Δικηγορικό Γραφείο
Γυναικολογική/μαιευτική βία:  Η περίπτωση της αναίτιας καισαρικής

Το 2010 τέθηκε για πρώτη φορά στην επιστημονική κοινότητα ο όρος «μαιευτική βία», έννοια μερικότερη της λεγόμενης «γυναικολογικής βίας», ήτοι αυτής που ορίζεται ως η κοινή συνισταμένη της κατάχρησης της σχέσης ασθενούς κα ιατρού και της βίας κατά τον γυναικών. Στην περίπτωση, δε, της μαιευτικής βίας, αυτή συνδέεται άμεσα με τον τοκετό και το διάστημα πριν και μετά τη λοχία. Στις μέρες μας, μάλιστα, που η διαδικασία της εγκυμοσύνης και της γέννας έχουν κλινικοποιηθεί πλήρως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συζήτηση γύρω από το γυναικείο σώμα έχει πάρει, πλέον, διαστάσεις παγκόσμιου κινήματος, το ζήτημα αποκτά όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Νομικά, δε, εντάσσεται στους ευρύτερους προβληματισμούς της έννομης τάξης μας γύρω από τα ζητήματα της «αστικής ιατρικής ευθύνης» και της «ιατρικής αμέλειας». Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Πράγματι, το φαινόμενο της οικειοποίηση και της παραβίαση των αναπαραγωγικών διαδικασιών της γυναίκας από επαγγελματίες της υγείας δεν είναι νέο. Ούτε, φυσικά, η κριτική που ασκείται πάνω σε αυτό. Ειδικότερα, η αντιμετώπιση του ζητήματος ως πιθανή εκδήλωση της έμφυλης βίας που υφίστανται οι γυναίκες έχει τις ρίζες του ήδη στην Αμερική του 1830-1840, με το λεγόμενο «Λαϊκό Κίνημα Υγείας» (Popular Health Movement), ενώ η μεγαλύτερη σύγκρουση των γυναικών με το ιατρικό κατεστημένο έγινε κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και το λεγόμενο «δεύτερο κύμα» του φεμινισμού, μέσα από ομάδες αυτοεξέτασης, αλληλοεκπαίδευσης και αλληλοβοήθειας. Πειραματισμός πάνω σε γυναικεία σώματα, παθήσεις και μοντέλα συμπεριφοράς που αντανακλούσαν το σεξισμό των κοινωνικών συσχετισμών, όπως ήταν οι πρακτικές του «πατέρα» της γυναικολογίας J. Marion Sims, που αγόραζε γυναίκες σκλάβες και έκανε πειραματικές εγχειρίσεις πάνω στα σώματά τους ή ακόμα και το παρωχημένο σύνδρομο της «υστερίας», η διάγνωση του οποίου οδηγούσε σε βασανισμό της «ασθενούς», ακούσια υδροθεραπεία και μαλάξεις των γεννητικών της οργάνων, αποτελούν μόνο μερικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο οι γυναίκες ήταν έρμαια βίαιων, αντιεπιστημονικών, γυναικολογικών πρακτικών.

Ο αγώνας των γυναικών, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα, αν λάβει κανείς υπόψη τη μάχη που δίνεται όσον αφορά το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος και το δικαίωμα στην άμβλωση, οδήγησε όχι μόνο στη νομική προστασία των θυμάτων από τέτοιου είδους πρακτικές, αλλά ακόμα και στη δημιουργία της λεγόμενης «φεμινιστικής γυναικολογίας», μιας οπτικής που αντιμετωπίζει τη γυναίκα όχι απλά σαν ασθενή, αλλά σαν κοινωνικό υποκείμενο, με επίγνωση της κοινωνικής της θέσης και των βιωμάτων της. Αυτό το οποίο έρχεται, δε, να αντιμετωπίσει είναι η ταύτιση της γυναίκας με τον αναπαραγωγικό της ρόλο και η αντιμετώπιση της μητρότητας ως ένα ζήτημα εθνικής σημασίας, διαιώνισης και αναπαραγωγής του έθνους, φαινόμενα που οδηγούν στο χειρισμό του γυναικείου σώματος ως κάτι το «κοινόχρηστο» από την έναρξη, κιόλας, της εγκυμοσύνης. Έτσι, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Μαιευτικής Βίας στην Ελλάδα (OVO Hellas), γυναικολογική/μαιευτική βία συνιστά:

  • Η σωματική ή λεκτική κακοποίηση κατά τον πρώτο τοκετό, ακόμα και η αγενής συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης.
  • Η άρνηση περίθαλψης κατά τον τοκετό ή ο αποκλεισμός από εξετάσεις λόγω κοινωνικής τάξης ή καταγωγής.
  • Η σεξουαλική παρενόχληση κατά τη διενέργεια του test –pap.
  • Ο αναίτιος αποχωρισμός του βρέφους από τη μητέρα του, κατά τις πρώτες ώρες/μέρες μετά τον τοκετό.
  • Η αναίτια πρόκληση τοκετού, χωρίς ιατρική απόλυτη ένδειξη, που κατέληξε σε αναίτιες παρεμβάσεις ή σε καισαρική.
  • Η αναίτια απαγόρευση φυσικών λειτουργιών της εγκυμονούσας.
  • Η έλλειψη συναίνεσης πριν κάθε κολπική εξέταση.
  • Η έλλειψη συναίνεσης πριν την περινεοτομία.
  • Η αναίτια καισαρική τομή.
  • Οι επιθετικές μαιευτικές πρακτικές και η άσκηση φυσικής βίας, όπως η μέθοδος Κριστέλερ, ήτοι η άσκηση πίεσης με τα χέρια στην περιοχή της κοιλιάς κατά τον τοκετό.
  • Η συναισθηματική πίεση κατά τη λήψη αποφάσεων.
  • Τα υποτιμητικά σχόλια λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.
  • Η κράτηση εντός της κλινικής λόγω μη πληρωμής.

Επιπλέον, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη εντοπισμού της μαιευτικής βίας στα ελληνικά νοσοκομεία, η οποία έλαβε χώρα μέσω διαδικτυακού ερωτηματολογίου, εντοπίστηκαν τρεις δείκτες μέτρησης, ήτοι α) η αυτονομία της μητέρας για τη λήψη αποφάσεων, β) ο σεβασμός προς αυτή, γ) η κακομεταχείρισή της. Το δείγμα αποτέλεσαν 553 γυναίκες που γέννησαν σε δημόσιο νοσοκομείο από το 2019 έως το τέλος του 2020, ενώ σύμφωνα με τα αποτελέσματα το 36,9% των συμμετεχουσών απάντησε ότι έχει δεχθεί οποιαδήποτε μορφή μαιευτικής βίας, με τη ψυχοσυναισθηματική να κατέχει το υψηλότερο ποσοστό, ακολουθούμενη από τη λεκτική και τη σωματική. Το ποσοστό, δε, της μαιευτικής βίας φάνηκε υψηλότερο στις περιπτώσεις καισαρικής τομής! Αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι η χώρα μας έχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά καισαρικών τομών διεθνώς, κάτι που οδήγησε την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, στην 54η Σύνοδο για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών το 2014 σε σύσταση μείωσής τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω αξιολόγηση «η Ελλάδα πρέπει να μειώσει τον αριθμό καισαρικών τομών που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχει ιατρική αναγκαιότητα μέσω της κατάρτισης και της επανακατάρτισης του ιατρικού προσωπικού σχετικά με τον φυσιολογικό τοκετό, όπως επίσης και με την εισαγωγή αυστηρού ελέγχου των ιατρικών δεικτών για τις καισαρικές τομές, έτσι ώστε να πλησιάσει η χώρα τα αναγνωρισμένα από τον ΠΟΥ ποσοστά».

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη σύσταση της Επιτροπής προτείνεται αυστηρός έλεγχος των ιατρικών δεικτών για τις καισαρικές τομές. Ο αυστηρός, δε, αυτός έλεγχος σχετίζεται με τις λεγόμενες «απόλυτες ενδείξεις», ήτοι εκείνες που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο επιλογής στον θεράποντα ιατρό, πέραν της υποβολής της εγκύου σε καισαρική. Τέτοιες είναι η πρόπτωση ομφάλιου λώρου, η περίπτωση προδομικού πλακούντα, η πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα, η μετωπική προβολή, η περίπτωση του εγκάρσιου σχήματος και η ανακοπή της καρδιάς. Ενώ, λοιπόν, οι ως άνω απόλυτες ενδείξεις είναι εξαιρετικά σπάνιες, οι πιο συνήθεις λόγοι να γίνει καισαρική είναι αμφισβητήσιμες ενδείξεις, που σχετίζονται με την προσωπικότητα, την ηλικία, την εμπειρία της μαίας, τις μεθόδους του νοσοκομείου, το επίπεδο ζωής και το οικογενειακό υπόβαθρο της μέλλουσας μητέρας κλπ. Επιπλέον, η βιομηχανία του γρήγορου, προγραμματισμένου τοκετού, που συνεπάγεται μεγαλύτερο κέρδος και ευκολότερη δουλειά για τους γυναικολόγους από τον «φυσικό τοκετό», η έλλειψη της επιστημονικής κατάρτισης των μαιευτήρων, καθώς και το πρωτόκολλο που για πρώτη φορά εισήγαγε το 1916 ο καθηγητής Edwin Cragin «μία φορά καισαρική, πάντα καισαρική», το οποίο καίτοι ξεπερασμένο εξακολουθεί να αποτελεί το κύριο δόγμα στην επιστημονική κοινότητα, οδηγούν στην επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου, ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν κρίνεται αναγκαία, αποκαλύπτοντας τον τυχοδιωκτισμό και την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα γυναικεία σώματα μέχρι και σήμερα.

Την ανατροπή, ωστόσο, της ως άνω στρεβλωμένης κατάστασης, δεν βοηθάει καθόλου το γεγονός ότι σύμφωνα με σχετικό πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη υπάρχει «συντεχνιακή αλληλοκάλυψη», δηλαδή κακώς εννοούμενη συναδελφική αλληλεγγύη μεταξύ των ιατρών, που αφήνει ατιμώρητους τους επίορκους. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι στα δικαστήρια δεν είθισται ιατρός να καταθέσει εναντίον συναδέλφου του, ενώ τα περιστατικά που αφορούν γυναικολογική ευθύνη και ουδέποτε φτάνουν στην δικαστική αίθουσα είναι ακόμα περισσότερα, καθώς στην κορυφή του παγόβουνου των δυσκολιών αυτών των υποθέσεων, που έχουν ρίζες κοινωνικές και ιστορικές, έρχονται να προστεθούν δυσκολίες απόδειξης και ένα ελλιπές νομοθετικό πλαίσιο προστασίας. Πράγματι, η απόδειξη των ιατρικών λαθών είναι, έτσι κι αλλιώς, μια επίπονη και δύσκολη διαδικασία που δυσχεραίνεται από χρονοβόρες πραγματογνωμοσύνες, ελλιπή τήρηση του ιατρικού φακέλου του θύματος, δυσχέρεια πρόσβασης του σε αυτόν και ανεπαρκής, έως και ανύπαρκτη, ενημέρωση. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί κοινό τόπο ότι μια ιατρική επέμβαση που διενεργείται χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς διαταράσσει μειωτικά την προσωπικότητα του και συγκρούεται με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και αυτοκαθορισμού του. Με αυτό τον τρόπο, συναίνεση και ενημέρωση του ασθενούς συνιστούν ένα αδιαχώριστο δίδυμο, ελλέιψει του οποίου γίνεται λόγος για παράνομη πράξη!

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω εύλογα προκύπτει ότι η προϋπόθεση της έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς πηγάζει από την εξέταση της ιατρικής πράξης υπό το πρίσμα της προστασίας της προσωπικότητας (ΑΚ 57), ενώ η υποχρέωση λήψης της συναίνεσης και ενημέρωσης του ασθενούς συνιστά συμβατική υποχρέωση του ιατρού (ΑΚ 288). Τυχόν παράβλεψη, δε, των ανωτέρω θεμελιώνει εκτός από την λεγόμενη αστική ιατρική ευθύνη και αδικοπρακτική (ΑΚ 914), καθώς και την αξίωση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932). Το γεγονός, δε, ότι από όλα τα προαναφερθέντα, διαφαίνεται μια σχέση «εξουσίας» και «υποταγής» που συνδέει τον ιατρό με τον ασθενή καθίσταται φανερό ότι το ως άνω προστατευτικό πλαίσιο της αστικής ιατρικής ευθύνης και της ευθύνης που απορρέει από ιατρική αμέλεια δεν αρκούν, ούτε καλύπτουν τον χαρακτήρα της άδικης πράξης που υφίσταται το θύμα στην περίπτωση της γυναικολογικής/μαιευτικής βίας, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με το φύλο του! Γίνεται, έτσι, λόγος στην πραγματικότητα για ένα ιδιαίτερο έγκλημα, κατά το οποίο το έννομο αγαθό προσβάλλεται από ορισμένα πρόσωπα και που το κίνητρο εντοπίζεται σε ένα ακόμα πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του θύματος, ήτοι την έμφυλη ταυτότητά του. Εκεί, μάλιστα, εντοπίζεται και η ιδιαίτερη απαξία της πράξης, αφού το γυναικείο σώμα αντιμετωπίζεται σαν ένα άνευ αξίας αντικείμενο, σαν το μέσο για την εκπλήρωση ενός σκοπού, της τεκνοποίησης.

Πράγματι, σωματικές βλάβες, η ψυχική και συναισθηματική αποσταθεροποίηση του θύματος, επιπλοκές, ακόμα και ο θάνατος είναι μερικές από τις συνέπειες της έμφυλης βίας, παράρτημα της οποία είναι η μαιευτική. Το κλειδί, δε, για τον τερματισμό των φαινομένων αυτών δεν είναι παρά η ουσιαστική ισότητα των φύλων, που θα επέτρεπε την αντιμετώπιση των γυναικών από τους θεράποντες ιατρούς τους με σεβασμό και όχι διεκπεραιωτικά ή εργαλειοποιώντας τες. Αυτού του είδους η συνειδητοποίηση καθιστά και το αίτημα νομοθέτησης αδικημάτων που αφορούν τις έμφυλες διακρίσεις ακόμα πιο επιτακτικό, αφού τα έμφυλα αδικήματα όχι μόνο υπάρχουν, αλλά ενέχουν και μια ιδιαίτερη απαξία, η οποία παραμένει ατιμώρητη βάσει των κοινών διατάξεων του αστικού και του ποινικού μας δικαίου. Σε αυτό συνηγορεί και η σιωπή που επικρατεί από την πλευρά της νομολογίας, καθώς και η δυσκολία με την οποία αντιμετωπίζονται σχετικές υποθέσεις, όπως παραδείγματος χάριν, περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης από γυναικολόγο κατά τη διάρκεια γυναικολογικής εξέτασης.

Αυτό, άλλωστε, που μπορεί να διαφεύγει από τους περισσότερους είναι το γεγονός ότι τη στιγμή που μια γυναίκα περνά το κατώφλι ενός γυναικολόγου, μαθαίνει από την πρώτη κιόλας φορά ότι είναι ο αδύναμος κρίκος σε μια σχέση εξουσίας. «Γδύσου από τη μέση και κάτω», «μπορεί να είναι λίγο κρύο», «χαλάρωσε», «αν κάνεις σεξ, δεν πονάς», «όλα καλά φαίνονται, ας περιμένουμε, όμως, και τα αποτελέσματα των εξετάσεων», «πόσους ερωτικούς συντρόφους έχεις;», «χρησιμοποιείς προφυλάξεις;», «πάλι καλά που δεν έχεις κανέναν μικρόβιο». Κοινότοπες φράσεις όπως αυτές, από έναν άγνωστο, συνήθως, άνδρα, μέσα σε μια κοινωνία ανισοτήτων που τις κάνουν να φαντάζουν άκομψες και συχνά προσβλητικές, αποτελούν κοινές ιστορίες γυναικών, ακόμα και εφήβων, που καλούνται να παραδώσουν στον θεράποντα ιατρό τους ένα κομμάτι της προσωπικής σχέσης με το σώμα τους και κατ’ επέκταση τον πλήρη έλεγχό του. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την πλήρη εγκατάλειψη της αυτονομίας τους, αφηνόμενες σε μια πατερναλιστικού τύπου παρέμβαση πάνω τους. Όλα αυτά, δε, γίνονται «για το καλό τους» και εκεί ακριβώς έγκειται η ανάγκη της ηθικότητας, με την οποία πρέπει να περιβάλλονται ιατρικές πράξεις με αντικείμενο το ανθρώπινο σώμα και, εν προκειμένω, το γυναικείο.

Η αρχή, άλλωστε, της αυτονομίας είναι μία από τις βασικότερες βιοηθικές αρχές, όπως διατυπώθηκαν από τους Tom Beauchamp και James Childress και συνδέεται άμεσα με τα αιτήματα του Διαφωτισμού και την ηθική ελευθερία του ατόμου, σύμφωνα με τη φιλοσοφία του E. Kant. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος πρέπει να αποτελεί τον αυτοσκοπό και όχι το μέσο και οι γυναίκες πρέπει να έχουν τον έλεγχο των αναπαραγωγικών τους διαδικασιών και όχι να είναι τα μέσα για την εκπλήρωση ενός βιολογικού πεπρωμένου. Κάτι τέτοιο, δε, δεν είναι απλά ηθικό, είναι και επιβεβλημένο. Όπως ακριβώς και η ύπαρξη νόμων που θα τις προστατεύουν.



Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News