Δικηγορικό Γραφείο
ΑΚ 1465: Τεκμήριο καταγωγής από γάμο – Πατριαρχική δικαιοσύνη σημειώσατε Χ!

Σύμφωνα με το άρθρο 1465 «το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο)». Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 1466 «αν μέσα στις τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου γεννήθηκε τέκνο από γυναίκα που τέλεσε νέο γάμο, τεκμαίρεται ότι αυτό έχει πατέρα το δεύτερο σύζυγο, εκτός αν γίνει δεκτή αγωγή για προσβολή της πατρότητάς του, οπότε τεκμαίρεται ότι είναι τέκνο του πρώτου συζύγου». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1467 «η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των άρθρων 1465 και 1466, ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δεν συνέλαβε πράγματι από το σύζυγό της ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο να συλλάβει από αυτόν,, ιδίως εξ’ αιτίας ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέση».

Από τα ανωτέρω προβάλει ο γενικός τρόπος ρύθμισης του ζητήματος της πατρότητας των τέκνων γεννημένων εντός γάμου, μέσα από ένα τεκμήριο, αναλλοίωτο επί σειρά δεκαετιών, ήτοι αυτό της καταγωγής από γάμο, που ακόμα και η προοδευτική μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου το 1983 δεν μπόρεσε να ανατρέψει. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι το τεκμήριο αυτό, βάσει του τρόπου, που έχουν οργανωθεί, πλέον, οι οικογενειακές σχέσεις, αλλά και της κοινωνικής ηθικής, η οποία διαμορφώνεται σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις, διεκδικήσεις και αλλαγές, καθιστούν το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, προβληματικό σε μια σειρά από περιπτώσεις, τις οποίες στην νομική πρακτική καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε συχνά. Επιπλέον, συγκρούεται με μια σειρά αλλαγών του ίδιου του συστήματος δικαίου μας, το οποίο διαμορφώνεται βάσει όχι μόνο των κοινωνικών εξελίξεων και των κοινωνικών αιτημάτων, που ασκούν την ανάλογη πίεση, αλλά και των επιστημονικών εξελίξεων.

Ως εκ τούτου, καίτοι το τεκμήριο της διάταξης 1465 ΑΚ φαίνεται να έλκει την καταγωγή του από το βασικότερο κανόνα του δικαίου περί γάμου, ήτοι την αμοιβαία υποχρέωση για συμβίωση, που ορίζεται στο άρθρο 1386 ΑΚ, υπό το εξωτερικό υλικό στοιχείο της (corpus) και το εσωτερικό, ψυχολογικό της στοιχείο (animus), παρ’ όλα αυτά αντιβαίνει σε μια σειρά από άλλες διατάξεις, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα υπηρετεί τους σκοπούς μιας ανδροκεντρικής αντίληψης του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο άντρας –σύζυγος πρέπει να διασφαλίζει την εξουσία του επί των τέκνων του και μελλοντικών του κληρονόμων. Ωστόσο, είναι γεγονός, ότι τα σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα και η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας, από απλής συζύγου, τροφού και νοικοκυράς σε ένα δρων υποκείμενο της δημόσιας σφαίρας, κατέστησε το εν λόγω τεκμήριο ξεπερασμένο. Πολύ περισσότερο, αυτό φαίνεται να συγκρούεται με μια σειρά εξελίξεων.

Ειδικότερα:

  • Σύμφωνα με το άρθρο 1513 ΑΚ θεσμοθετείται η κατάσταση της διάστασης μεταξύ των συζύγων, ήτοι η διακοπή της συμβίωσής τους. Η κατάσταση αυτή, δε, μπορεί να κρατήσει μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ από επιλογή οι δύο σύζυγοι μπορεί να μην οδηγηθούν ποτέ στη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, για λόγους ψυχολογικούς, φορολογικούς, συναισθηματικούς, πρακτικούς κοκ. Παρ’ όλα αυτά, ωστόσο, και ειδικότερα την δυνατότητα που παρέχει ο νόμος να μπορούν οι δυο σύζυγοι να βρίσκονται σε «διάσταση», το τεκμήριο καταγωγής από γάμο εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και στις περιπτώσεις αυτές, ακόμα κι αν είναι πασιφανές ότι κατά τη διάρκεια αυτής της κατάστασης, οι εν διαστάσει σύζυγοι ενδέχεται όχι μόνο να μην έχουν σωματικές επαφές, αλλά ακόμα και να διατηρούν σχέσεις με άλλους συντρόφους. Ενώ, λοιπόν, για την περίπτωση του εν διαστάσει συζύγου, η τεκνοποίηση με άλλη σύντροφό, κατά τη διάρκεια της διάστασής του με τη σύζυγό του, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο πρόβλημα, καθώς μπορεί να αναγνωρίσει εκούσια το τέκνο αυτό, το γεννημένο χωρίς γάμο (ΑΚ 1475), δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση της εν διαστάσει συζύγου του, αφού εκείνη θα πρέπει να προχωρήσει στη διαδικασία της διάταξης 1467 ΑΚ, εγείροντας αγωγή προσβολή πατρότητας.
  • Το ίδιο, ακριβώς, πρόβλημα παρουσιάζεται ακόμα και όταν δεν υπάρχει καν διάσταση, στην περίπτωση της εξωσυζυγικής σχέσης ενός εκ των δύο συζύγων. Και ενώ ο σύζυγος μπορεί και πάλι να αναγνωρίσει εκουσίως το τέκνο, που έχει γεννηθεί εκτός του γάμου του (ΑΚ 1475), η έννομη τάξη επιλέγει να χρωματίσει ηθικά την περίπτωση που την εξωσυζυγική σχέση διατηρεί η σύζυγος, η οποία θα πρέπει να προχωρήσει στην ως άνω διαδικασία.
  • Με το Ν. 4356/2015 επιτρέπεται η ρύθμιση της συμβίωσης δύο ενήλικων προσώπων, ανεξαρτήτου του φύλου τους με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο. Με άλλα λόγια, το έγγραφο αυτό (σύμφωνο συμβίωση) έχει ακριβώς την ίδια ισχύ με θρησκευτικό ή πολιτικό γάμου. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 4356/2015 προβλέπεται ως προς το σύμφωνο συμβίωσης ότι και με το άρθρο 1465 ΑΚ περί τεκμηρίου καταγωγής από γάμο. Ειδικότερα, στο άρθρο 9 ορίζεται «το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως». Γίνεται φανερό από το λεκτικό του εν λόγω νόμου, ότι ο νομοθέτης, βλέποντας τις νέες εξελίξεις στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων, αποφάσισε να αφήσει το ζήτημα της ρύθμισης της συμβίωσης δύο ενηλίκων προσώπων στην δική τους εξουσία, συντάσσοντας μεταξύ τους σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο θα έχει ισχύ γάμου. Παρ’ ότι, λοιπόν, αυτός αποδέχτηκε την ελευθερία των συμβάσεων ως προς τη ρύθμιση βιοτικών σχέσεων, διατήρησε το τεκμήριο της πατρότητας και στην περίπτωση της σύναψης συμφώνου, ορίζοντας ότι στην περίπτωση που το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί ή ακυρωθεί, δεν αρκεί η σύναψη δεύτερου εντός των ως άνω 300 ημερών, αλλά απαιτείται τέλεση γάμου, σύμφωνα με το άρθρο 1466 ΑΚ, προκειμένου το τέκνο που θα γεννηθεί να τεκμαίρεται ότι αυτό θα έχει πατέρα τον δεύτερο σύζυγο! Πρόκειται για φανερή οπισθοδρόμηση και αντίφαση, η οποία συγκρούεται με το πνεύμα του νόμου, ο οποίος έδωσε χώρο στην ελευθερία των συμβάσεων έναντι των κανόνων αναγκαστικού δικαίου. Μοναδική, δε, ηττημένη είναι και πάλι η συμβαλλομένη –σύζυγος, κατά τη λογική που ήδη περιγράφηκε ανωτέρω.
  • Το έδαφος που κερδίζει η ελευθερία των συμβάσεων επί των προσωπικών σχέσεων των ατόμων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το άρθρο 1465 ΑΚ συνιστά μια πραγματική αντινομία, φαίνεται και από το λεκτικό του άρθρου 1475 εδάφιο γ’ σύμφωνα με το οποίο «η συμβολαιογραφική συναίνεση του άνδρα σε τεχνητή γονιμοποίηση, που προβλέπεται στο άρθρο 1456 παρ.1 εδ. β’, επέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης». Ως εκ τούτου, ιδιαίτερα αντιφατικό και παράλογο φαίνεται το γεγονός ότι αν η συναίνεση αυτή, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, δοθεί εντός 300 ημερών από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης, δεν θα υπερισχύσει της αναγκαστικής διάταξης του 1465 ΑΚ και έτσι το τέκνο που θα γεννηθεί εντός του ως άνω διαστήματος θα έχει για πατέρα τον πρώην σύζυγο και όχι τον συναινούντα!

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω το τεκμήριο πατρότητας του άρθρου 1965 όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στις νέες τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, μην έχοντας στην πραγματικότητα fundamentum in res, αλλά αποτελεί και μια φανερή οπισθοδρόμηση και συνθήκη που προσβάλει την αρχή της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων! Πολύ περισσότερο, και δεδομένου της εξέλιξης της νομικής επιστήμης και των νομοθετημάτων, ως μοιραία συνέπεια της άσκησης πίεσης από κοινωνικές ομάδες που βρίσκονταν στο περιθώριο της δημόσιας ζωής για πολλά χρόνια, το τεκμήριο πατρότητας, όπως υπάρχει σήμερα, συγκρούεται με την ελευθερία των συμβάσεων και τη δυνατότητα να ορίζουν τα μέρη μεταξύ τους τις σχέσεις τους, αποτελώντας ένα απολίθωμα αναγκαστικού, πατερναλιστικού δικαίου ενός κράτους «πατριαρχικά πλασμένου». Αντί, δε, της ισχύος ενός τέτοιου τεκμηρίου, στα πλαίσια ενός ουδέτερου συστήματος δικαίου, χωρίς έμφυλα χαρακτηριστικά, το ζήτημα της πατρότητας θα έπρεπε να επιλύεται στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, υπό την προϋπόθεση της παροχής της ένδικης προστασίας των άρθρων 1467, 1479 ΑΚ, περί προσβολής πατρότητας και δικαστικής αναγνώρισής της αντίστοιχα, όπου κρίνεται απαραίτητο.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News