από αυτό το σημείο βρίσκονται συμπεριφορές όπως: σεξιστικά αστεία, στερεότυπα που αναμένονται οι γυναίκες να ακολουθούν, σχόλια για το ντύσιμο, mansplaining, σφυρίγματα στο δρόμο, σχόλια για τη σεξουαλική ζωή των γυναικών, αποστολή ανεπιθύμητων γυμνών φωτογραφιών, «χουφτώματα», victim-blaming, εκβιασμοί, σεξουαλική παρενόχληση, σωματική βία, βιασμός και τέλος γυναικοκτονία. Όλες αυτές οι συμπεριφορές και οι αντιδράσεις βασίζονται στην εξουσία που επιβάλλεται πάνω στις γυναίκες, η οποία δεν φτάνει απαραίτητα στη βία ή στο θάνατο, είναι, όμως, καθημερινή.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News