Δικηγορικό Γραφείο
Εργασία στο δημόσιο και παράλληλη απασχόληση σε ιδιωτικό έργο

Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν. 3528/2007 (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΠΟΛ.ΔΙΟΙΚ.ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΥΠΑΛ.ΝΠΔΔ) «Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή»

« 1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του. 2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια στους υπαλλήλους του Δημοσίου χορηγείται από τον οικείο υπουργό και στους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης και αν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης. 3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ` επάγγελμα άσκηση εμπορίας. 4. Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ. Ο υπάλληλος επιτρέπεται να αποκτά αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως ή να εκμεταλλεύεται αυτό με εκμίσθωση, εφόσον απέκτησε τούτο είτε με γονική παροχή είτε λόγω κληρονομικής διαδοχής είτε λόγω δωρεάς εν ζωή από συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως β βαθμού ή από σύζυγο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορούν να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα τεχνικής φύσης που αφορούν στη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας και την εκμετάλλευση δημοσίας χρήσης αυτοκινήτου στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου.»

Σύμφωνα με το άρθρο 107 του ιδίου νόμου, ως πειθαρχικό παράπτωμα προβλέπεται και « κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας».

Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν. 3584/2007 «ΚΩΔΙΚΑΣ Κατάστασης ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ και ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ» με τίτλο « περιορισμοί των υπαλλήλων- άσκηση ιδιωτικού δικαίου με αμοιβή»:

« 1. Απαγορεύεται η άσκηση στους υπαλλήλους ιδιωτικού έργου ή εργασίας με αμοιβή. 2. Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση με αμοιβή έργου ή εργασίας που συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του, κατόπιν αποφάσεως του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, ύστερα από σύμφωνη γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου, η οποία μπορεί να ανακληθεί με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία. 3. Απαγορεύεται στον υπάλληλο η κατ` επάγγελμα άσκηση εμπορίας. 4. Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ.5. Ο υπάλληλος επιτρέπεται να αποκτά αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως ή να εκμεταλλεύεται αυτό με εκμίσθωση, εφόσον απέκτησε τούτο είτε με γονική παροχή είτε λόγω κληρονομικής διαδοχής είτε λόγω δωρεάς εν ζωή από συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως β βαθμού ή από σύζυγο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορούν να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα τεχνικής φύσης που αφορούν τη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας και την εκμετάλλευση δημοσίας χρήσης αυτοκινήτου στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου.»

Σύμφωνα με τα άρθρα πέμπτο παρ.1 και 2 και όγδοο παρ.1 του Ν.4057/2012 «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» ορίζεται ότι «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, που αναφέρονται σε θέματα αργιών, καθώς κι εκείνες με τις οποίες προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχικές ποινές και οι διαδικαστικής φύσεως διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως για το μόνιμο προσωπικό των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, που αναφέρονται σε θέματα αργιών, καθώς και εκείνες με τις οποίες προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχικές ποινές, εφαρμόζονται αναλόγως για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών».

Κατά την έννοια των ως άνω άρθρων, μπορεί να χορηγηθεί σε δημόσιο ή δημοτικό υπάλληλο άδεια για άσκηση μιας εξωυπηρεσιακής επαγγελματικής δραστηριότητας με αμοιβή, κατόπιν αιτιολογημένης σύμφωνης γνώμης του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, που ελέγχει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη δυνατότητα άσκησης μιας τέτοιας δραστηριότητας. Στο πλαίσιο έλεγχου των προϋποθέσεων αυτών, το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει, εάν η εν λόγω δραστηριότητα είναι συμβατή με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας, εάν εξ αυτής δεν μειώνεται το κύρος του υπαλλήλου, εάν μπορεί να παρασχεθεί σε τόπο και σε χρόνο που δεν θα επηρεάζουν τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στα κύρια καθήκοντα του και εάν το ιδιωτικό συμφέρον του υπαλλήλου από την άσκηση του ιδιωτικού έργου έρχεται σε σύγκρουση με το συμφέρον της υπηρεσίας (Δ.Εφ.ΑΘ. 673/2013 σκ.3η, 936/2016 σκ. 3η).

Όπως έχει γίνει δεκτό από την Ολομέλεια Διακοπών του Ν.Σ.Κ. με την υπ’ αριθμ. 436/2012 γνωμοδότηση της, οι προϋποθέσεις έκδοσης από τη Διοίκηση της προβλεπόμενης άδειας είναι σωρευτικά οι εξής: «α) Η άδεια να αφορά σε συγκεκριμένο έργο ή εργασία, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον υπάλληλο στη αίτησή του (τόπος, χρόνος, είδος και συνθήκες απασχόλησης), δεδομένου ότι σε περίπτωση αόριστου αιτήματος θα ήταν αδύνατος ο επιβαλλόμενος έλεγχος της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, με συνέπεια την καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 31 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν.Σ.Κ. 382/2008, Ν.Σ.Κ. 380/2009, 170/2008, 25/2008, 190/2007). Ιδιαιτέρως τονίζεται ότι στην ως άνω αίτηση πρέπει να γίνεται ρητή και σαφής μνεία του χρόνου έναρξης και λήξης, δηλαδή της διάρκειας του αιτούμενου έργου ή εργασίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο της συμβατότητας του έργου ή της εργασίας προς τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή και μετά την επέλευση οποιοσδήποτε υπηρεσιακής μεταβολής π.χ. ανάθεσης στον υπάλληλο νέων καθηκόντων (Ν.Σ.Κ. 447/2009).β) Το ιδιωτικό έργο ή εργασία πρέπει να συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου, θα πρέπει δηλαδή να συνάδει με το αντικείμενο της αρμοδιότητας που ασκεί, να μην συγκρούεται το ιδιωτικό συμφέρον του υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, γενικότερα, να μη μειώνει το κύρος της. Επισημαίνεται ότι, αν, από το κατά τα ανωτέρω υποβληθέν αίτημα του υπαλλήλου, προκύπτει η επιδίωξη παροχής ιδιωτικού έργου προς πρόσωπα των οποίων οι ενέργειες υπάγονται στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει είτε σύγκρουση του ιδιωτικού του συμφέροντος προς τους εξυπηρετούμενους από την υπηρεσία αυτή σκοπούς, αλλά και, ευρύτερα, προς οποιονδήποτε άλλο θεμιτό σκοπό που έχει τεθεί προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είτε και σύγχυση μεταξύ του δημοσίου καθήκοντος του και της κάθε φορά ασκούμενης από τον υπάλληλο ιδιωτικής δραστηριότητας, με εμφανή τον περαιτέρω κίνδυνο να τρωθεί το κύρος της δημόσιας υπηρεσίας, τότε το αιτηθέν έργο ή εργασία, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του (Ν.Σ.Κ. 382/2008, Ν.Σ.Κ. 380/2009, 170/2008, 25/2008). γ) Το κατά τα ανωτέρω, εκτός του νομίμου ωραρίου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, αιτηθέν από τον υπάλληλο ιδιωτικό έργο ή εργασία να ασκείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παρακωλύει ή επηρεάζει την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του και την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας του είτε αμέσως, με τη μείωση της προσφερόμενης στην υπηρεσία απόδοσης, είτε εμμέσως, με την ενδεχόμενη κόπωση που μπορεί να επιφέρει η άσκηση του ιδιωτικού έργου ή εργασίας και την συνεπακόλουθη απροθυμία ή παραμέληση άσκησης των κυρίων καθηκόντων του (Ν.Σ.Κ. 447/2009, 380/2009). Έχει γίνει δεκτό ότι η παρεμπόδιση ή όχι της «ομαλής» εκτέλεσης της «υπηρεσίας» από την συμπληρωματική απασχόληση του υπαλλήλου σχετίζεται με τον ημερήσιο χρόνο άσκησης του «ιδιωτικού» έργου ή εργασίας και εναπόκειται στην κρίση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αν είναι ικανός να επιφέρει κόπωση στον υπάλληλο ώστε να εμποδίζεται ή να παραμελείται η εκτέλεση των κύριων υπηρεσιακών του καθηκόντων και να βλάπτονται έτσι τα συμφέροντα της υπηρεσίας, δεδομένου και του επιδιωκόμενου από τον Υπαλληλικό Κώδικα σκοπού της διασφάλισης της μέγιστης δυνατής απόδοσης του υπαλλήλου κατά την εργασία του (Ν.Σ.Κ. 447/2009, 170/2008)».

Ο έλεγχος της συνδρομής των κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων εναπόκειται στην ουσιαστική κρίση του εκάστοτε επιλαμβανόμενου υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αιτήσεων των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, προβαίνει στην αξιολόγησή τους και κατ’ επέκταση, στην αποδοχή τους ή μη, με βάση τα, κατά περίπτωση τεθέντα ενώπιον του πραγματικά στοιχεία (Ν.Σ.Κ. 391/2010, 447/2009, 462/2008).

Στην έννοια της άσκησης ιδιωτικού έργου ή εργασίας, κατ’ άρθρο 31 παρ.1 του Υ.Κ., του νόμου μη διακρίνοντος, εμπίπτει, εκτός από εκείνο που παρέχεται σε ιδιώτη εργοδότη και εκείνο που παρέχεται στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς (ν.π.δ.δ., ΟΤΑ κ.λ.π.), ακόμα δε και προς τον ίδιο τον φορέα κύριας απασχόλησης του υπαλλήλου, ανεξαρτήτως δηλαδή του ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα του φορέα στον οποίο παρέχεται το έργο ή η εργασία, καθώς κρίσιμο προς τούτο είναι ότι παρέχεται για την εξυπηρέτηση αναγκών του τελευταίου που διαχωρίζονται σαφώς από τα καθήκοντα της υπαλληλικής θέσης αυτού. (Ελ. Συν. Πράξη I Τμ.24/2015).

Εν όψει των ανωτέρω, επιτρέπεται σε υπάλληλο του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που διέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα να παρέχει ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή μόνο ύστερα από άδεια, που χορηγείται από τον οικείο Υπουργό ή το αρμόδιο όργανο της υπηρεσίας του, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο ελέγχει την συνδρομή των προϋποθέσεων που η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του Υ.Κ. σωρευτικά απαιτεί. Η γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου προβλέπεται ως ουσιώδης τύπος της ανωτέρω διαδικασίας, αφού με αυτήν διαπιστώνεται, αφενός μεν, η συμβατότητα του έργου ή της εργασίας με την υπηρεσιακή ιδιότητα του αιτουμένου υπαλλήλου και το κύρος της υπηρεσίας, αφετέρου δε, η δυνατότητα του τελευταίου να τα εκτελέσει χωρίς να παρεμποδίζεται η ομαλή εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, καθώς και εάν μπορεί να γίνει σε τόπο και χρόνο που δεν θα επηρεάσουν τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στα κύρια καθήκοντά του.

Η άδεια που απαιτείται για την άσκηση έργου ή εργασίας από υπάλληλο του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. αποσκοπεί, προεχόντως στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών και στην αποφυγή επιδείξεως παραμελήσεως των κυρίων καθηκόντων του υπαλλήλου του φορέα προέλευσής του, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, στον οποίο μάλιστα φορέα παρέχεται η δυνατότητα να κινήσει, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, ακόμα και την πειθαρχική δίωξη κατά του υπαλλήλου που παρέχει επ’ αμοιβή έργο ή εργασία χωρίς να έχει τύχει της σχετικής αδείας (Σ.τ.Ε. 3273/2014).

Η τήρηση της ως άνω διαδικασίας για τη νόμιμη άσκηση έργου ή εργασίας απαιτείται ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του εργοδότη, ήτοι του αν το προς ανάθεση έργο ή εργασία παρέχεται σε ιδιώτη εργοδότη ή στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α., ή σε ν.π.δ.δ. και τούτο διότι και στην δεύτερη περίπτωση δύναται να υπάρξουν περιπτώσεις που το παρεχόμενο έργο ή εργασία δεν είναι συμβατό με την υπηρεσιακή ιδιότητα του υπαλλήλου, που έρχεται σε σύγκρουση με τα καθήκοντα της υπαλληλικής του θέσης και που ασκείται κατά τέτοιο τρόπο με συνέπεια την πλημμελή εκπλήρωση των κυρίων καθηκόντων του, πράγμα που υπάρχει κίνδυνος να αποβεί σε βάρος της εύρυθμης και ομαλής διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας του φορέα προέλευσης του υπαλλήλου.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ 1 του ΠΔ. 410/1988, στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 31 του Υ.Κ, πέραν των μόνιμων υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. εμπίπτουν και οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ( ΝΣΚ 109/2019).

Αντίθετα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 31 Υ.Κ και 14 του π.δ. 410/1988 προκύπτει ότι δεν υφίσταται νομικό πλαίσιο που να επιβάλλει υποχρέωση προηγούμενης άδειας της υπηρεσίας για την άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από εργαζόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 του π.δ. 410/1988 και 652 Α.Κ ο εργαζόμενος αυτός βαρύνεται με την υποχρέωση πίστης στον εργοδότη- δημόσιο, δηλαδή υποχρεούται να αποφεύγει κάθε ενέργεια, η οποία μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα της υπηρεσίας του ή να κλονίσει την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτήν.). Η τυχόν παραβίαση της υποχρέωσης αυτής μπορεί να θεμελιώσει λόγο καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 20/2004, 723/1986, ΟλΑΠ 858/1984, ΝΣΚ 372/2006, 87/2005, ΝΣΚ 33/2106).


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News