Δικηγορικό Γραφείο
Η εξέταση του DNA στην ποινική δίκη

Ποίες ανθρώπινες πράξεις είναι σωστές και ηθικές και ποιες λανθασμένες και ανάρμοστες; Πρόκειται για ένα ηθικό ερώτημα που απασχολεί φιλοσόφους, διανοούμενους και ακαδημαϊκούς από τη δειλή πρωταρχή της ανθρώπινης σκέψης έως και σήμερα. Προσπάθειες εύρεσης κριτηρίων ορθότητας των ανθρώπινων πράξεων απαντώνται ήδη από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τον Kant, τον Mill, τον Marx, τον Hegel, το Habermas και πολλούς άλλους μέχρι σήμερα. Επιπλέον, η βιομηχανική επανάσταση, τα φεμινιστικά κύματα, ο Μάης του '68, και άλλα σχετικά κινήματα μετέβαλλαν προοδευτικά τις αντιλήψεις για την εργασία, το σώμα μας, τα ατομικά δικαιώματα, ενώ παράλληλα θα ήταν αφελές να μην δεχτούμε ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης έχει αλλάξει το τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, καθώς και πανανθρώπινες αξίες, όπως η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η αυτοδιάθεση κλπ. Ως εκ τούτου ζητήματα, όπως η τεχνητή γονιμοποίηση, η κλωνοποίηση, η αποκρυπτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, η αξιοποίηση των γενετικών πληροφοριών κλπ αποτελούν νέα ηθικά ζητήματα, στα οποία το δίκαιο καλείται να ανταποκριθεί δυναμικά.

Έτσι, όλο και πιο συχνά γίνεται αναφορά στον όρο “Βιοδίκαιο”, δηλαδή στο σύνολο κανόνων δικαίου και νομολογίας που αφορούν ζητήματα βιοηθικού χαρακτήρα, εμπλέκοντας με αυτό τον τρόπο το δίκαιο σε έναν συνεχή διάλογο με τη φιλοσοφία και τη θεολογία, καθιστώντας το ένα είδος εφαρμοσμένης, στην πραγματικότητα, ηθικής. Έννοιες –κλειδιά, δε, γύρω από τις οποίες κινείται η όποια σκέψη γύρω από τα σύγχρονα βιοηθικά ζητήματα είναι η συναίνεση και η βιολογική αυτονομία, δηλαδή η ικανότητα του προσώπου να ελέγχει τα δεδομένα και τις λειτουργίες του οργανισμού του, ως στοιχείου του αυτοκαθορισμού του .Επιπλέον, στη διερεύνηση τέτοιων θεμάτων, σύμφωνα με το διεθνές θεσμικό πλαίσιο προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στην αξία του ανθρώπου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, καθώς και στην βιολογική αυτονομία του προσώπου, η οποία δοκιμάζεται από την παρεμβολή της θέλησης τρίτων προσώπων.

Πηγές του Βιοδικαίου είναι το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο, με αποκορύφωμα τις Διακηρύξεις της UNESCO για το ανθρώπινο γονιδίωμα (1997) και για τα Γενετικά Δεδομένα (2003), τη Σύμβαση του Οβιέδο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη Βιοϊατρική(1997), επί μέρους νομοθεσίες, η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εγχώρια νομοθεσία, καθώς και επιμέρους κανονιστικές διοικητικές πράξεις. Το ζήτημα, δε, της εξέτασης του DNA στα πλαίσια διεξαγωγής μιας ποινικής δίκης θα πρέπει να εξεταστεί σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια και σύμφωνα με τους σκοπούς και τον προορισμό της ποινικής διαδικασίας, ήτοι την αναζήτηση της αλήθειας και την απονομή δικαιοσύνης, αιτούμενα που συχνά βρίσκονται σε ανταγωνιστική θέση, με κύριο διακύβευμα την ίδια την ανθρώπινη ελευθερία, αφού συχνά πρόσωπα κατηγορούνται άδικα για εγκλήματα που ουδέποτε έπραξαν, απλά επειδή το γενετικό τους υλικό βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο.

Ως προς το υπό κρίση έχει διαμορφωθεί ένα ευρύ ευρωπαϊκό πλαίσιο ρύθμισης, αποτελούμενο από μια σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Συμβάσεις και κάποιες μη δεσμευτικού περιεχομένου Συστάσεις, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις πάνω στις οποίες κρίνεται αποδεκτή μια τέτοιου είδους επέμβαση πάνω σε προσωπικές πληροφορίες του ατόμου. Ειδικότερα, βάσει όλων των παραπάνω προβλέπεται η δημιουργία αρχείων γενετικών αποτυπωμάτων για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων σε όλα τα κράτη -μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς καμία αναφορά, ωστόσο, στους περιορισμούς, στους οποίους πρέπει να υπόκειται η επεξεργασία του γενετικού υλικού. Το γεγονός αυτό, όμως, όπως γίνεται φανερό, όχι μόνο αφήνει πολλά περιθώρια καταστρατήγησης ατομικών δικαιωμάτων, αλλά παραβιάζει και την πληροφοριακή αυτοδιάθεση των προσώπων, δεδομένου ότι η ανάλυση του γενετικού υλικού επιτρέπει την πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες του ατόμου, αποτυπώνοντας μια εικόνα που αφορά όχι μόνο το παρόν, αλλά ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον του.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γενετικού υλικού, δε, η αντοχή του στο χρόνο, η ευκολία της διασποράς του και η μοναδικότητά του το έχουν καταστήσει ένα πολύ σημαντικό όπλο για την εξιχνίαση βαρύτατων εγκλημάτων. Ως εκ τούτου, η ως άνω «ασάφεια» φαίνεται να νομιμοποιεί πιθανή προσβολή των ατομικών δικαιωμάτων του εξεταζόμενου. Σύμφωνα, δε, με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ένας τέτοιος περιορισμός είναι θεμιτός μόνο υπό την προϋπόθεση να τηρούνται οι θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι ατομικές ελευθερίες, η ιδιωτική ζωή του υποκειμένου του γενετικού υλικού, με μόνες επιτρεπτές εξαιρέσεις χάριν της κρατικής ασφάλειας, του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας δικαιωμάτων τρίτων. Παράλληλα, στο πλαίσιο ευρωπαϊκού πλαισιού προστασίας επιχειρείται και η ρύθμιση του αστυνομικού τομέα, σε μια προσπάθεια ελαχιστοποίησης των κινδύνων που ενέχει η χρήση τόσο ευαίσθητων δεδομένων από τη αστυνομία για την ιδιωτική ζωή των ατόμων.

Ως εκ τούτου, ορίζεται η υποχρεωτική ίδρυση ανεξάρτητης αρχής σε κάθε μέλος κράτος, καθώς και κάποιες επιπλέον δικλείδες προστασίας, όπως είναι η ρητή αναφορά στην αρχή της αναγκαιότητας, η απαγόρευση πρόσβασης στα αρχεία και η αρχή της “κλειστής χρήσης” των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται από την αστυνομία, υπό την έννοια ότι αυτά χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για το λόγο που συλλέχθηκαν, ήτοι την εξιχνίαση του εγκλήματος, ενώ παράλληλα οποιαδήποτε άλλη χρήση τους κρίνεται καταχρηστική. Επιπλέον, προβλέπονται κριτήρια βάσει των οποίων επιτρέπεται ή όχι η διατήρηση των δεδομένων αυτών για σκοπούς της αστυνομίας, όπως είναι η ηλικία του δράστη, η βαρύτητα της κατηγορίας και ιδιαίτερα το αν έχει εκδοθεί τελική δικαστική απόφαση για την εν λόγω υπόθεση, ειδικά αν πρόκειται για αθωωτική, μνημονεύοντας, παράλληλα, την αρχή της δημοσιότητας και το δικαίωμα των υποκειμένων να έχουν πρόσβαση στα αρχεία που κρατεί η αστυνομία, καθώς επίσης και το δικαίωμα προσφυγής στην αρμόδια ανεξάρτητη αρχή, αν νιώθουν ότι αδικήθηκαν ή προσβλήθηκαν.

Όσον αφορά την εγχώρια νομοθεσία και τι τελικά ισχύει ως προς την εξέταση του DNA για δικαστική χρήση, στη χώρα μας τα γενετικά δεδομένα αντιμετωπίζονται ως η ειδικότερη εκδήλωση των προσωπικών δεδομένων. Αν, αυτό γίνει δεκτό, τότε οδηγούμαστε με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι όταν μιλάμε για γενετικά αποτυπώματα, μπαίνουμε αυτόματα στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων και της ιδιωτικής ζωής. Έτσι συγκαταλέγονται μέσα στα ευαίσθητα δεδομένα που αφορούν στην φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές, ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία στην κοινωνική πρόνοια, στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις και καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων.

Από τη φύση αυτή των γενετικών δεδομένων συνάγεται η μεγάλης σημασία έννοια της συναίνεσης ή συγκατάθεσης, την οποία το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο φαίνεται να παραβλέπει ή να αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη χαλαρότητα από ότι ο Έλληνας νομοθέτης. Συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, δε, αποτελεί κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης , που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένων ενημερωθεί δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Ως εκ τούτου, εύλογα προκύπτει ότι το πρόσωπο που δεν επιθυμεί να συναίνεση στο τεστ DNA καταρχήν δεν μπορεί να εξαναγκαστεί, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο.

Η τοποθέτηση αυτή δεν κλονίζεται με την εισαγωγή του όρου “υποχρεωτικά” από το νόμο, ο οποίος σε καμιά περίπτωση δεν συνεπάγεται εξαναγκασμό του ατόμου. Σχετικά μάλιστα με αυτό έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η άσκηση βίας για να υποβληθεί ένα πρόσωπο σε εξέταση DNA είναι αντισυνταγματική και πλήττει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως ακριβώς και κάθε βασανισμός ανθρώπινου όντος για παροχή πληροφοριών. Ως εκ τούτου, με τον όρο “υποχρεωτικό”, ο νομοθέτης σίγουρα δεν εννοεί τον εξαναγκασμό του ατόμου με άσκηση σωματικής βίας, αλλά τυχόν άρνηση του υποκειμένου μπορεί να συνεπάγεται άλλου είδους συνέπειες, ενώ παράλληλα υπάγεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστή, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης

Ο σεβασμός και η προστασία της αξιοπρέπειας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής, άλλωστε, σε συνδυασμό με την πρόοδο που σημειώνεται στο τομέα της τεχνολογίας, της επιστήμης και της πληροφορικής, αλλά και της Συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα κράτη –μέλη της, είχαν ως αποτέλεσμα να τεθεί το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων υπό την προστασίας μιας σχετικής ανεξάρτητης δημοκρατικής αρχής, η οποία ιδρύθηκε με το Ν2472/1997. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) λειτουργεί έκτοτε παράγοντας πλήθος γνωμοδοτήσεων σχετικά με τα ζητήματα προστασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, στα οποία όπως αναφέρθηκε συγκαταλέγονται και τα γενετικά δεδομένα. Ως εκ τούτου, η ΑΠΔΠΧ έχει παράγει μια σειρά από τέτοιες γνωμοδοτήσεις σχετικά με τα σημαντικότερα ζητήματα ηθικού και πρακτικού χαρακτήρα που προκύπτουν από την επεξεργασία και την ανάλυση γενετικών πληροφοριών στο πλαίσιο μιας δίκης.

Ειδικότερα, η γνωμοδότηση 15/2001 τονίζει τους κινδύνους που προκύπτουν πίσω από την έκθεση των γενετικών πληροφοριών, με αποτέλεσμα την κατηγοριοποίηση των ατόμων, τον στιγματισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό τους. Ως εκ τούτου υπογραμμίζει ότι τυχόν προληπτική επεξεργασία ή ανάλυση γενετικών δεδομένων πρέπει να απαγορεύεται, χάριν της προστασίας της ανθρώπινης προσωπικότητας, της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και του δημοσίου συμφέροντος, μια άποψη που έχει έντονα εγελιανή χροιά, την οποία θα αναλύσω σε επόμενο κεφάλαιο. Επιπλέον, μέσα στην ίδια λογική, η ΑΠΔΠΧ προτείνει μια εξαντλητική απαρίθμηση των αδικημάτων για τα οποία επιτρέπεται ανάλυση DNA, υιοθετώντας μια στάση κοντά στη στάθμιση των αγαθών που πλήττονται. Από την άλλη μεριά, η γνωμοδότηση 2/2009 καταπιάνεται κυρίως με το ζήτημα των “σοβαρών ενδείξεων” που απαιτεί ο νόμος προκειμένου να διεξαχθεί ανάλυση DNA κατά υπόπτου και οι οποίες εντάσσονται στα κυριότερα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο ΠΚ187 στοιχείο α'. Σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου πρόκειται για πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπεραίνεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιου γεγονότος που συνδέεται με τη τέλεση ορισμένου εγκλήματος & την ενοχή ή την αθωότητα ενός προσώπου..

Τέλος, ο νομοθέτης ρυθμίζει την ανάλυση DNA στο άρθρο 201 ΚΠΔ, όπου και ορίζεται ότι τέτοια εξέταση μπορεί να διαταχθεί από τον αρμόδιο εισαγγελέα ή ανακριτή, όταν υπάρχουν «σοβαρές ενδείξεις» ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 1 έτους. Ως προς τα υποκείμενα της ανάλυσης πραγματοποιείται μια μετάβαση από την έννοια του “κατηγορούμενου” σε αυτή του “υπόπτου”. Ως εκ τούτου, γίνεται αντιληπτό ότι και προς αυτό υπάρχει μια επέκταση της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα με την οποία, λογικά, το υποκείμενο πρέπει να αποκτά την ιδιότητα του κατηγορούμενου με κάποιο τρόπο από αυτούς του 72 ΚΠΔ, κάτι που δεν είναι, ωστόσο, τελείως συμβατό με την έννοια των μαζικών γενετικών αναλύσεων. Παράλληλα, η εν λόγω διάταξη δεν αφήνει περιθώρια προληπτικής λήψης γενετικού υλικού, αλλά αντίθετα απαιτεί «σοβαρές ενδείξεις». Την ίδια στιγμή το άρθρο 201 ΚΠΔ δίνει στον κατηγορούμενο μια σειρά από δικαιώματα όπως είναι η δυνατότητα που του παρέχεται να ζητήσει ο ίδιος ανάλυση DNA για την υπεράσπισή του ή ακόμα και επανάληψη της λήψης του δείγματος, ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι η ανάλυση του γενετικού υλικού ενός προσώπου θεωρείται μέθοδος σωματικού ελέγχου και γίνεται ρητά με πλήρη σεβασμό στην αξιοπρέπειά του, παρουσία εισαγγελικού λειτουργού. Τέλος, μετά την ολοκλήρωση της ανάλυσης το γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως.

Όπως προκύπτει από το γράμμα της διάταξης, με το άρθρο 201 ΚΠΔ ρυθμίζεται μια ειδικότερη μορφή πραγματογνωμοσύνης, που ταυτόχρονα αποτελεί και μία ανακριτική πράξη, ήτοι αυτή της ανάλυσης του DNA. Με δεδομένο, δε, ότι αποκλειστικός σκοπός της λήψης του γενετικού υλικού είναι η διαπίστωση της ταυτότητας του δράστη σε συγκεκριμένη, μάλιστα, ποινική υπόθεση και δεδομένη χρονική στιγμή, απαγορεύεται να καταγράφονται άσχετα στοιχεία και χαρακτηριστικά του προσώπου από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό, θεωρούμενα από το δικαστήριο «απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα» κατά το μέρος που δεν αφορούν την ανακάλυψη της ταυτότητας του δράστη. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάλυση του DNA θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, όπως κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, ήτοι στα πλαίσια της ηθικής απόδειξης, της ελευθερίας, δηλαδή, που παρέχεται στο δικαστή να κρίνει τα όσα παρατίθενται μπροστά του με κύριο γνώμονα τη συνείδησή του.

Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι η διαδικασία ταυτοποίησης μέσω της ανάλυσης δεν είναι απόλυτα ακριβής, ενώ συχνά το γενετικό υλικό διασπείρεται κατά τρόπο εύκολο και απρόβλεπτο πιθανό θετικό αποτέλεσμα της εξέτασης συνιστά απλή ένδειξη σχετικά με την παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου στον τόπο του εγκλήματος ή σχετικά με την επαφή του με ένα εκ των αντικειμένων ή υποκειμένων της υπόθεσης. Χαρακτηριστική, άλλωστε, στη χώρα μας είναι η υπόθεση της διδακτορικής φοιτήτριας Ηριάννας Β.Λ., η οποία έδωσε οικειοθελώς δείγμα DNA προκειμένου να υποστηρίξει την αθωότητας της ως προς τη συμμετοχή της σε τρομοκρατική οργάνωση, με την οποία συσχετιζόταν ο σύντροφος της, και παρ’ όλα αυτά βρέθηκε άδικα, όπως κρίθηκε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατηγορούμενη!

Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι η ανάλυση του γενετικού υλικού ενός προσώπου θα πρέπει να πραγματοποιείται όχι μόνο βάσει της αρχής της αναλογικότητας, μέσω του προσδιορισμού κριτηρίων όπως η συνάφεια μέσου –σκοπού, η αναγκαιότητα του περιορισμού και η στάθμιση κόστους οφέλους, αλλά και στο πλαίσιο μιας γενικότερης δημοκρατικής αντίληψης γύρω από την έννοια της δικαιοσύνης και της τιμωρίας, καθώς και του ανθρωπιστικού/παιδαγωγικού ρόλου του δικαίου, μέσω της παροχής δικαστικών εγγυήσεων προκειμένου μια τέτοια εξέταση να διαταχθεί. Αν, λοιπόν, τα περισσότερα από αυτά φαίνεται ήδη να λαμβάνονται υπόψη από τον Έλληνα νομοθέτη, παρ’ όλα αυτά τόσο η δικαστηριακή πρακτική, όσο και η αυταρχικοποίηση της δικαιοσύνης στο βωμό της «πάταξης του εγκλήματος» δημιουργούν έντονο το αίσθημα της ανασφάλειας, της αβεβαιότητας και της δυστοπίας, κάτι που εντάθηκε ακόμα περισσότερο την περίοδο της πανδημίας, με όλα τα βιοηθικά διλήμματα που αυτή έφερε στην επιφάνεια.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την ουτοπία του μέλλοντος που περιγράφει ο Freeman Dyson στα τέλη του 20ου αιώνα και τις αισιόδοξες αναγγελίες σχετικά με τον μετασχηματισμό της κοινωνίας προς το καλύτερο, χάριν των νέων τεχνολογιών και την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, τα βιοηθικά προβλήματα φαίνεται να ξεπερνούν τη μοντέρνα σκέψη, οδηγώντας πολλές φορές σε αδιέξοδο, αντιφάσεις και αδικία σε βάρος ορισμένων προσώπων, εμμένοντας με τρόπο πεισματικό στην αναχρονιστική άποψη ότι η τάξη επιτυγχάνεται μόνο με τη θέσπιση ειδικής ποινικής αυταρχικής νομοθεσίας. Στον αντίποδα, ωστόσο, αυτής της ρητορικής του μίσους και της εκδίκησης αντιπαρατίθεται η ιδέα «amor mundi» (αγάπη για τον κόσμο) της Hannah Arendt και η ελπίδα ότι το μέλλον υπάρχει στην ελευθερία, την ισότητα και την αδελφότητα, ιδέες τόσο κλασσικές όσο και ο ίδιος ο αγώνας για εξέλιξη. Ως εκ τούτου, ο ποινικός νομοθέτης δεν θα πρέπει να παραμείνει ο «μπαμπούλας» κάτω από το κρεβάτι που τρομάζει τα παιδιά, αλλά να αναμορφώνεται βάσει των υψηλών στόχων που θέτει ο ίδιος ο Άνθρωπος στον εαυτό του!


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News