Δικηγορικό Γραφείο
Οικοδομικές εργασίες - εργατικό ατύχημα μισθωτού – Αποκατάσταση περουσιακής ζημιάς

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σε αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων του ή προώθησης των οποιονδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχο του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς.

ΙΙ. Από τα άρθρα 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει, ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη σε περίπτωση θανάτωσης του θύματος) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.Σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αξίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο, μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του. Ως βλάβη της υγείας θεωρείται κάθε διατάραξη (βλάβη) των εσωτερικών ζωικών λειτουργιών (σωματικών, πνευματικών, ψυχικών) ενός προσώπου, ακόμη και αν επήλθε αντανακλαστικά λόγω ψυχικής επίδρασης. Ο παθών από εργατικό ατύχημα διατηρεί την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τούτων, καθόσον η (καταρχήν) απαλλαγή από κάθε υποχρέωση για «αποζημίωση», ήτοι για αξίωση περιουσιακού χαρακτήρα, εάν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, δεν καλύπτει την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της, λόγω της διαφορετικής φύσης της αξίωσης αυτής.

Προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, και της αντίστοιχης αξίωσης, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, από τραυματισμό προσώπου σε εργατικό ατύχημα, η οποία, μη υφισταμένης πρόβλεψης στον ν.551/1915, κρίνεται πάντοτε κατά τις γενικές διατάξεις των άρθ.914, 922, 932 ΑΚ, είναι (α) η ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ του παθόντος και του υπόχρεου εργοδότη (β) ο τραυματισμός του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής (γ) παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του εργοδότη ή των προστηθέντων του (δ) υπαιτιότητα (πταίσμα) που περιλαμβάνει τον δόλο και την (οποιασδήποτε μορφής-γενική) αμέλεια, αμέλεια δε ειδικότερα υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλ. που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ε) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 551/1915 που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8- 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 εδαφ. α` ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι εργατικό ατύχημα δηλαδή, ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων, στο άρθρο 2 του άνω νόμου, επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού, εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου, προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του, κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 16 του ίδιου ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι αυτός, που έπαθε ανικανότητα από εργατικό ατύχημα ή σε περίπτωση θανάτου του, οι, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ πλήρη αποζημίωση, μόνο, όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων, από αυτόν, προσώπων ή, όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών, για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ` αυτές, βρίσκεται, δε, σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων τούτων. Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες, οι οποίες, ειδικώς, προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή, προσδιορίζουν τους όρους, που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους, προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων. Δεν αρκεί, δηλαδή, ότι το ατύχημα επήλθε από τη μη τήρηση όρων, που επιβάλλονται, μόνο, από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη, στις συναλλαγές, επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου.

IV. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24-7/25-8-1920, συνάγεται, ότι, σε κάθε περίπτωση, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, ευθύνη, για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη, από τον παραπάνω ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση και μόνο, αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών, που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την, από το άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν 1841/1951, προβλεπόμενη διαφορά, μεταξύ του ποσού, της, κατά το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που χορηγεί το ΙΚΑ.

Η τελευταία αυτή διάταξη ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 212 ν. 4512/2018 σύμφωνα με το οποίο “Η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α` 179) είναι ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περίπτωση α` της παραγράφου 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης και των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περίπτωση β` της παραγράφου 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστεθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών”.

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές”, περιέχεται γενικός ορισμός της έννοιας του πταίσματος, η δε διάταξη έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται"1 .

Σύμφωνα με τη νομολογία, προκειμένου για τη θεμελίωση της ευθύνης του εργοδότη για την πλήρη αποκατάσταση και της περιουσιακής ζημίας του μισθωτού- θύματος του εργατικού ατυχήματος, αρκεί και ο «ενδεχόμενος δόλος». Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει ότι από την πράξη του (αξιόποινη ή όχι) είναι δυνατό να παραχθεί το αξιόποινο αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απέχει από την ενέργεια του, αποδεχόμενος την παραγωγή του αποτελέσματος. Με άλλα λόγια, στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης δεν επιδιώκει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά την διαβλέπει ως δυνατή και την αποδέχεται.

1 Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007, ΕφΑθ 3597/2021, ΝΟΜΟΣ


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News