Δικηγορικό Γραφείο
Η πραγματική κατάσταση των Ελληνίδων Μαχόμενων Δικηγόρων: Μία εισήγηση, που δεν άφησαν να ακουστεί

Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση της Ένωσης Γυναικών Δικηγόρων και Φίλων «Ελένη Καρύδη» σε μια πολύ κρίσιμη συζήτηση, που έχει τίτλο γυναίκες δικηγόροι :κατακτώντας τη δικαιοσύνη. Και μόνο ο τίτλος είναι δηλωτικός της υπαρκτής και πολύ πραγματικής αορατότητάς μας, είναι πολύ εύστοχος ως προς τις συνδηλώσεις του και είναι σαν να μας κλείνει πονηρά το μάτι . Ας κάνουμε λοιπόν ένα πείραμα, ας αντιστρέψουμε τα φύλα: πώς θα μας φαινόταν ο τίτλος άνδρες δικηγόροι: κατακτώντας τη δικαιοσύνη κι ακόμα χειρότερα άνδρες επιχειρηματίες , κατακτώντας την επιχειρηματικότητα , άνδρες ιατροί , κατακτώντας την ιατρική κοκ; Θα μας φαινόταν γελοίος και ξέρετε γιατί, γιατί είναι οι πραγματικοί κλειδοκράτορες της επιστήμης, είναι οι εξουσιαστές και οι αποικιοκράτες που αφού άρπαξαν τη γη από τους ιθαγενείς, εν τέλει τους πετούν κάποια ψίχουλα και τους λένε πάρτε τα και πολύ σας είναι, θα μπορούσαμε να σας έχουμε ακόμη σκλάβους στις φυτείες . Για να μιλάμε για κατάκτηση εν ετει 2022, σημαίνει ότι κάποιος μάς έβγαλε έξω κι ακόμα χτυπάμε την πόρτα για να μας επιτρέψει την είσοδο ο fake ιδιοκτήτης . Και αυτός ο καταχραστής και καταληψίας μάς απέκλεισε από παντού, από τις κυβερνητικές πολιτικές, την ιατρική έρευνα, το δίκαιο, την τεχνολογία, τους εργασιακούς χώρους, τον αστικό σχεδιασμό, τα μέσα ενημέρωσης και τέλος από την ίδια την Ιστορία και ο αποκλεισμός συνεχίζεται και σήμερα. Μόλις πρόσφατα στις 24/10/22 ο ΟΗΕ δημοσίευσε μία έκθεση, όπου αναφέρεται ότι οι πόλεις έχουν μια ενσωματωμένη προκατάληψη έναντι των γυναικών, γιατί οι γυναίκες πολεοδόμοι φυσικά δεν μετείχαν στον πολεοδομικό σχεδιασμό των πόλεων.
Άρα , για να δώσουμε μια απάντηση στον πιο πάνω τίτλο πρέπει να αποσαφηνίσουμε το γιατί , το πώς και το ποια . Δηλ. γιατί πρέπει να κατακτήσουμε τη δικαιοσύνη και ποιοι μας άρπαξαν τον χώρο μας , πώς θα το κάνουμε και ποια δικαιοσύνη θα κατακτήσουμε .

Α. Για να κατανοήσουμε τις αιτίες για την αορατότητα, τον ρητό και υπόρρητο σεξισμό και όλα τα άλλα προβλήματα που βιώνουμε οι γυναίκες δικηγόροι στην καθημερινή μας πρακτική, πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτά είναι τα συμπτώματα μιας βαθιάς και διαχρονικής παθογένειας του δικαίου . Μόνο αν κατανοήσουμε τη δικαιικη αρρώστια ,θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το σύμπτωμα , αλλιώς προβλέπω και οι διάδοχές μας το 2050 να μαζεύονται πάλι σε αυτήν την αίθουσα να συσκέπτονται τι πήγε στραβά.

Η απουσία του γυναικών νομικών στην σύνταξη συνταγματικών χαρτών και στην παραγωγή δικαίου και της επαγόμενης συμπεριληπτικής δικαικης γλώσσας ήταν καθοριστικός παράγοντας της αναπαραγωγής στερεοτύπων και γλωσσικού σεξισμού στο δίκαιο κι επακόλουθα στην καθημερινότητα των γυναικών δικηγορων.
Το πόσο καθοριστικός ήταν αυτός ο παράγοντας παγκοσμίως φαίνεται και από την πρόσφατη ανατροπή από το ανώτατο δικαστήριο στην Αμερική , που αναίρεσε το δεδικασμένο της απόφασης Roe v. Wade, με αφορμή την δικαστική αμφισβήτηση της συνταγματικότητας του νόμου της πολιτείας του Mississippi, ο οποίος απαγόρευε την άμβλωση μετά τις 15 εβδομάδες κύησης, ακόμη και για περιστάσεις βιασμού και αιμομιξίας, με τη σαθρή αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται τίποτα στο Σύνταγμα.
Πράγματι, δεν αναφέρεται τίποτε στο αμερικανικό Σύνταγμα για εκτρώσεις. Το δικαίωμα στην έκτρωση δεν θεμελιώνεται εκεί. Γιατί το κείμενο αυτό των τεσσάρων χιλιάδων λέξεων που γράφτηκε το 1787 από 55 άντρες δεν αναφέρει τίποτα απολύτως για γυναίκες. Τίποτε σε αυτό το κείμενο δεν δείχνει ότι οι συγγραφείς του φαντάστηκαν τις γυναίκες ως μέρος της πολιτικής κοινότητας που αγκαλιάζει η φράση ‘We, the people’.
Τόσο απλά, τόσο ξεκάθαρα, τόσο συντριπτικά. Συντάγματα χωρίς γυναίκες νομικούς, όπως είναι όλα τα διεθνή συντάγματα .

Κι εδώ ας μην ησυχάζουμε. Θα το πω πολλές φορές σε αυτήν την εισήγηση, είμαστε μέλη μιας κοινωνίας που χειμάζεται, δεν υπεριπτάμεθα αυτής, η μοίρα μας είναι όποια είναι η μοίρα των υπολοίπων Ελληνίδων γυναικών. Δεν είναι καιροί για κακά παραμύθια και δεν υπάρχουν βίοι παράλληλοι και ασύμπτωτοι. Οι αφίσες στο μετρό, οι υπόγειες χρηματοδοτήσεις, τα συνέδρια υπό την αιγίδα πολιτειακών αρχόντων, οι σαβούρες της κάθε σκοτεινής σέχτας ως "εκπαιδευτικό υλικό" απορρέουν από την ίδια συμπαγή και κεντρική γραμμή: Ενστάλαξη του σκοταδισμού και του νεοσυντηρητισμού στον δημόσιο λόγο, στην εκπαίδευση, στον ίδιο τον πυρήνα της αλήθειας, κανονικοποίησή τους μέσα από την κρατική πιστοποίηση επιστημονικότητας στις αντιδραστικές ανοησίες.

Συνεχείς δοκιμές διαφορετικών τρόπων. Και κάθε φορά που η δοκιμή ξεφεύγει από τα ελεγχόμενα ΜΜΕ, επιφέρει ανοιχτή δημόσια κριτική και κατακραυγή, ακολουθεί οπισθοχώρηση, μουλωχτά, χωρίς απονομή ευθυνών για να μη διαταραχθούν περισσότερο οι ισορροπίες της αδιαφάνειας.

Η θεώρηση του δικαίου ως ουδέτερου και αντικειμενικού είναι ψευδοθεωρία , που έχει επινοηθεί για να δικαιολογήσει την αδυναμία της δικαιικής γλώσσας να μεταφράσει και να περιγράψει διαχρονικά τη γυναικεία εμπειρία, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή των συνθηκών υποταγής των γυναικών και των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων και συνακόλουθα τη δική μας αδυναμία, παρά το ότι κατέχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό παρουσίας μας σε όλο το νομικό φάσμα δραστηριοτήτων μας. Ναι, είναι γεγονός ότι σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι γυναικες είναι το 55,4 %των δικηγορων (60,30% για ΔΣΑ), το 66,4% των δικαστών και το 83,9% των λοιπών νομικών . Μάλιστα, το γεγονός αυτό το χρησιμοποιούν κυκλικά για να αποδείξουν ότι είμαστε ισότιμες, όμως το ψευδοεπιχείρημα αυτό δείχνει άγνοια της ιστορικής συνέχειας, όταν ξέρουμε πλέον ότι το ποσοτικό κριτήριο ουδέποτε υπήρξε προϋπόθεση της εξουσίας , πάντα οι λίγοι εξουσιάζουν τους πολλούς , όταν ξέρουμε πλέον τη δυστοπία και τον παραλογισμό, που εμφανίζεται μάλιστα σαν «κανονικότητα», τα θησαυροφυλάκια 8 Κροίσων να ξεπερνούν τα υπάρχοντα του μισού πληθυσμού της Γης.

Γι αυτό, αν θέλουμε να εξετάσουμε την θέση της γυναίκας νομικού μέσα σε ένα σύστημα δικαίου, πρέπει να ξεκινήσουμε από την ίδια την δημιουργία του συστήματος αυτού. Το πρώτο, λοιπόν, ερώτημα είναι: πώς επηρέασε την επιστήμη του δικαίου η, από τις απαρχές της, απουσία των γυναικών νομικών; Οι γυναίκες μέχρι (σχετικά) πρόσφατα δεν συμμετείχαν στην σύνταξη συνταγματικών χαρτών, ούτε εκτελούσαν καθήκοντα νομικών, ερμηνεύοντας τον νόμο, από τον οποίο οι ζωές τους ρυθμίζονται. Σύμφωνα με την θεωρία του Τόμας Κουν, το δίκαιο αποτελεί “αρσενικό παράδειγμα”, δηλαδή, δημιουργήθηκε από το άρρεν φύλο με βάση τις δικές του εμπειρίες και αντιλήψεις, τις οποίες χρησιμοποιεί ως δείγμα ανθρώπινης εμπειρίας, χωρίς στην πραγματικότητα να λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά βιώματα του συλλογικού υποκειμένου γυναίκες.

Ένα διαφωτιστικό παράδειγμα παρέχει το επίκαιρο δίλημμα γύρω από την εγκυμοσύνη στο χώρο εργασίας. Αν οι γυναίκες είχαν συμμετάσχει ισότιμα στον σχεδιασμό του χώρου εργασίας από την αρχή, τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη να υποχρεωθούν με νόμο οι εργοδότες να κάνουν τις απαραίτητες παραχωρήσεις σε έγκυες εργαζόμενες. Απεναντίας, ο χώρος εργασίας θα είχε οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι έγκυες εργαζόμενες να μην αντιμετωπίζονται ως άτομα που ξεφεύγουν από τη νόρμα (που αντιπροσωπεύουν οι άνδρες εργαζόμενοι).
Στα δικά μας χωράφια , επίσης δεν θα αναγκαζόντουσαν οι γυναίκες δικηγόροι σε ποσοστό 48,02% να πηγαίνουν στα γραφεία τους σε λιγότερο από δύο μήνες από τον τοκετό σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα , ούτε να αγνοούνται από τα δικαστήρια τα αιτήματα αναβολών λόγω κύησης ή τοκετού . Θα υπήρχαν εξ υπαρχής οι αναγκαίες δικαιικες ρυθμίσεις .

Σήμερα πλέον υπάρχει η έντονη αμφισβήτηση στην καλή πρόθεση του νόμου, στην εργαλειακή δυνατότητα του νόμου, μέσω των δικών του μεταρρυθμίσεων, να αλλάζει ή έστω να αποτιμά την πραγματικότητα. Το υποτιθέμενο ενιαίο κριτήριο δεν είναι καθόλου ουδέτερο. Μ’ άλλα λόγια, το νεωτερικό δίκαιο δεν είναι το όπλο εναντίον της πατριαρχικής ιδεολογίας, αλλά ένα εργαλείο της. Ο χώρος του Νόμου διαπερνάται από την Πατριαρχία.

Η συνάντηση των γυναικών με τον λόγο της δικαιοσύνης είναι μια τραυματική υπόθεση. Οι γυναίκες νομικοί της πράξης συνειδητοποιούμε τα πολλαπλά προσκόμματα που ανακύπτουν, τόσο στο επίπεδο του κανόνα όσο και στο επίπεδο ερμηνείας και εφαρμογής του.. Οι γλώσσες που επιτρέπουν την οργάνωση του κόσμου και την αναπαράσταση του πολιτικού, μέρος του οποίου είναι και οι νομικές κατηγορίες, πάσχουν ως προς την ικανότητά τους να μεταφράσουν τη γυναικεία εμπειρία.

Για να δούμε πόσο σημαντική είναι η συμμετοχή μας στην πρωτογενή παραγωγή του δικαίου δείτε τι έκαναν για εμάς 40 χρόνια πριν, για όλες τις γυναίκες της εποχής τους,οι γυναίκες ,μαχόμενες δικηγόροι που συμμετείχαν στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή Μάνεση για την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου , αργότερα για τον βιασμό, τις εκτρώσεις κλπ.
Η επιτροπή απαρτιζόταν από δεκαπέντε μέλη, εκ των οποίων τα επτά ήταν γυναίκες μαχόμενες δικηγόροι, η Λαΐου - Αντωνίου, , η Γεωργιλά, η Δεμερούκα - Χρονά, η Κιλάφη - Οικονομίδου , η εξέχουσα Καίτη Παπαρρήγα - Κωσταβάρα , η Αλίκη Γιωτοπούλου - Μαραγκοπούλου και η Ειρήνη Δορκοφίκη και εκτός της επιτροπής η Γιώτα Κραβαρίτου , που το σημαντικό της εκδοτικό έργο έχει πεταχθει στα σκονισμένα ράφια της βιβλιοθήκης του ΑΠΘ και ούτε διδάσκεται πλέον , η Ζώγια Χρονάκη και τόσες άλλες .
Και κατάφεραν μια επανάσταση στο δικαιικό μας συστημα τη δεκαετία του 80 με το οικογενειακό δίκαιο (Ν.1329/1983) (άκρως πατριαρχικό από τη δεκαετία του 1940), νομιμοποιήθηκε η άμβλωση (Ν.1609/1986) και ορίστηκε ο βιασμός ως έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και όχι κατά των ηθών όπως ήταν, στενά συνεδεμένος δηλ.με τον κίνδυνο ηθικής αξιολόγησης του θύματος (Ν.1419/1984), σε συνδυασμό και με άλλες κατακτήσεις στο εργατικό και συνδικαλιστικό δικαιο , την ίδρυση του ΕΣΥ κλπ. Ολες αυτες οι αλλαγές ήταν αποτέλεσμα κι όχι αίτιο ενός τεράστιου προχωρήματος της κοινωνίας μετά τη Μεταπολίτευση και μια δεκαετία σκληρών μαχών του εργατικού και του γυναικείου κινήματος , που πήγαν την κοινωνία μπροστά.
Από εκεί πρέπει να πιάσουμε το νήμα και να συνεχίςουμε την εξέλιξη .
Οι νόμοι της δεκαετίας του 80 ήταν προοδευτικοί, όχι γιατί ο νομοθέτης επί ΠΑΣΟΚ καθορίστηκε από μια αφηρημένα προοδευτική μεταρρυθμιστική στρατηγική, αλλά γιατί ο νόμος υπαγορεύτηκε από την ορμητικότητα των διεκδικήσεων των σημαντικών αυτών γυναικών νομικών.
Η Ελενη Καρύδη , η Φλαμπουριάρη έκαναν άθλο προσωπικό, μεγαλειώδη, αν αναλογισθούμε την εποχή που δραστηριοποιήθηκαν στις αρχές του αιώνα. Αυτές οι γιγάντισσες, όμως, στη δεκαετία του 80, στους ώμους των οποίων σήμερα πατάμε, εργαζόμαστε και ζούμε, ενώθηκαν με όλες τις Ελληνίδες,που (σε μεγάλο βαθμό) είχαν βγει νωρίτερα στην παραγωγή και έπαιζαν ήδη πρωταγωνιστικό ρόλο στο εργατικό κίνημα. Όποια δεν θυμάται την απεργία των τηλεφωνητριών, το βάρος των εργατριών στους αγώνες στην κλωστοϋφαντουργία και τη μαζική παρουσία των γυναικών στο νεολαιίστικο και στο φοιτητικό κίνημα δεν έχει ζήσει τη Μεταπολίτευση.
Δυστυχως , μέσα στο 2021 βιώσαμε μια απίστευτη οπισθοδρόμηση με τον αντί-μεταρρυθμιστικό νόμο του οικογενειακού δικαίου και με το ξήλωμα του εργατικού , του συνδικαλιστικού δικαίου, τώρα την κατάρρευση του ΕΣΥ, του οποίου χρόνια έσκαβαν το λάκκο, τώρα βάζουν και την ταφόπλακα.

Πριν ένα μήνα, συστάθηκε νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την αναμόρφωση του σημαντικότατου 3500/06 νομοθετήματος για την Ε.β με 13 μέλη, εκ των οποίων τα μισά μέλη ειναι στην Ειδική Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, χωρίς συνεννόηση με τους δικηγορικούς συλλόγους ,με τις μαχόμενες δικηγόρους, με τις γυναικείες οργανώσεις , όταν ο Μαγκακης και ο Μάνεσης είχαν οργώσει όλη την Ελλάδα και συνομιλήσει με όλες τις γυναικείες οργανωσεις μέχρι και την οργάνωση γυναικών στην Αντίσταση και με όλους τους δικηγορικούς συλλόγους . Με ξέρετε, εγώ καλό λόγο για τον πρόεδρο του συλλόγου μας δεν λέω εύκολα, αλλά ένα χρόνο πριν είχε συστήσει επιτροπή με δικηγόρους σε όλη την Ελλάδα, που κατέθεσαν προτάσεις νομοθετικές για το θέμα της αντιμετώπισης της Ε.β., την οποία επέβλεπε προσωπικά ο ίδιος. Οι προτάσεις ήταν εξαιρετικές , εγώ τις έχω τυπώσει όλες και τις συμβουλεύομαι, ο υπουργός δικαιοσύνης όμως αποτάσσεται τις μαχόμενες δικηγόρους σαν τον σατανά, ενώ βέβαια τείνει ευήκοα ώτα σε διάφορες οργανώσεις alt right , ενεργών μπαμπάδων κλπ για να περάσουν διάφορα σκοταδιστικά και αντιεπιστημονικά σύνδρομα περί γονεικης αποξένωσης του υμνητή της παιδεραστίας Γκάρντνερ , όταν το ίδιο το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο το έχει αποκηρύξει ως επικίνδυνο και ότι η χρήση του συνιστά βία κατά των γυναικών και των παιδιών. Ας ετοιμαστούμε για ένα ακόμα τερατούργημα .

Η αντίστιξη ανάμεσα σε αυτές τις δυο διαφορετικές περιόδους, τη Μεταπολίτευση και τη σημερινή, μας δείχνει ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι κάποιες αφηρημένες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, αλλά κυρίως το πώς προσέρχονται οι γυναίκες νομικοί και όλες οι γυναικες εν γένει στην αγορά εργασίας και σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής: Ισχυρές, με συλλογικότητα, με αυτοπεποίθηση και διεκδικητικό πνεύμα, ή αντίθετα, εξατομικοποιημένες, τσακισμένες από την κρίση, ως «κρέας για τα κανόνια» των αντιμεταρρυθμίσεων και των από τα πάνω «νεοσυντηρητικων ιδεών».

Β. Ποια είναι τα συμπτώματα αυτής της διαχρονικής αορατότητάς μας στη σημερινή γυναικοδικηγορική καθημερινότητα;

Πρόσφατα παρακολούθησα και τις δύο συζητήσεις για τις υποκλοπές, που οργάνωσε ο ΔΣΑ. Και, παρά τον εξαιρετικό συντονισμό της Χριστίνας Τσαγκλη στον πρώτο, δεν μπόρεσα να μη σκεφθώ ότι βρισκόμαστε στο 2022 και ακόμα και σήμερα μια φοβερά γελοία πρακτική επικρατεί. Τα 2/3 (αν όχι το σύνολο, παραχωρούν τον συντονισμό ως άλλοθι) των πάνελς σε ημερίδες, συνέδρια, σεμινάρια, βιβλιοπαρουσιάσεις, δημόσιες πρωτοβουλίες, εκδηλώσεις κλπ. ανδροκρατούνται. Και μάλιστα γεροντοκρατούνται. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρετό από το να βλέπεις 3-4 μεσήλικες ή ηλικωμένους άντρες παντογνώστες να συνομιλούν – λες και βρίσκεσαι σε ανδρική λέσχη του 19ου αιώνα.
Ξερετε πόσες νεαρές διδακτορισσες και μεταδιδακτόρισσες του συνταγματικού δικαίου υπάρχουν ; Ο λόγος που δεν τις βρίσκουν να τις καλέσουν είναι γιατί δεν θέλουν να βρουν και δεν έχουν μάθει να βρίσκουν . Κυρίως γιατί δεν τις βλέπουν τις γυναίκες, ακόμα κι αν βρίσκονται μπροστά τους. Διότι δεν παρακολουθούν τη δουλειά γυναικών ή τη θεωρούν υποδεέστερη ή ανακαλύπτουν “conflicts” που για τους άντρες (ας μου επιτραπεί η έκφραση) θα τα έκαναν γαργάρα.

Αν υπάρχουν σημαντικές έμφυλες ανισότητες στην ανώτατη εκπαίδευση και την έξρευνα όσον αφορά στις υψηλές ακαδημαϊκές βαθμίδες και στους εσωτερικούς μηχανισμούς εξουσίας και κατανομής πόρων και ευκαιριών, τότε μπορεί κανείς να αναλογιστεί πόσο μεγαλύτερες είναι αυτές οι ανισότητες σε άλλους τομείς.
Ας αποφασίσουμε κι ας το τηρήσουμε ευλαβικά ότι αν δεν υπάρχει ίση αναλογία γυναικών δικηγόρων ως Εισηγητριών στα νομικά συνέδρια δεν θα συμμετέχουμε καθόλου ούτε καν θα τα παρακολουθούμε μέχρι τα πάνελς να πάψουν πια να είναι μάνελς.

Όχι πολύ παλιά ακούσαμε σε τηλεοπτική συνέντευξη σχετικά νεαρό συνάδελφό μας να μας προτρέπει στην ουσία (πιο συγκεκαλυμμένα βέβαια και έμμεσα) να γυρίσουμε στην κουζίνα μας ,γιατί «η δικηγορία θέλει γερό στομάχι» , το οποίο εμείς,προφανώς, δεν διαθέτουμε . Κι αυτό τόλμησε να το πει ,ανερυθρίαστα, με δημόσιο λόγο , ως κάτι απολύτως φυσιολογικό και κανονικό .
Κι αυτή είναι η νέα version των συναδέλφων μας ,λίγο να ξύσεις την επιφάνεια σού σκάει όλο το παραδοσιακό πατριαρχικό. Το ίδιο παλιό λειτουργικό, η ίδια κάρτα μνήμης με αυτή των παλαιοτέρων ,απλά νέα γραφικά.. Αναβάθμιση δηλ. κινεζιά ...

Σε ποιο σοβαρό πανεπιστήμιο καθηγητής της νομικής σχολής θα έγραφε σε δημόσιο προφίλ ,ακολουθούμενο από πολυάριθμους φοιτητές του και συναδέλφους δικηγόρους ότι θέλει τις γυναίκες άβαφες ,χωρίς τακούνια, απλές, σεμνές, ήρεμες ,πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη (sic); Προσέξτε ,δεν μιλά για το προσωπικό του γούστο για το πώς θέλει τη γυναίκα του ( κι αυτό θα ήταν κάπως ) , αλλά το πώς θέλει όχι μόνο να εμφανίζεται , αλλά και και το πώς να συμπεριφέρεται μια ολόκληρη πληθυσμιακή ομάδα .
Δεν γνωρίζει ότι εκφέρει έναν λόγο που πλήττει την αυτοδιάθεση, απαξιωτικό κι υποτιμητικό , που απάδει τελικώς του θεσμικού του ρόλου ; Το γνωρίζει, αλλά πιστεύει ακράδαντα ότι έχει δικαίωμα να το κάνει, γιατί αυτή είναι η κανονικότητα της κοινωνίας μας , το διαρκές πατρονάρισμά μας .
Γιατί να μην ενώσει κι αυτός την φωνή του με μία ολόκληρη κοινωνία που κριτικάρει και σχολιάζει, συνεχώς, τα γυναικεία σώματα; Που μας λέει καθημερινά ,ότι πρέπει να το βουλώνουμε; Ότι είμαστε πιο χαριτωμένες και συμπαθητικές όταν δεν μιλάμε;
Κι αυτή ακριβώς είναι η καθημερινότητά μας στα δικαστήρια. Όταν υψώσουμε τη φωνή μας στα δικαστήρια τους ενοχλεί ,γιατί είναι «ψιλή», «υστερική», «ενοχλητική», «μη θηλυκή» , ενώ ο άνδρας δικηγόρος μέσω της στεντόρειας φωνής του είναι δυναμικός , διεκδικητικός και μαχητικός ...Κι αφού κάνουν τα αδύνατα δυνατά να μας βάλουν σε σίγαση , μετά μας λένε ότι δεν κάνουμε για τη δικηγορία, γιατί δεν έχουμε γερό στομάχι !
You can’t win.

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ θεσμικά και συστηματικά ,γιατί οι γυναίκες είναι ελάχιστες στα σοβαρότερα δικαστήρια ; Πόσες γυναίκες είναι επικεφαλής μεγάλων δικηγορικών εταιριών ; Και είναι ψευδεπίγραφη και κακοπροαίρετη η αιτιολογία περί έλλειψης ενδιαφέροντας ή ικανοτήτων των γυναικών (όταν λάμπουμε ως φοιτήτριες, ως μεταπτυχιακές και διδακτορικές ) και προσπαθεί να αποκρύψει το γεγονός ότι το φαινόμενο αυτό είναι η επακόλουθη συνέπεια του δομικού σεξισμού που μπαίνει εμπόδιο στην καριέρα μας.

Ένα άλλο τεράστιο πρόβλημα είναι η επιφόρτιση της γυναίκας δικηγόρου και με την αποκλειστικότητα της οικογενειακής φροντίδας , ώστε να καθίσταται δύσκολο να συνδυάσει καριέρα και οικογένεια .
Η ταύτιση της φροντίδας με τις γυναίκες και η έμφυλη κατανομή των ρόλων στην ιδιωτική ζωή αποτελεί ένα πολιτισμικό φαινόμενο που δεν έχει βιολογικές καταβολές. Η θυληκοποίηση της οικιακής εργασίας και της φροντίδας κατασκευάζεται κοινωνικά μέσα από το σύστημα οικονομικών και πολιτισμικών αντιλήψεων από παλιά και συνδέεται με την υποδεέστερη θέση που οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν στην αγορά εργασίας. Η οικιακή εργασία παραμένει λοιπόν «γυναικεία υπόθεση» και εξακολουθεί να υφίσταται η «διπλή ημέρα/ διπλό ωράριο» εργασίας και για τις γυναίκες δικηγόρους . Σύμφωνα με τελευταιες μετρήσεις της Eurostat η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση στην κατανομή των εργασιών στο νοικοκυριό με 85%εις βαρος των γυναικών. Να θυμίσω και πάλι ότι αυτά τα ποσοστά αφορούν και τις γυναίκες δικηγόρους . Η πανδημία φυσικά επιδείνωσε όλους τους δείκτες, αν και η Ελλάδα διεκδικεί περήφανα πάντοτε την τελευταία θέση.
Παρατηρείται, επίσης , το φαινόμενο να θυληκοποιούνται και οι νομικοί τομείς εξειδίκευσης . Έχουμε π.χ. περισσότερες δικηγόρους να ασχολούνται με το οικογενειακό δίκαιο, ενώ σε τομείς όπως των σοβαρών ποινικών αδικημάτων ή ακόμα και στην ενέργεια ή την πετρελαϊκή αγορά να είναι ελάχιστες . Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο ,είναι αποτέλεσμα των στερεοτύπων και προκαταλήψεων και στον νομικό χώρο.

Και, φυσικά, δεν υπάρχει γυναίκα δικηγόρος μέχρι σήμερα που να μην έχει να διηγηθεί ένα περιστατικό σεξισμού ,ήπιου ή κραυγαλέου, ένα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης, ένα περιστατικό που προσπάθησαν να την απαξιώσουν και να την υποτιμήσουν λόγω του φύλου της . Και καταλαμβάνει όλο το φάσμα της δικηγορικής μας δραστηριότητας είτε ασκούμενες ,είτε νέες δικηγόροι είτε συνεργάτιδες ή partners, είτε ακόμα και με δικά μας γραφεία . Γιατί ακόμα κι αν βρισκόμαστε σε απολύτως προστατευμένο ή και οικογενειακό περιβάλλον, ο σεξισμός έρχεται και μας βρίσκει κατακούτελα παντού , στα ακροατήρια ,στις γραμματείες ,στις δημόσιες υπηρεσίες ως εμφανής, ως υποβόσκων, ως εσωτερικός.

Η χειραφέτηση και η αξιοπρέπειά μας σχετίζεται ευθέως και άμεσα με την αποτελεσματική αντεπίθεση σε όλα τα επίπεδα ,χωρίς να θεωρούνται "δευτερεύουσες αντιθέσεις" , που είναι μια θέση αντιδιαλεκτική, δηλαδή λειψή, που δεν θέλει να κατανοεί και να συμπεριλαμβάνει ζωτικά και κρίσιμα αιτήματα, συσχετίζοντάς τα με άλλα "κεντρικότερα".

Και ο καθοριστικός τρόπος για να κατακτήσουμε τη δικαιοσύνη είναι να πάρουμε στα χέρια μας τη πρωτογενή παραγωγή δικαίου και την εξέλιξη της νομικής επιστήμης, η οποία βουλιάζει στα χέρια παλιακών, αυτοαναφορικών κι εντέλει υποταγμένων καθηγητικών αυθεντιών, που αρνούνται να συνομιλήσουν με άλλες επιστήμες, αρνούνται τη διεπιστημονικότητα μήπως διαταραχθεί το status quo τους και καταδικάζουν τη νομική σκέψη στη σήψη, κλείνοντας τη οσμή εντός των τειχών.
Κι όποτε δεν είναι οχυρωμένοι στην ειδικότητα και συρρικνωμένοι σε τεχνοκράτες, οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι μας αφήνουν με το στόμα ανοιχτό εκπροσωπώντας τράπεζες θεσμικά, δίνοντας πληρωμένες γνωμοδοτήσεις υπέρ των funds και των servicers για να χάνουν πιο γρήγορα την πρώτη κατοικία τους οι συμπολίτες μας και μετέχοντας, με αυτόν τον τρόπο, στη μεγαλύτερη στην ιστορία της χώρας μας μεταφορά πλούτου σε λίγους (90 δις περίπου η αξία των δανείων). Και δεν ενοχλείται κανείς από την απροσχημάτιστη αναίδεια και τον ανίερο αυτόν συμβολισμό.

Στο μεσοδιάστημα, προωθείται απρόσκοπτα η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης και η συρρίκνωσή της ως θεωρούμενη εμπόρευμα με όρους κόστους – οφέλους και γι αυτό ασύμφορη. Κι επιτρέπουμε στον ΣΕΒ να μας κάνει ο ισχυρές «συστάσεις»-υποδείξεις έως εντολές για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, για να μετατραπεί η δικαιοσύνη από ultimum refugium του πολίτη σε επενδυτικό μοχλό των πολυεθνικών ομίλων.

Γ. Γιατί τα είπα όλα αυτά; Γιατί αυτό απαντά στο τρίτο ερώτημα. Ποια δικαιοσύνη θέλουμε;

Αν θέλουμε ειλικρινά να αντιπαραταχθούμε με την ασήκωτη καθημερινή βαρβαρότητα, οφείλουμε να το πράξουμε με όρους διεκδίκησης της ιστορικής μνήμης, των προοδευτικών παρακαταθηκών του επαγγέλματός μας, σοβαρής ιδεολογικής παρέμβασης, διαρκών πρωτοβουλιών στην πρωτογενή δικαιικη παραγωγή και στη βάση της κοινωνίας.

Οι τελευταίες τροποποιήσεις του ΠΚ ,που κατήργησαν απλώς τη διάζευξη στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας και πλέον τιμωρούνται μόνο με ισόβια, δεν αναγνώρισαν τον όρο γυναικοκτονία και μας έδειξαν με τρόπο απόλυτο, ότι η πολιτική ηγεσία δεν προτίθεται να πάρει κανένα ουσιαστικό μέτρο για την έμφυλη βία.

Δεν είναι δικό μας θέμα λοιπόν, όταν προτείνουμε καθολική αλλαγή του δικαιικου συγκειμένου και της γλώσσας του και ακόμα η λέξη και μόνο γυναικοκτονία προκαλεί μίση και πάθη σε πολλούς , αλλά ανάμεσα και στους καθηγητές μας; Οι καθηγητές αυτοί που στελεχώνουν τις σημαντικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές (με ελάχιστη εκπροσώπηση φυσικά γυναικών ) και οι λοιποί νομικοθετικιστές, έχουν ως την καλύτερη αιτιολογία τους ότι ο όρος προέρχεται από την κοινωνιολογία και, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, την αποτάσσονται σαν τον σατανά και πρέπει να μένουμε σε απόσταση ασφαλείας και από αυτήν και από τον όρο γυναικοκτονία.
Ναι, είναι ένας γλωσσικός όρος προερχόμενος από την κοινωνιολογία, όπως τόσοι άλλοι όροι, που εντάχθηκαν στη νομική ορολογία όπως π.χ. η σεξουαλική παρενόχληση, το mobbing κλπ. Γιατί, λοιπόν, δεν πρέπει να εισαχθεί σε ένα μη ουδέτερο, καθόλα μεροληπτικό και ταξικό ποινικό δίκαιο, που ο βασικός του κορμός χρονολογείται από το 1950, πριν ακόμα επιτραπεί να ψηφίζουν οι γυναίκες;

Μάλιστα οι ως άνω νομικοί με την ευαίσθητη, αριστοκρατική ακοή δυσφορούν ακόμα και στον ήχο της λεξης γυναικοκτονία, ειδικά όταν ακούγεται σε νομικά συνέδρια . Καμία απολύτως ενόχληση δεν αισθάνονται, όμως, όταν ακούγονται νομικές εισηγήσεις για την απαγόρευση των εκτρώσεων (true story).

Κυρίως, όμως, δεν τους ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ πια, γιατί κατανάλωσαν αμάσητα και μεταβόλισαν ΠΛΗΡΩΣ όλους τους ευφημισμούς και τις παραχαράξεις τις λεκτικές, τις πολιτικές , τις ταξικές και τις προσβλητικές της νοημοσύνης μας, όταν ονόμαζαν: το μισογυνίστικο και ταξικό νόμο για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια «αποκατάσταση της ισότητας των φύλων», τον αντεργατικό νόμο «φιλεργατικό και προστατευτικό της εργασίας» και τον πτωχευτικό νόμο «παροχή δεύτερης ευκαιρίας», όταν 145.000 συμπολίτες μας θα χάσουν την πρώτη τους κατοικία εντός των επομένων μηνών.

Δεν αφορά τις γυναίκες δικηγόρους ο ακραίος, κακοποιητικός, θα έλεγα, λόγος που αρθρώνεται στις δικαστικές αίθουσες από τους συνηγόρους στις υποθέσεις βιασμών; Υπάρχει καμία συντεχνιακή ανάγκη να προστατέψουμε αυτόν τον βορβορώδη λόγο, που χρησιμοποιείται δήθεν για τη καλύτερη υπεράσπιση του κατηγορουμένου;

Αμερόληπτη Δικαιοσύνη δε σημαίνει αναίσθητη Δικαιοσύνη
Και εντέλει, αυτόν τον λάκκο των λεόντων προετοιμάζουμε για να υποδεχθεί στις αγκάλες του τις καταγγελίες των θυμάτων βιασμού, που τα καλεί υποκριτικά η κυβέρνησή μας να μιλήσουν; Δηλ. μιλήστε εσείς και να δείτε τι σας περιμένει μετά; Έχουμε την Πραιτωριανή Φρουρά να σας «περιποιηθεί»;
Δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση η εν λόγω. Είναι σχολή, είναι συγκροτημένη τάση, μέρος της θεσμικής συνείδησης και της καθημερινής λειτουργίας τμήματος του νομικού σώματος.

Και τώρα πρέπει να ανοίξει άμεσα ο επιστημονικός διάλογος για τα όρια της υπεράσπισης σε τέτοιες ειδικά υποθέσεις και την «αναβάθμιση» του θύματος στην ποινική διαδικασία.
Αν η αλλαγή του δικαίου είναι ένα τιτάνιο έργο, η προστασία του θύματος με τις κατάλληλες διατάξεις και τις κατάλληλες ποινικές και πειθαρχικές διώξεις μπορεί να γίνει και άμεσα κιόλας.
Αλλιώς, ας μη τολμήσουμε να διεκδικήσουμε κι εμείς οι γυναίκες τον ρόλο μας ως συλλειτουργών και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών , αν συνεχίσουμε να προσφέρουμε τις «ανεκτίμητες» υπηρεσίες μας απέναντι σε ένα σύστημα ,που μια γλώσσα έχει μόνο -τη βία- .

Και, κυρίως, ας μη ξαναπούμε ότι κάνουμε το ίδιο επάγγελμα με τον Μανδηλαρά, τον πρώτο νεκρό της χουντας ,τον Γκότση, τον Πουλίδη κ.ά., των οποίων το όνομα δεν κοσμεί κάποια από τις αίθουσες του ΔΣΑ και πολύ καλά έκαναν ,για να μη «βλέπουν» πώς κατάντησαν οι κατ’ όνομα διάδοχοί τους …

Ανάμεσα σε εμάς και τη δικηγορία δεν βρίσκεται μόνο η αυτοπεποίθησή μας. Βρίσκονται ακόμα ο καπιταλισμός, η θεσμοθετημένη αναξιοκρατία , η θεσμική αορατότητά μας , ένα δικαστικό και κυβερνητικό σύστημα που μας φτύνει στη μούρη με χιλιάδες τρόπους . Δεν χρειάζεται να γίνουμε super women για να επιβιώσουμε σε κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί αναπαλλοτρίωτο δικαίωμά μας . Άλλωστε, όπως και οι άνδρες, και οι γυναίκες δικηγόροι είναι και δυνατές κι αδύναμες και ασφαλείς κι ανασφαλείς και φοβισμένες . Γιατί αυτή είναι η ζωή . Δικαιούμαστε ένα σύστημα που προστατεύει όλα τα είδη, αλλιώς θα καταλήξουμε στο ίδιο επίπεδο με αυτούς που λένε γιατί δεν αντιστάθηκε η γυναίκα στον βιασμό με διπλό κεφαλοκλείδωμα...

Ας έχουμε υπόψη μας ότι οι διακρίσεις είναι συστημικές και αυτό δεν αλλάζει, επειδή κάποιες γυναίκες δικηγόροι απλά σπάζουν τη “γυάλινη οροφή”. Κι η Μελόνι έσπασε το glass ceiling, τι κερδίσαμε με τον γυναικείο, πιούρο φασισμό της; Να σπάσουμε τη γυάλινη οροφή, αλλά να αλλάξουμε και τα σαθρά θεμέλια. Είμαστε τόσο ελεύθερες όσο μας αφήνουν τα δεσμά μας αλλά και η περιφρόνηση που δείχνουμε στα δεσμά των άλλων.
Δεν υπάρχει κάτι που να λέγεται ελευθερία για ένα μόνο άτομο. Η συστημική αντίληψη της ελευθερίας ήταν ανέκαθεν μια περιοριστική ελευθερία. Μία ελευθερία που αναγνωρίζεται μόνο στις ελίτ της τάξης, της φυλής και του φύλου. Μια ελευθερία που αποκτά την αξία της ακριβώς επειδή είναι βασισμένη στην εξουσία της άσκησης αποκλεισμών.

Εν κατακλείδι, εμείς οι γυναίκες δικηγόροι δεν απαιτούμε ένα κράτος αυστηρό και μια δικαιοσύνη παρωχημένη. Απαιτούμε ένα κράτος δικαίου με ίσα δικαιώματα, με κοινωνική αλληλεγγύη, ισότιμο και αντάξιο των τόσων αγώνων.
Δεν είναι η ώρα να μιλάμε με μισόλογα ούτε να χαϊδεύουμε αυτάκια ούτε να κρατάμε επωφελείς συμμαχίες .
Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Τώρα είναι η στιγμή μας!
Ας το κάνουμε , γιατί σε λίγο η βλάβη θα είναι μη αναστρέψιμη.
Ας το κάνουμε με τα μάτια μας στραμμένα στις νεαρές φοιτήτριες και τις μελλοντικές συναδέλφισσές μας.

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η έννοια της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να καθοριστεί έξω από την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, λες και το δίκαιο είναι ένας αντικειμενικός «διαιτητής» ενός αγώνα που παίζεται σε ένα ουδέτερο γήπεδο. Από αυτό το δεδομένο, όμως, μέχρι τη σιωπηρή αποδοχή και ανοχή μίας βαθύτατης, ταξικής και άνισης έμφυλης συνθήκης είναι μακρύς και καταστροφικός ο δρόμος και θα οδηγήσει - με απόλυτη βεβαιότητα - σε μεγαλύτερη αυθαιρεσία και ατιμωρησία υπέρ της ισχύος, σε ασφυκτικότερη ανισότητα, σε φεουδαρχικού τύπου πρακτικές για τη δικαιοσύνη και σε ένα απόλυτο κενό δικαιωμάτων για τις καταπιεζόμενες ομάδες.
ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ;


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News