Δικηγορικό Γραφείο
Ψυχική νόσος γονέα – Δεν αποτελεί, απαραίτητα, λόγο αποκλεισμού του από την άσκηση της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Όχημα, δε, για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, προς την οποία θα πρέπει να κατευθύνεται και η απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας και τον τρόπο άσκησής της, είναι η ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και τη φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεων του με τον καθένα από αυτούς (ΑΚ 1511 παρ.1 &2). Παράλληλα, η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων χωρίς να κάνει διακρίσεις βάσει χαρακτηριστικών τους, όπως το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, οι πεποιθήσεις, η ιθαγένεια, η εθνική ή κοινωνική προέλευση ή η περιουσία τους (ΑΚ 1511 παρ. 3).

Ωστόσο, κατά την ορθότερη ερμηνεία του νέου νόμου, βάσει του πνεύματος που τον χαρακτηρίζει, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απαρίθμηση των χαρακτηριστικών αυτών στο άρθρο ΑΚ 1511 παρ. 3 είναι απλώς ενδεικτική, ενώ σε αυτή μπορούν να προστεθούν και αλλά, όπως η οικονομική κατάσταση, η κατάσταση τη ψυχικής υγείας και η αποφυγή εν γένει κρίσεων που απηχούν ρατσιστική αντιμετώπιση του ενός από τους δύο γονείς για τον οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη απομάκρυνση ή αποξένωση με εκείνον. Κριτήριο, άλλωστε, και σε αυτή την περίπτωση είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και η ασφάλειά του, οπότε η στέρηση της επιμέλειας από τον έναν εκ των δύο γονέων για κάποιον από τους ως άνω λόγους, ενώ δεν απειλείται το συμφέρον ή η ασφάλεια του κρίνεται δίχως αντικείμενο ή ουσία. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας του (ΑΠ 952/2007), ενώ σε κάθε περίπτωση ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του.

Δεν είναι, έτσι, λίγες οι αποφάσεις δικαστηρίων, που διατάσσουν την ανάθεση της επιμέλειας ή της συνεπιμέλειας σε γονέα και ειδικά στη μητέρα, ακόμα και αν αυτή αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως συναισθηματικές διαταραχές, διπολισμό, παρανοϊκούς ιδεασμούς, ψυχώσεις παρανοϊκού τύπου, εποχιακή διαταραχή της διάθεσης κλπ υπό την προϋπόθεση ιατρικών γνωματεύσεων που πιστοποιούν την καταλληλότητά της.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται σε εφετειακή απόφαση: «από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα προβλήματα της ψυχικής υγείας της ενάγουσας –εναγομένης μητέρας δεν έχουν εκλείψει. Ωστόσο, με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, την οποία ακολουθεί και την παρακολούθηση από ψυχίατρο, είναι λειτουργική, ενταγμένη επαγγελματικά και κοινωνικά, η ικανότητά της δε να επιμεληθεί το ανήλικο τέκνο της δεν περιορίζεται (…) εκτιμάται ότι έχει την ικανότητα να αναλάβει την επιμέλεια του τέκνου της, με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνει σταθερή και σε βελτίωση η κατάσταση της ψυχικής της υγείας». Επιπλέον, άλλα κριτήρια που εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο είναι η λειτουργικότητα της μητέρας, η δυνατότητά της να εργαστεί, η λήψη της αγωγής της και η εγρήγορση των αντανακλαστικών της σε περίπτωση επικείμενης «αναζωπύρωσης» της ψυχικής της διαταραχής. Βάσει των ανωτέρω, άλλωστε, το δικαστήριο συνεκτίμησε ιατρική γνωμάτευση κατά την οποία η διάδικος κρίθηκε καλή ως μητέρα σε σχέση με το τέκνο της και στη συναισθηματική του φροντίδα, εκτός του διαστήματος κατά το οποίο βρισκόταν σε έξαρση το πρόβλημα της ψυχικής της υγείας. Ως εκ τούτου, τυχόν ελλείψεις ή πλημμέλειες κατά την περίοδο αυτή δεν πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν ως ενδείξεις ή αποδείξεις ακαταλληλότητας, αλλά να συνεκτιμώνται μαζί με τα προαναφερόμενα κριτήρια, ήτοι:
- Ιατρικές γνωματεύσεις που επιβεβαιώνουν την κατάσταση της υγείας της, αλλά και την καταλληλότητά της να ασκεί τα καθήκοντα της επιμέλειας των τέκνων της, καθώς και τη θετική συνδρομή της στη σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγησή του.
- Λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.
- Να παρακολουθείται ανελλιπώς από ψυχίατρο.
- Να παραμείνει η κατάσταση της ψυχικής υγείας της σταθερή και σε βελτίωση.
- Να είναι λειτουργική, πράγμα που μαρτυρείται από την ικανότητά της να εργάζεται, αλλά και να διεκπεραιώνει ανάγκες της καθημερινής ζωής, εξωτερικές και οικιακές εργασίες κλπ.

Από τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με τον πνεύμα που χαρακτηρίζει το νέο νόμο 4800/2021, ο οποίος δίνει ώθηση στην άσκηση της κοινής επιμέλειας των ανήλικων τέκνων από τους δύο γονείς τους, ακόμα και μετά τον χωρισμό των τελευταίων, προκύπτει ότι στόχος της συνεπιμέλειας δεν είναι η δημιουργία ή η ανάθεση της στον «τέλειο γονέα», αφού αυτός θα υπήρχε μόνο στη φαντασία μας –όπως χαρακτηριστικά έχει αναφέρει ο Μπρεχτ «τέλειοι είναι οι γονείς που δεν κάνανε ποτέ παιδιά» - αλλά η ουσιαστική συμμετοχή και των δύο στην ανατροφή του παιδιού τους, προκειμένου αυτό να αναπτυχθεί σωστά και χωρίς τραύματα από τον μεταξύ τους χωρισμό.

Γίνεται φανερό ότι στον αντίποδα όλων των παραπάνω επιστημονικών και κοινωνικών εξελίξεων, η αποδοχή του αποκλεισμού της άσκησης της επιμέλειας από τον έναν γονέα για λόγους που υπερβαίνουν τις δυνάμεις του ή είναι συνυφασμένοι με τη βιολογία του και τα εγγενή χαρακτηριστικά του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν περαιτέρω κριτήρια, ενέχει εκ των ουκ άνευ τον κίνδυνο μιας ευγονικού τύπου αντιμετώπισης της γονεϊκότητας και στην ρατσιστική παραδοχή ότι μόνο οι γονιδιακά –βιολογικά –ψυχολογικά άρτιοι είναι ικανοί να ασκούν τα γονικά τους καθήκοντα. Μια τέτοια αντίληψη, ωστόσο, είναι όχι μόνο αναχρονιστική, αφού πλέον οι ψυχικά νοσούντες δεν περιθωριοποιούνται αλλά με τη βοήθεια της επιστήμης έχουν ενεργό ρόλο μέσα στην κοινωνία, εργάζονται, πολιτεύονται, ψηφίζουν, συνάπτουν σχέσεις, έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα κλπ, αλλά και ενάντια στην καθημερινή πρακτική, όπου ο καθένας βλέπει γύρω του άνθρωποι με προβλήματα υγείας –και ειδικότερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας –να μεγαλώνουν αξιοπρεπώς και περήφανα τα παιδιά τους. Η εξέταση, δε, του ιατρικού ιστορικού το γονέα, με στόχο τον αποκλεισμό της άσκησης της επιμέλειας του τέκνου του από αυτόν, ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν κατά τον κρίσιμο χρόνο αυτός δεν παρουσιάζει κανένα απολύτως πρόβλημα θα πρέπει να κρίνεται ιδιαίτερα καταχρηστική και παραβιάζουσα ως προς τα προσωπικά του δεδομένα, με κανέναν να μην μπορεί να αποκλείσει λανθάνοντα ρατσιστικά κίνητρα, από τη στιγμή που ο εν λόγω γονέας κρίνεται κατά τ’ άλλα καθ’ όλα ικανός να ασκήσει τα γονικά του καθήκοντα.
Νάντια Κωνστάντου



Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News