Δικηγορικό Γραφείο
Ψευδής Ιατρική Πιστοποίηση αρθρ. 221 ΠΚ Μία «αμφιλεγόμενη» διάταξη, «αμφιλεγόμενα» τροποποιείται

Δυνάμει του Νέου Ποινικού Κώδικα και βάσει του Νόμου 4619/2019 ΦΕΚ Α΄ 95/11.06.2019) με ημερομηνία ενάρξεως την 1-7-2019 επί του ανωτέρω άρθρου 221ΠΚ εισήχθησαν οι εξής ενδιαφέρουσες τροποποιήσεις: α. συστέλλεται η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 221 ΠΚ βάσει οικονομικού κριτηρίου. Ούτω υπεισέρχεται η φράση «που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον» αντί της αρχικής και γενικόλογης «που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου». β. μειώνονται οι ποινές φυλακίσεως ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να επιβληθεί μόνον χρηματική ποινή. γ. σε περίπτωση δικαστικής χρήσεως της πραγματογνωμοσύνης και όσον αφορά τους επιστήμονες υγείας απαλείφεται οριστικώς η σωρευτική ποινή της στερήσεως πολιτικών δικαιωμάτων κατά άρθρον 63παρ.1 αλλά και η επιβαρυντική δυνατότητα του Ποινικού Δικαστή να διατάξει εις βάρος τους απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος από ένα έως έξι μήνες δ. η χρηματική ποινή από σωρευτική γίνεται διαζευκτική στους επιστήμονες υγείας πλήν της περιπτώσεως της πραγματογνωμοσύνης για δικαστική χρήση.

Συγκεκριμένα: Κατά την παλαιότερη εκδοχή 1. Γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. Αν οι ψευδείς αυτές πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση, αυτοί που τις εκδίδουν τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, με στέρηση των αξιωμάτων και θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 63 αριθμ. 1, ως και με απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματός τους για χρονικό διάστημα από ένα μήνα μέχρι έξι μήνες.2. Με φυλάκιση μέχρι ενός έτους τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή πιστοποίηση για να εξαπατήσει δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση. Αν έγινε δικαστική χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποίησης, ο διάδικος που έκαμε τη χρήση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Πλέον, κατά την νεώτερη εκδοχή του «1. Γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν οι ψευδείς αυτές πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση, αυτοί που τις εκδίδουν τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. 2. Με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή πιστοποίηση για να εξαπατήσει δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση. Αν έγινε δικαστική χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποίησης, ο διάδικος που έκανε τη χρήση τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή.»

Περαιτέρω επί της Αιτιολογικής Εκθέσεως του Νέου Ποινικού Κώδικα και επί της σελίδος 47 γίνεται ρητή μνεία αυτής της διαφοροποιήσεως ως εξής: «Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος διευκρινίζεται κατά τρόπο ρητό, ως στοιχείο πλέον του εγκλήµατος, ότι η πράξη µπορεί «να ζηµιώσει άµεσα οικονοµικά άλλον». Με τη διατύπωση αυτή επιχειρείται να αντιµετωπιστεί το πρόβληµα αοριστίας που παρουσιάζει σήµερα η διάταξη του άρθρου 221 ΠΚ, όπου γίνεται αόριστα λόγος για «έννοµα και ουσιώδη συµφέροντα άλλου», επιλογή που εύλογα επικρίνεται από τη θεωρία ως αόριστη και παρέχουσα την δυνατότητα αυθαίρετης κρίσης (έτσι Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Εγκλήµατα σχετικά µε τα υποµνήµατα, 2005, σ. 179). Η ποινή επιβαρύνεται όταν οι ψευδείς πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση (παρ. 1 εδ. β΄), όταν χρησιµοποιούνται για να εξαπατηθεί δηµόσια, δηµοτική ή κοινοτική αρχή ή νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση (παρ. 2 εδ. α΄) και όταν έγινε δικαστική χρήση της ψευδούς πιστοποίησης (παρ. 2 εδ. β΄).

Να τονισθεί ότι δυνάμει των ανωτέρω ρυθμίσεων ουσιαστικά είχε εξ αρχής «εξαλειφθεί» ο επαχθής κίνδυνος της προσωρινής αναστολής του ιατρικού επαγγέλματος, ως υπήρχε ως δυνατότητα και εκ μέρους του κατά τόπον αρμοδίου Ιατρικού Συλλόγου παρεπομένως του άρθρου αυτού (221ΠΚ). Τούτον καθώς τέτοια δυνατότητα του οικείου Πειθαρχικού Συμβουλίου υφίστατο μόνον εφόσον οι πειθαρχικώς ελεγκτέοι είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκούσε η στέρηση αυτή (άρθρο 321 2παρ.γ. του Νόμου 4512/2018), εφόσον φυσικά ο εισαγγελέας είχε ειδοποιήσει κατά άρθρον 320παρ.9 του αυτού Νόμου (4513/2018). Συνεπώς με την παύση της σωρευτικής ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων έπαυσε και ο κίνδυνος αυτός . Μάλιστα και προς την αυτή νομοθετική κατεύθυνση πλέον δυνάμει του άρθρου 61 παρ.3 Ν.4690/2020 ΦΕΚ Α 104/30.05.2020 και αυτή η διάταξη αυτή (321 2παρ.γ. του Νόμου 4512/2018) κατηργήθη.

Είναι δεδομένο ότι αυτό το άρθρο προσπάθησε εν αρχή να περιστείλει έως πατάξει τυχόν ψευδείς ή «επιλεκτικώς αληθείς» κατά παραγγελίαν ιατρικές γνωματεύσεις των εκάστοτε οριζομένων τεχνικών συμβούλων προς χάριν της αναζητήσεως της ουσιαστικής αλήθειας και δη σε «ευαίσθητες» υποθέσεις όπου η ανίχνευση της αληθούς βουλήσεως καθώς και των πραγματικών γεγονότων εγγίζει την ψυχική υγεία και την πνευματική συγκρότηση των «πρωταγωνιστών» υπό όποια ιδιότητα και αν εμφανίζονται ενώπιον των Εισαγγελικών, Ανακριτικών και Δικαστικών Αρχών. Στην πραγματικότητα όμως κατ’ ουσίαν φόβισε τους ίδιους τους ιατρούς και τους λοιπούς επιστήμονες υγείας ώστε σε πολλές περιπτώσεις να μην τολμούν να εκφράζουν επιστημονική κρίση, ήτοι να πιθανολογείται η κρίση ή η άποψή τους, όπως είναι η λεγομένη και «αμυντική πραγματογνωμοσύνη». Προς τούτον και έγινε προσπάθεια βελτιώσεώς του επί το επιεικέστερον.

Τούτο, διότι οι κατηργημένες μέχρι πρότινος επαπειλούμενες ποινές ιδίως σε άκρως ευαίσθητες κοινωνικώς περιπτώσεις, όπως είναι οι παιδικές κακοποιήσεις όπου διακύβευμα είναι η υγεία και η αγνεία ενός παιδιού και όχι ο αθέμιτος ή και παράνομος πλουτισμός κάποιου κατηγορουμένου, απεδείχθησαν εν ταις πράξεσιν καταστροφικές. Παιδοψυχίατροι εσύρθησαν στα δικαστήρια με αυτές τις κατηγορίες, αρχομένης της σχετικής διαδικασίας ακόμη και με εισαγγελική παραγγελία, σε βαθμό που οι διάφοροι σύλλογοι κακοποιημένων παιδιών αλλά και οι ειδικοί ψυχικής υγείας να εξανίστανται. Είναι χαρακτηριστική η εύστοχη εισήγηση της Φωτεινής Μηλιώνη (Δικηγόρος, Δρ Νομικής, Δ/ντρια του ΝΠΙΔ εποοπτευομένου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «ΕΠΑΝΟΔΟΣ», Ειδική επιστήμων της Νομικής Σχολής Αθηνών) για το απαράδεκτο της ποινικοποιήσεως της επιστημονικής απόψεως σε τέτοιου είδους υποθέσεις. «Στις υποθέσεις αυτές της ενδοοικογενειακής βίας, λόγω της στενής συναισθηματικής σχέσης των μερών και της έντονης αντιδικίας των γονέων, οι ιατρικές γνωματεύσεις αποτελούν το αντικείμενο της έριδος των αντιδίκων μερών. Γι’ αυτό η εκτίμηση και η αξιολόγηση των γνωματεύσεων των ιατρών αποτελούν το κύριο βάρος όλης της δικαστικής διαδικασίας. Σε πολλές δε περιπτώσεις σφοδρής αντιδικίας των εμπλεκομένων μερών οι ιατροί που έχουν γνωματεύσει σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας έχουν συρθεί στη συνέχεια ως κατηγορούμενοι για συκοφαντική δυσφήμιση ή παροχή ψευδών βεβαιώσεων. Για την αντιμετώπιση αυτών των περιστατικών οι ίδιοι οι ιατροί εφαρμόζουν πλέον τη μέθοδο της αμυντικής πραγματογνωμοσύνης. Θέτουν οι ίδιοι τους όρους της προστασίας τους με αποτέλεσμα οι γνωματεύσεις τους να είναι ασαφείς και αόριστες, χωρίς ιδιαίτερη δικονομική αξία. Η κατοχύρωση των επαγγελματιών με ένα δίκτυ προστασίας θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος στην αντιμετώπιση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Η ποινική διαπόμπευση των ιατρών δεν αποτελεί την προσφορότερη μέθοδο για την τήρηση της ιατρικής δεοντολογίας. Η ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των επαγγελματιών θα συνέβαλε στην καλλιέργεια ενός κλίματος συνεργασίας μεταξύ των επαγγελματιών του δικαστικού και του ιατρικού χώρου, συντελώντας στην καλύτερη παιδική προστασία. Σε πολλές δε περιπτώσεις σφοδρής αντιδικίας των εμπλεκομένων μερών οι ιατροί που έχουν γνωματεύσει σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας έχουν συρθεί στη συνέχεια ως κατηγορούμενοι για συκοφαντική δυσφήμιση ή παροχή ψευδών βεβαιώσεων», (Τα αποσπάσματα από την έκδοση «Κακοποίηση: Όταν τα παιδικά όνειρα γίνονται εφιάλτες» σελ 69-70, Αθήνα, 2013, Έκδοση: Σισμανόγλειο Γενικό Νοσοκομείο - Τμήμα Ψυχιατρικής Παιδιών και Εφήβων).

Αναφέρεται το ανωτέρω παράδειγμα της παιδικής κακοποιήσεως ως χαρακτηριστικό των προβλημάτων που δημιούργησε το εξεταζόμενο άρθρο. Φυσικά το αυτό ισχύει και σε περιπτώσεις κακοποιήσεως ενηλίκων, και δη «αδύναμων» ομάδων, όπως γυναίκες, πνευματικώς ή σωματικώς ανάπηροι κοκ.

Ο αντίλογος έχει κυρίως να κάνει με τις περιπτώσεις όπου προεχόντως διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα. Πχ η προς το επιεικέστερον ρύθμιση ουσιαστικώς «απελευθερώνει» την «δυνατότητα» ψυχιάτρων να γνωματεύσουν όχι αναγκαία αληθώς και σίγουρα πιο επιθετικώς σε περιπτώσεις που καλούνται να εξετάζουν υπερήλικες ή ανθρώπους στα όρια της δικαστικής συμπαραστάσεως κατά την «ύποπτη» περίοδο κατά την οποία συντάσσουν ή θα συντάξουν Διαθήκη.

Η στάθμιση των υπέρ και κατά είναι εσωτερικό ζήτημα του καθενός. Η δικαιοπολιτική ρύθμιση όμως οφείλει να μη ποινικοποιεί κατά το δυνατόν την επιστημονική κρίση.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να συμβουλευτείτε τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News