Δικηγορικό Γραφείο
Παρακολουθήσεις και συγκαλύψεις: Όλα στο ημίφως

Οι συνταγματικές επιταγές, είναι εκείνες οι οποίες αποτελούν τις απαραβίαστες γραμμές, εντός των οποίων διαδραματίζεται ο δημόσιος βίος. Είναι εκείνες, οι οποίες χαρακτηρίζουν και διακρίνουν ένα κράτος. Δεν πρόκειται για αόριστες ή θεωρητικές έννοιες, αλλά είναι έννοιες και αξίες οι οποίες θα πρέπει να διέπουν κάθε δράση του κράτους στη καθημερινότητα μας. Δεν νοείται η παραμικρή έκπτωση από τις συνταγματικές αρχές, γιατί κάτι τέτοιο θα αλλοίωνε τη μορφή και την ποιότητα του πολιτεύματος.

Η ελευθερία λόγου, η ελευθερία του τύπου, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, η ελευθερία της τέχνης, η θρησκευτική ελευθερία, η ελεύθερη επικοινωνία, το δικαίωμα στη δικαστική προστασία, είναι στοιχεία του κράτους δικαίου και ανυποχώρητες αρχές ενός κράτους που θέλει να συγκαταλέγεται στον δυτικό κόσμο.

Αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι ένα θέμα υψίστης σοβαρότητας και σημασίας, το οποίο βάλλει αρχικώς την ελεύθερη επικοινωνία και εν συνεχεία, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του (παρακολούθηση πολιτικού αντιπάλου και δημοσιογράφου), θίγει και το ίδιο το πολίτευμα της Χώρας και τη ποιότητα αυτού.  

Ομιλούμε φυσικά για το σκάνδαλο των επισυνδέσεων (παρανόμων παρακολουθήσεων) του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, κ. Ανδρουλάκη και του δημοσιογράφου κ. Κουκάκη καθώς και άλλων προσώπων που μένουν να αποκαλυφθούν.

Είναι ένα σκάνδαλο, το οποίο αφορά την θεμελιώδη Συνταγματική Αρχή του απορρήτου των επικοινωνιών (ελεύθερη επικοινωνία). Πρόκειται για Αρχή, η οποία είναι συνυφασμένη με την έννοια του Κράτους Δικαίου και του Δυτικού κράτους που συχνά πολλοί ευαγγελίζονται.

Η ουσία είναι όμως, όχι μόνο να ευαγγελιζόμαστε τον όρο του δυτικού κράτους, αλλά να εφαρμόζουμε στην πράξη τις Αρχές που διέπουν ένα δυτικό κράτος, να μαχόμαστε για αυτές και να πράττουμε εντός αυτών των Αρχών, ώστε να παραμείνουμε δυτικό κράτος στην ουσία και όχι στα λόγια.

Το σκάνδαλο που έχει ανακύψει, είναι όπως είπαμε πολύ σημαντικό, ακριβώς επειδή χτυπά στην καρδιά της δημοκρατίας. Έχει μάλιστα τόσες διαστάσεις, που η συγκέντρωση των πληροφοριών και η ευσύνοπτη παρουσίαση αυτών, δεν είναι το ευχερέστερο πράγμα, όμως θα προσπαθήσουμε να τα συλλέξουμε και να αναδείξουμε τι έχει συμβεί, τόσο νομοθετικά όσο και πραγματικά.

Στο πρώτο μέρος του παρόντος άρθρου, θα παρουσιάσουμε το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο υπήρχε για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών ως και την εκλογή της παρούσας κυβέρνησης.

Στο δεύτερο μέρος, θα παρουσιάσουμε τις νομοθετικές αλλαγές στις οποίες προέβη η κυβέρνηση στα εν λόγω νομοθετήματα, ώστε να έχει τη δυνατότητα ο αναγνώστης να αντιληφθεί πως ήταν το νομοθετικό πλαίσιο και πως τροποποιήθηκε. Να έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει, ώστε να σκεφτεί εάν το νομοθετικό πλαίσιο έγινε ασφαλέστερο ή όχι. 

Δέον όπως ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών επιμερίζεται σε περισσότερα νομοθετήματα, κάποια εκ των οποίων αφορούν την Α.Δ.Α.Ε., κάποια άλλα την Ε.Υ.Π. κ.ο.κ. καθιστώντας πολυσχιδές το νομικό πλαίσιο, το οποίο θα προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε συνοπτικώς και να το παρουσιάσουμε με όσο το δυνατόν κατανόητο τρόπο.

Στο τρίτο μέρος του άρθρου, θα αναφερθούμε στην αυξημένη συνταγματική προστασία, που χαίρουν οι βουλευτές, για να δούμε εάν κατά τη θεωρία είναι νόμιμη ή μη η παρακολούθηση ενός βουλευτή και τι χρειάζεται για τη νομιμότητα αυτής.

Στο τέταρτο μέρος, αναφερόμαστε στην απάντηση της κυβέρνησης και των εκπροσώπων της, όταν μαθεύτηκε η παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη καθώς και στην εν γένει διαχείριση του σκανδάλου, ενώ στο πέμπτο μέρος θα αναφερθούμε στον Ν.4790/2021 και στο απόρρητο του απορρήτου, που πιο πολύ με ομερτά μοιάζει.

Α) Νομοθετικό τοπίο του απορρήτου των επικοινωνιών έως τις εκλογές του 2019.

1) Συνταγματική κατοχύρωση

Το απόρρητο των επικοινωνιών κατοχυρώνεται από διάταξη του Συντάγματος και είναι απόλυτα απαραβίαστο. Εν τούτοις, το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρει ότι η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο στις περιπτώσεις α) εθνικής ασφαλείας και β) σοβαρών εγκλημάτων, δίνοντας την εξουσιοδότηση στη νομοθετική αρχή να προσδιορίσει με Νόμο, τόσο τις εγγυήσεις της άρσης του απορρήτου για τους ανωτέρω λόγους, όσο και για τους όρους λειτουργίας της ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο (Α.Δ.Α.Ε.).

 Το απόρρητο των επικοινωνιών, κατοχυρώνεται στο άρθ.19 του Συντάγματος, το οποίο έχει ως εξής: «1) Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Nόμος, ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.  2) Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1.  3) Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α.»

Στην παράγραφο 1 του άρθ.19 Σ, ορίζεται ότι από το απόρρητο αυτό, δεν δεσμεύεται η δικαστική αρχή, για θέματα εθνικής ασφάλειας ή σοβαρών εγκλημάτων, η μη δέσμευση όμως τοιαύτη, υπόκειται σε εγγυήσεις και προϋποθέσεις που θα τεθούν με νόμο.

2) Ο Ν.2225/1994 για το απόρρητο των επικοινωνιών

Ο νόμος ο οποίος κατ’ άρθ.19 παρ.1 Σ, ορίζει τις εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου, είναι ο Ν.2225/1994, ο οποίος στο άρθ.3 εξειδικεύει την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Εξειδικεύεται λοιπόν, ότι την άρση μπορεί να την αιτηθεί η δικαστική ή η πολιτική ή στρατιωτική ή αστυνομική δημόσια αρχή, που είναι αρμόδια για το θέμα εθνικής ασφάλειας, εξειδικεύει τη διαδικασία και την αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Εφετών, όμως παραλείπει να προσφέρει έναν ολοκληρωμένο προσδιορισμό της έννοιας του όρου «εθνική ασφάλεια», προκειμένου να περιχαρακωθεί με μεγαλύτερες εγγυήσεις, οι περιπτώσεις άρσεις του απορρήτου για λόγο εθνικής ασφάλειας.

Η έλλειψη ακριβούς προσδιορισμού της έννοιας της εθνικής ασφαλείας, επιτρέπει δυστυχώς να χρησιμοποιείται ο όρος αυτός, ως αιτιολογία σε περιπτώσεις αθέμιτων και παράνομων παρακολουθήσεων-επισυνδέσεων.

Πράγματι, ο νόμος όπως γνωρίζουμε πρέπει είναι ορισμένος (lex certa), όμως το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος, μένει στην ουσία κενό περιεχομένου, το οποίο κενό, δύναται να συμπληρωθεί από  διασταλτικές ερμηνείες για το τι συνιστά εθνική ασφάλεια, οδηγώντας σε μια διάτρητη προστασία του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος, η οποία προκύπτει μόνο στα λόγια και όχι στην ουσία.

Έτσι λοιπόν, προκύπτει αρχικώς, ένα πρώτο σημείο που χρήζει απαραίτητης νομοθετικής βελτίωσης, ήτοι ο προσδιορισμός της έννοιας της εθνικής ασφαλείας, ώστε να προσδιοριστεί επακριβώς η κάμψη του απορρήτου των επικοινωνιών.

Είναι σημαντικό να ειπωθεί, ότι παρά την εν λόγω σημαντική έλλειψη του Ν.2225/1994, όσον αφορά τον προσδιορισμό του όρου «εθνική ασφάλεια», στο άρθ.5 παρ.9 προβλεπόταν η δυνατότητα γνωστοποίησης στον θιγόμενο της άρσης απορρήτου και των αποτελεσμάτων αυτής, κάτι που έμελλε να αλλάξει στο μέλλον. Προέβλεπε λοιπόν η παρ.9 του άρθ.5 του Ν.2225/1994, ότι: «Μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης και υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, μπορεί η Α.Δ.Α.Ε. να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του στους θιγόμενους.»

Με την ανωτέρω διάταξη, δινόταν η δυνατότητα στον παρακολουθούμενο, είτε επρόκειτο για περίπτωση άρσης απορρήτου για λόγο εθνικής ασφάλειας, είτε για διακρίβωση σοβαρών εγκλημάτων, να λάβει γνώση της παρακολούθησης του και των περιστάσεων αυτής.

Η δυνατότητα γνωστοποίησης στον θιγόμενο, για λόγο εθνικής ασφάλειας, δυστυχώς καταργήθηκε με τον Ν.4790/2021 και η κατάργηση αυτή εγείρει δικαιολογημένες αντιδράσεις και ανησυχίες στον δημοκρατικό κόσμο, εν όψει και του σκανδάλου των επισυνδέσεων. Είναι το λεγόμενο απόρρητο του απόρρητου, πίσω από το οποίο οχυρώνονται τόσο ο τέως διοικητής της Ε.Υ.Π. κ. Κοντολέων, όσο και η ίδια η κυβέρνηση η οποία νομοθέτησε τον Ν.4790/2021 (κατήργησε δηλαδή η ίδια τη δυνατότητα γνωστοποίησης). Στη συγκεκριμένη τροποποίηση – κατάργηση, θα αναφερθούμε αναλυτικότερα και κατωτέρω.

3) Σύσταση της Α.Δ.Α.Ε. (Ν.3115/2003)

Με τον Ν.3115/2003, συστάθηκε η (προβλεπόμενη από άρθ.19 παρ.2 Σ) Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, η γνωστή σε όλους μας Α.Δ.Α.Ε.

4) Σύσταση της Ε.Υ.Π.

Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), συστάθηκε αρχικώς με την ονομασία «Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών» (Κ.Υ.Π.) με το άρθ.1 του ν.δ.2421/1953. Η Κ.Υ.Π. είχε αρκετά μελανό παρελθόν, καθώς από τα σπλάχνα της προέκυψαν τα στελέχη της Χούντας των συνταγματαρχών. Το έτος 1986, έγινε μια προσπάθεια τροποποίησης της Κ.Υ.Π., η οποία μετονομάστηκε σε Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών με το άρθ. 1 του Ν.1645/1986.

Τέλος, με τον Ν.3649/2008, επικαιροποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την Ε.Υ.Π. και τη λειτουργία της. Ενδιαφέρουσα και επίκαιρη, είναι η διάταξη του άρθ.14 του Ν.3649/2008, η οποία τιτλοφορείται «καθήκον εχεμύθειας» του προσωπικού της Ε.Υ.Π. και η οποία προβλέπει στη παρ.4 του άρθ.14 ότι «Το προσωπικό της Ε.Υ.Π. δεν επιτρέπεται να καταθέτει ως μάρτυρας στα δικαστήρια ή ενώπιον άλλης αρχής για ό,τι αναφέρεται σε θέματα, πληροφορίες, γεγονότα ή πρόσωπα που αφορούν την Υπηρεσία, χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3115/2003.»

Η διάταξη αυτή, απαγορεύει την μαρτυρική κατάθεση του προσωπικού της Ε.Υ.Π., εφόσον όμως υπάρχει προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών την επιτρέπει![1]

Επίσης ενδιαφέρουσα διάταξη του Ν.3649/2008, είναι η διάταξη του άρθ.9 παρ.3 στην οποία αναφερόταν ότι «Για τον διορισμό στη θέση του διοικητή της ΕΥΠ απαιτείται η κατοχή τουλάχιστον πτυχίου Πανεπιστημίου της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής και διοικητική πείρα στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα». Η διάταξη αυτή είναι ενδιαφέρουσα, διότι όταν διορίστηκε ο κ. Κοντολέων ως Διοικητής της Ε.Υ.Π., είχε προκληθεί θύελλα αντιδράσεων από σύσσωμη την αντιπολίτευση, σχετικά με το αν ο Διοικητής της νευραλγικής Ε.Υ.Π. πληρούσε τα απαιτούμενα από το Νόμο κριτήρια και ειδικότερα το πτυχίο Πανεπιστημίου.

Σε κάθε περίπτωση, στις 31 Αυγούστου 2019, τροποποιήθηκε και αυτό το άρθρο, με το άρθ.21 του Ν.4625/2019, με το οποίο προστέθηκε διαζευκτικώς με το πτυχίο, η «δεκαετής τουλάχιστον αποδεδειγμένη επαγγελματική απασχόληση».

Διοικητής της Ε.Υ.Π. πλέον, μπορούσε να είναι και κάποιος χωρίς πτυχίο Πανεπιστημίου, αλλά με δεκαετή επαγγελματική απασχόληση, άνευ περαιτέρω εξειδίκευσης της απασχόλησης ή της φύσης αυτής, όσο περίεργο και αναντίστοιχο με τη σοβαρότητα της θέσης του Διοικητή τηε Ε.Υ.Π. κι αν είναι.

Όπως αναφέραμε και ανωτέρω, από τις 8 Ιουλίου 2019 έχουν λάβει χώρα μεγάλης σημασίας, νομοθετικές τροποποιήσεις σε κομβικά σημεία των ανωτέρω νομοθετημάτων, που αποτελούν το νομοθετικό πλαίσιο της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, στις οποίες τροποποιήσεις θα αναφερθούμε κατωτέρω.

Β) Οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις μετά τις εκλογές του 2019

Στις 7 Ιουλίου 2019, διεξήχθησαν οι τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές.

  • Προεδρικό Διάταγμα της 8ης Ιουλίου 2019

Στις 8 Ιουλίου 2019, ήτοι, μόλις την επομένη των εκλογών, δημοσιεύτηκε το υπ’ αρίθ. 81/2019 Προεδρικό Διάταγμα, με το άρθ.5 παρ. 3 του οποίου, μεταφέρθηκε η Ε.Υ.Π., ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων και προσωπικού, στον Πρωθυπουργό.

  • Ο Νόμος για το επιτελικό κράτος

Στη συνέχεια,  στις 7 Αυγούστου 2019, δηλαδή μόλις ένα μήνα μετά τις εκλογές του Ιουλίου 2019, δημοσιεύτηκε ο Ν.4622/2019 (ο νόμος για το «επιτελικό κράτος»).

Με το άρθ.21 του εν λόγω νόμου, συνεστάθη «αυτοτελής, επιτελική, δημόσια υπηρεσία με την ονομασία Προεδρία της Κυβέρνησης, η οποία υπάγεται στον Πρωθυπουργό» και υπήχθη η Ε.Υ.Π. στην Προεδρία της Κυβέρνησης (η οποία κατά τα προλεχθέντα υπάγεται στον Πρωθυπουργό). Μια από τις πρώτες νομοθετικές παρεμβάσεις της τότε νεοεκλεγείσας κυβέρνησης λοιπόν, ήταν η υπαγωγή της Ε.Υ.Π. υπό τον έλεγχο και την ευθύνη του Πρωθυπουργού.

Η υπαγωγή της Ε.Υ.Π., στον έλεγχο και την «ευθύνη»[2] του Πρωθυπουργού, είναι από τα πρώτα νομοθετικά έργα στα οποία προέβη η παρούσα κυβέρνηση, δήθεν για να προσφέρει μεγαλύτερη προστασία και ασφάλεια δικαίου στον τρόπο λειτουργίας της Ε.Υ.Π., επειδή όπως είναι λογικό, ο θεσμός του Πρωθυπουργού μιας Χώρας, είναι ή θα έπρεπε να είναι, σύμβολο κύρους και ακεραιότητας. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου.

  • Τροποποίηση των προϋποθέσεων για Διοικητή Ε.Υ.Π.

Όπως αναφέραμε και ανωτέρω, στις 31 Αυγούστου 2019, με το άρθ.21 του Ν.4625/2019, τροποποιήθηκε και το άρθρο άρθ.9 παρ.3 του Ν.3649/2008, που προέβλεπε ως απαιτούμενη προϋπόθεση για τον διορισμό του Διοικητή της Ε.Υ.Π., την κατοχή πανεπιστημιακού πτυχίου, ενσωματώνοντας διαζευκτικώς, ως προϋπόθεση, την  «δεκαετή τουλάχιστον αποδεδειγμένη επαγγελματική απασχόληση», χωρίς περαιτέρω διευκρίνηση ή εξειδίκευση όσον αφορά την φύση και το είδος της απασχόλησης.

Δηλαδή πλέον, Διοικητής της Ε.Υ.Π., μπορεί να είναι και κάποιος χωρίς πτυχίο Πανεπιστημίου, αλλά με οιαδήποτε δεκαετή επαγγελματική απασχόληση, όσο περίεργο κι ακούγεται αυτό, ειδικά όταν έρχεται από μια κυβέρνηση η οποία είναι υπέρ της αριστείας και όσο αναντίστοιχο κι αν είναι για μια τόσο νευραλγική θέση όσο αυτή του Διοικητή της Ε.Υ.Π.

  • Κατάργηση της δυνατότητας γνωστοποίησης της παρακολούθησης από την Α.Δ.Α.Ε.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το άρθ. 5 παρ.9 του Ν.2225/94, προέβλεπε δυνατότητα γνωστοποίησης της παρακολούθησης στον θιγόμενο από αυτή. Εν τούτοις το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθ. 87 του Ν.4790/2021 ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 31/3/2021, καταργώντας τη δυνατότητα γνωστοποίησης στον θιγόμενο όταν επρόκειτο για περίπτωση εθνικής ασφάλειας.  Πιο συγκεκριμένα, με το άρθ.87 του Ν.4790/2021 προστέθηκε στο προρρηθέν άρθ. 5, παρ.9 του Ν.2225/94 η πρόταση ότι «Η παρούσα δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 3», εννοώντας φυσικά ότι η διάταξη περί γνωστοποίησης στον θιγόμενο, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η άρση του απορρήτου έχει γίνει για λόγο εθνικής ασφάλειας. 

Και μάλιστα η συγκεκριμένη κατάργηση έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή ισχύει και για παρακολουθήσεις οι οποίες έχουν γίνει πριν τον Μάρτιο του 2021.

Συνοψίζοντας, μια από τις πρώτες νομοθετικές δράσεις της κυβέρνησης, μόλις την επομένη των εκλογών του 2019, ήταν η μεταφορά και στη συνέχεια η υπαγωγή της Ε.Υ.Π. υπό τον έλεγχο του Πρωθυπουργού. Στη συνέχεια, διορίστηκε ως Διοικητής της Ε.Υ.Π. ο πλέον παραιτηθείς κ. Κοντολέων. Μετά τον διορισμό του, ξεσηκώθηκε κύμα αντιδράσεων από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, σχετικά με το εάν ο κ. Κοντολέων είχε τα απαιτούμενα προσόντα, οι αντιδράσεις δε αυτές, επικεντρώνονταν στο εάν ο κ. Κοντολέων διέθετε αναγνωρισμένο πτυχίο Πανεπιστημίου.

Η κυβέρνηση στη συνέχεια, εντός του Αυγούστου του 2019, άλλαξε το νόμο για την Α.Δ.Α.Ε., στο σημείο που προσδιορίζονταν τα απαιτούμενα προσόντα για τον Διοικητή της, προσθέτοντας διαζευκτικώς με το Πανεπιστημιακό πτυχίο, την δεκαετή επαγγελματική απασχόληση, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Έτσι πλέον, για να γίνει κάποιος Διοικητής της Α.Δ.Α.Ε., δεν απαιτούνταν Πανεπιστημιακό πτυχίο όπως πριν, αλλά πανεπιστημιακό πτυχίο ή δεκαετής επαγγελματική απασχόληση. Διοικητής μπορούσε πλέον να είναι και κάποιος χωρίς πτυχίο, αρκεί να είχε εργαστεί για δέκα χρόνια!

Στη συνέχεια, τον Μάρτιο του 2021 (και ενώ ο δημοσιογράφος Κουκάκης έχει ήδη αιτηθεί να του γνωστοποιηθεί εάν παρακολουθείται το τηλέφωνο του), τροποποιείται ο Νόμος για το απόρρητο των επικοινωνιών και πλέον απαγορεύεται να γνωστοποιηθεί στον θιγόμενο από την παρακολούθηση, το υλικό που έχει συλλεγεί από αυτήν, όταν η παρακολούθηση έχει γίνει για λόγο εθνικής ασφάλειας.

Κάποιος καχύποπτος, αναλογιζόμενος την ανωτέρω πορεία του νομοθετικού έργου, ενώνοντας τις τελείες, θα σκεφτόταν ότι πρώτο μέλημα της κυβέρνησης ήταν ο άμεσος, ακώλυτος και απεριόριστος έλεγχος της Ε.Υ.Π., στη συνέχεια η εκμετάλλευση του νομοθετικού κενού του ορισμού «εθνική ασφάλεια», τον οποίο διέστειλε τόσο ώστε να χωρούμε άπαντες μέσα σε αυτόν και τρίτον η απόκρυψη του ίχνους της τυχόν παρακολούθησης, δια της κατάργησης της δυνατότητας γνωστοποίησης στον θιγόμενο και μάλιστα με αναδρομική ισχύ.

Όμως όλα αυτά θα ήταν μόνο εικασίες, αν δεν είχε αποκαλυφθεί ότι η υπαγόμενη στον Πρωθυπουργό, Ε.Υ.Π., παρακολουθούσε το τηλέφωνο του κ. Ανδρουλάκη, όταν ήταν ακόμα υποψήφιος για την προεδρία του κόμματος του, χωρίς να έχει προκύψει ότι υπήρξε ποτέ κίνδυνος εθνικής ασφάλειας. 

Και μάλιστα η μετέπειτα διαχείριση του εν λόγω σκανδάλου, είναι τόσο προβληματική που καθιστά καχύποπτο και προβληματισμένο τον οιοδήποτε δημοκρατικό πολίτη.

Γ) Όσον αφορά τη νομιμότητα παρακολούθησης βουλευτή

Όσον αφορά τα πρόσωπα που έχουν την βουλευτική ιδιότητα (σε αυτά περιλαμβάνονται και οι ευρωβουλευτές), σύμφωνα με μέρος της θεωρίας και πάντα σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το Σύνταγμα, απαγορεύεται ο περιορισμός των δικαιωμάτων τους και άρα απαγορεύεται και ο περιορισμός του απορρήτου της επικοινωνίας τους.

Στην περίπτωση βουλευτών δηλαδή, δεν είναι νόμιμη η παρακολούθηση τους. Η δικαιολογητική βάση γι’ αυτό είναι ότι χρήζουν αυξημένης προστασίας του δικαιώματος επικοινωνίας τους, αφού στην περίπτωση τους, δεν πρόκειται για απλά υποκειμενικό δικαίωμα του ατόμου, αλλά έχει να κάνει περισσότερο με την ασφάλεια της δημοκρατίας, καθώς οι βουλευτές ομιλούν στις ιδιωτικές τους συνομιλίες με άλλους βουλευτές καθώς και για θέματα που άπτονται της ασφάλειας του κράτους και της δημοκρατίας.

Σύμφωνα με το άρθ. 62 του Συντάγματος,  «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος».

Σύμφωνα με το άρθ.61 παρ.3 του Συντάγματος, «O βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ’ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.»

Εκ των ανωτέρω άρθρων του Συντάγματος, προκύπτει η αυξημένη συνταγματική προστασία που έχουν οι Βουλευτές αναφορικά και με το απόρρητο των επικοινωνιών τους. Από την στιγμή που σύμφωνα με το άρθ.62 Σ, ο βουλευτής δεν περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος της Βουλής, δεν μπορεί ούτε να παρακολουθηθεί στις τηλεφωνικές του συνομιλίες, διότι η παρακολούθηση αυτή θα σήμαινε περιορισμό του δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών του.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθ.62 Σ, ο βουλευτής δεν διώκεται καν, χωρίς προηγούμενη άδεια του Σώματος. Δηλαδή, ακόμα και στην περίπτωση που βουλευτής έχει τελέσει αδίκημα, δεν μπορεί να του ασκηθεί ούτε ποινική δίωξη χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για παρακολούθηση, η οποία δεν προϋποθέτει τέλεση άδικης πράξης, αλλά ο σκοπός της είναι η διερεύνηση για το αν έχει τελεστεί κάποια πράξη. 

Την ίδια άποψη ασπάζεται και ο πρώην Πρόεδρος κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ, έγκριτος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, κ. Ευάγγελος Βενιζέλος. (https://www.constitutionalism.gr/ta-sintagmatika-oria-stin-arsi-tou-tilefvnikou-aporritou-ton-politon-ipothesi-androulaki/)

Επίσης, αφού σύμφωνα με το άρθ. 61παρ.3 Σ, ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σε αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, σίγουρα δεν μπορεί να επιτρέπεται και η εν αγνοία του παρακολούθηση του. Αφού δηλαδή ο βουλευτής δεν υποχρεούται στην εν γνώσει του κατάθεση, σίγουρα δεν μπορεί να επιτρέπεται η εν αγνοία του παρακολούθηση του και η εν αγνοία του καταγραφή των πληροφοριών που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Κατά τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η παρακολούθηση του οιουδήποτε έχοντος την βουλευτική ιδιότητα, δεν είναι νόμιμη, εάν δεν έχει προηγηθεί η άδεια του Σώματος ως προς αυτό. Και φυσικά, ακόμα κι αν υπάρχει η άδεια του Σώματος, θα πρέπει να πληρούνται και οι προϋποθέσεις για την άρση του απορρήτου, ήτοι να είναι ο θιγόμενος κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. 

Την ίδια θέση περί αυξημένης προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας στη περίπτωση πολιτικών προσώπων, ασπάζεται και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ο οποίος αναφέρει στην από 14/09/22  Απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, ότι «Η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών η οποία αποτελεί ύψιστη υποχρέωση της πολιτείας είναι ιδιαίτερα αυξημένη στις περιπτώσεις πολιτικών προσώπων και ιδίως εχόντων θεσμική ιδιότητα όπως μπορεί να συναχθεί και από τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 3 Σ για το βουλευτικό απόρρητο, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην περίπτωση αυτή η προστασία δεν αφορά μόνο το προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα αλλά συνδέεται άμεσα και με τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος.»

Δ) Το Χρονικό του σκανδάλου

Για το σκάνδαλο αυτό, έχουν ακουστεί πολλές αιτιολογίες, οι οποίες όμως έχουν στο σύνολο τους καταρριφθεί, με αποτέλεσμα τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, να μοιάζουν με παρωδία, η οποία δεν αρμόζει στην σοβαρότητα του σκανδάλου, η οποία υποτιμάει τη νοημοσύνη μας και η οποία εν τέλει, αποδεικνύει την ύπαρξη του σκανδάλου και το βάθος αυτού.

Όσον αφορά την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη, ακούστηκε αρχικώς ότι η κυβέρνηση δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτή και ότι οι υπαίτιοι ήταν ίσως αλλοδαποί ιδιώτες. Στη συνέχεια ακούστηκε ότι η παρακολούθηση έγινε, μετά από σχετικό αίτημα της Αρμενίας και της Ουκρανίας (δηλαδή, γνώριζε η κυβέρνηση, η οποία μέχρι πρότινος δήλωνε ότι δεν γνώριζε).

Στη συνέχεια καταρρίφθηκε και αυτή η υπόθεση και αποκαλύφθηκε ότι τον κ. Ανδρουλάκη παρακολουθούσε η ίδια η Ε.Υ.Π., η οποία όπως προαναφέρθηκε, με το άρθ. 21 παρ.4 Ν.4622/2019, υπήχθη στην Προεδρία της Κυβέρνησης, η οποία κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου, υπάγεται στον Πρωθυπουργό.

Αφού λοιπόν διαψεύστηκε αρχικώς, η υποτιθέμενη άγνοια της κυβέρνησης σχετικά με την παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη και σε δεύτερο χρόνο, διαψεύστηκαν οι διαρροές, σχετικά με την παρακολούθηση από την Ουκρανία και την Αρμενία, γίναμε έκτοτε μάρτυρες, μιας επικοινωνιακής και άνευ ουσίας, αντιμετώπισης του σκανδάλου από την κυβέρνηση, που μοναδικό σκοπό έχει, όχι την ανεύρεση της αλήθειας, αλλά την απόκρυψη αυτής, πίσω από κατασκευασμένες αποδεικτικές απαγορεύσεις, που έχουν νομοθετηθεί ως δικλίδα ασφαλείας, ακριβώς για την περίπτωση που το σκάνδαλο αποκαλυπτόταν, όπως και έγινε.

Πρόκειται για μια μικροκομματική αντιμετώπιση με αυταρχικό πρόσημο, που δεν σέβεται τις επιταγές του Συντάγματος και που έχει ως μοναδικό σκοπό να θολώσει τα νερά, και να κερδηθεί χρόνος. Η αντιμετώπιση όμως αυτή, είναι φτωχή από επιχειρήματα, υποτιμάει τη νοημοσύνη μας και συνιστά περαιτέρω υποβάθμιση του πολιτεύματος μας, λόγω της προσπάθειας διαχείρισης και κάλυψης του σκανδάλου αυτού, μέσω της χειραγώγησης των συνταγματικών θεσμών.

Ο Πρωθυπουργός, στην πρώτη ομιλία του μετά το σκάνδαλο, η οποία είχε τη μορφή διαγγέλματος, μας είπε ότι η επισύνδεση στο κινητό του κ.Ανδρουλάκη, ήταν νόμιμη, αλλά εάν το γνώριζε δεν θα την επέτρεπε.

Αυτή η πρόταση είναι άκρως προβληματική και αντιφατική. Ο προβληματισμός πηγάζει τόσο από την εντύπωση που έχει για τη νομιμότητα ο Πρωθυπουργός, όσο και από το ότι «εάν το γνώριζε δεν θα την επέτρεπε».

Κατ’ αρχάς, πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ νομιμότητας και νομιμοφάνειας. Το τυπικώς νόμιμο, δεν είναι νόμιμο εάν ελλείπουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Εξηγούμαι:

Για την νομιμότητα της οιασδήποτε επισύνδεσης, δεν αρκεί να έχει γίνει νομιμοτύπως η αίτηση άρσης του απορρήτου από την αρμόδια αρχή και να την έχει αποδεχτεί ο αρμόδιος Εισαγγελέας.

Θα πρέπει να υφίστανται οι όροι που επιβάλλουν την άρση του απορρήτου. Θα πρέπει δηλαδή να υφίσταται κίνδυνος εθνικής ασφάλειας. Αν δεν υπάρχει κίνδυνος εθνικής ασφάλειας, η επισύνδεση δεν είναι νόμιμη, όσες υπογραφές Εισαγγελέων και αν έχει.

Και περνάμε τώρα στην αντίφαση που περιέχει αυτή η πρόταση του Πρωθυπουργού. Είπε λοιπόν ο Πρωθυπουργός ότι δεν θα την επέτρεπε εάν το γνώριζε.

Έχει δηλαδή γίνει επισύνδεση για λόγο εθνικής ασφάλειας σε κάποιον πολιτικό (ευρωβουλευτή) και ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι εάν το γνώριζε δεν θα την επέτρεπε;

Άρα ο Πρωθυπουργός μας είπε ένα από τα δυο παρακάτω πράγματα:

  1. Είτε ότι θα απαγόρευε την παρακολούθηση του τηλεφώνου κάποιου που έχει κριθεί ως κίνδυνος εθνικής ασφάλειας, κάτι που είναι προβληματικό για τον υπεύθυνο της Ε.Υ.Π. και του ίδιου του Κράτους,
  2. Είτε ότι θα την απαγόρευε, επειδή δεν υπήρχε κίνδυνος εθνικής ασφάλειας.

Η απλή συλλογική αυτό επιτάσσει. Δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία. Στην δεύτερη περίπτωση δε, στην περίπτωση δηλαδή όπου ο κ. Ανδρουλάκης δεν αποτελούσε κίνδυνο εθνικής ασφάλειας, καθίσταται παράνομη η όλη παρακολούθηση του και οι υπεύθυνοι πρέπει να τιμωρηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Επί του θέματος της νομιμότητας των επισυνδέσεων, έχουν τοποθετηθεί τόσο πολιτικοί όσο και έγκριτοι καθηγητές συνταγματολόγοι. Βαρύνουσας σημασίας ήταν η τοποθέτηση του πρώην Πρωθυπουργού, κ. Καραμανλή, ο οποίος ανέφερε ρητά, ότι οι επισυνδέσεις ήταν παράνομες.

Στη συνέχεια, στη συζήτηση που έλαβε χώρα στη Βουλή, ο Πρωθυπουργός ρωτήθηκε όπως είναι λογικό, για τον λόγο της παρακολούθησης του κ. Ανδρουλάκη. Ο πρωθυπουργός απέφυγε να δώσει ουσιαστική απάντηση, κρυπτόμενος πίσω από το «απόρρητο» του απορρήτου, που η κυβέρνηση του νομοθέτησε με το άρθ.87 του Ν.4790/2021. 

Το ίδιο συνέβη και στην εξέταση του κ. Κοντολέωντος στην αρμόδια εξεταστική επιτροπή, ο οποίος επικαλέσθηκε επίσης το απόρρητο, ενώ ο νεοδιορισθείς Διοικητής της Ε.Υ.Π., Θεμιστοκλής Δεμίρης, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, επικαλέστηκε επίσης το απόρρητο, δηλώνοντας μάλιστα ότι είναι ανέλεγκτος!

Ε) Σχετικά με το απόρρητο του απόρρητου

Το απόρρητο που επιβάλλει ο Ν.4790/2021, αναφορικά με τις παρακολουθήσεις για λόγο εθνικής ασφάλειας, έχει με τη σειρά του ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, τόσο στον πολιτικό, όσο και στο νομικό κόσμο.

Η έννοια του απόρρητου, που επιτρέπει σε μια αρχή να δρα ανεξέλεγκτα μέσα στη Χώρα, δεν είναι ανεκτή στο δημοκρατικό πολίτευμα. Επίσης δεν είναι ανεκτή από δημοκρατικής άποψης, η πρόταση του Πρωθυπουργού, ότι δεν γνώριζε τι έπραττε η Ε.Υ.Π. και ούτε έπρεπε να γνωρίζει. Η δημιουργία αντιδημοκρατικών στεγανών σαν κι αυτό του ανέλεγκτου απορρήτου των επισυνδέσεων, αποτελούν βόμβα στα θεμέλια της δημοκρατίας και δημιουργούν παρακράτος.

Δεν είναι δυνατόν σε μια δημοκρατία, να υπάρχει Αρχή η οποία να είναι ανέλεγκτη από την πολιτική εξουσία. Σύμφωνα με το άρθ.1 παρ.3 Σ, «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Δεν νοείται να υπάρχει εντός της Χώρας, δράση η οποία είναι ανέλεγκτη από την εθνική αντιπροσωπεία, δηλαδή από τη Βουλή.

Η αντίθετη πεποίθηση, η πεποίθηση δηλαδή ότι είναι εφικτή, ευκταία και επιβάλλεται η δημιουργία μιας εξουσίας, η οποία αποκόπτεται από τον Λαό, είναι αντιδημοκρατική, αντισυνταγματική και δημιουργεί ένα υπόγειο παρακράτος, το οποίο δεν ελέγχεται από τον Λαό.

Δυστυχώς, η πλειοψηφία των μελών της κυβέρνησης, στηρίζουν την γραμμή της κυβέρνησης, ήτοι υπεραμύνονται του απορρήτου της επισύνδεσης, ή άλλως, κρύβονται πίσω από αυτό.

Ανάμεσα τους, υπάρχουν μερικές φωτεινές εξαιρέσεις βουλευτών της κυβέρνησης, οι οποίοι ορμώμενοι από δημοκρατικότερες πεποιθήσεις, αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα του σκανδάλου και διαχωρίζουν τη θέση τους, καταθέτοντας το αυτονόητο. Ότι όταν λέμε όλα στο φως, πρέπει να έρθουν όλα στο φως και ότι δεν μπορεί να υπάρχουν στεγανά απόρρητα στη δημοκρατία. 

Δεν μπορεί να υπάρχει ομερτά στη δημοκρατία. Ομερτά υπάρχει στη μαφία και η ομερτά υπάρχει για να κρύβει εγκλήματα.

Όμως όλη αυτή η συζήτηση και ανάλυση, περί του απορρήτου κλπ., γίνεται επειδή η κυβέρνηση δεν τροποποιεί τον Ν.4790/2021. Διότι εάν η κυβέρνηση επιθυμούσε να έρθουν όλα στο φως, θα αρκούσε η εκ νέου τροποποίηση της απαράδεκτης διάταξης του άρθ.87 του Ν.4790/2021, ώστε να επανέλθει η νομική πραγματικότητα στην προτεραία κατάσταση στην οποία επιτρεπόταν η γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης και η οποία ίσχυε έως και τον Μάρτιο του 2021, χωρίς να έχει τόσα χρόνια απειληθεί η εθνική ασφάλεια. Στην περίπτωση αυτή θα παρέλκυε η μακροσκελής αυτή ανάλυση.

Όσο δεν το πράττει όμως, τόσο θα ενισχύει την άποψη, ότι κρύβεται πίσω από το απόρρητο το οποίο η ίδια νομοθέτησε και ακόμα παραπάνω, ότι όλες οι ανωτέρω αναφερθείσες νομοθετικές παρεμβάσεις, έγιναν ακριβώς για να επιτελέσουν τον σκοπό της ανέλεγκτης παρακολούθησης οιουδήποτε δεν συντάσσεται με τις απόψεις της κυβέρνησης.

ΣΤ) Συνοψίζοντας

Το σκάνδαλο των υποκλοπών, πρόκειται για μια ιστορία που προκαλεί υψηλή συνταγματική ανησυχία. Αν σε συνδυασμό με τις επισυνδέσεις, αναλογιστούμε και όλες τις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες οδήγησαν στην αδυναμία ελέγχου των πεπραγμένων της Ε.Υ.Π., η ανησυχία εντείνεται διότι αποκαλύπτεται μια νοσηρή πραγματικότητα, στην οποία το νομοθετικό έργο έχει χειραγωγηθεί δια να τελούνται έκνομες ενέργειες χωρίς να είναι δυνατή η διερεύνηση τους και η απόδοση ευθυνών.

Όχι τυχαία, η εικόνα της Χώρας μας αποτυπώνεται με μελανά χρώματα και χαρακτηρισμούς από τα διεθνή Μ.Μ.Ε.

Επίσης όχι τυχαία, το συγκεκριμένο σκάνδαλο, αποτελεί τέταρτη ή πέμπτη είδηση στην πλειοψηφία των ελληνικών Μ.Μ.Ε. με κάποιες φωτεινές και πάλι εξαιρέσεις.

Και αυτό είναι που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία. Το γεγονός δηλαδή, ότι οι υποκλοπές δεν φαίνεται να αποτελούν ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο συγκεντρωτισμού της κυβέρνησης, η οποία δεν ανέχεται τον διάλογο με την αντίθετη άποψη, ούτε την κριτική.

Δυστυχώς, τέτοια μονοφωνία στα Μ.Μ.Ε. δεν έχουμε ξαναδεί. Ακόμα και στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης των τριών μεγαλύτερων ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών και όντας πρωθυπουργός, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχε τη δυνατότητα να ελέγξει και την κρατική τηλεόραση, παρ’ όλα αυτά, η κριτική που του ασκούνταν ακόμα και από τα ιδιωτικά του κανάλια, ήταν δριμεία.

Υπήρχε κριτική!

Υπήρχε η αντίθετη άποψη, όχι μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά το κυριότερο, από τα Μ.Μ.Ε.

Στην Ελλάδα, η αναμενόμενη δημοσιογραφική κριτική από τα Μ.Μ.Ε., έχει αντικατασταθεί στη πλειονότητα τους, από κολακευτικά ρεπορτάζ για τη κυβέρνηση ή από ρεπορτάζ για damage control των αρνητικών περιστάσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι ανανεωτικά δροσερά, τα άρθρα του εξωτερικού Τύπου, που ομιλούν για σήψη στη Χώρα. Διότι αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα της κατάστασης. Είναι θέμα δημοκρατικής τάξης. Και πρέπει έστω την ύστατη στιγμή να χυθεί άπλετο φως για να σωθεί ότι σώζεται από την ποιότητα της «δημοκρατίας» μας.

Αυτό μπορεί να γίνει ακόμα και αύριο, εάν τροποποιηθεί ο Ν.4790/2021 και επιτραπεί η γνωστοποίηση των ευρημάτων των παρακολουθήσεων. Τα επιχειρήματα που ακούγονται, ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, δεν αντέχουν στη λογική, καθώς η γνωστοποίηση στον θιγόμενο, των ευρημάτων της παρακολούθησης, ίσχυε από το  1994 έως και το 2021, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η εθνική ασφάλεια.

Αντί επιλόγου, υπάρχει αδήριτη ανάγκη να αλλάξει ο Ν.4790/2021, ώστε να μην υπάρχουν σκοτεινές παρακρατικές γωνίες στη δημοκρατία.

Επίσης, συντασσόμαστε με την ανωτέρω αναφερομένη Απόφαση του Δ.Σ.Α., σύμφωνα με την οποία, θα πρέπει να ελεγχθεί από τον κ. Εισαγγελέα όχι το ελάσσον, ήτοι εάν υπήρξε διαρροή απορρήτου, αλλά το μείζον, ήτοι το εάν ήταν παράνομη η παρακολούθηση, εάν υπήρχαν οι ουσιαστικοί όροι για την άρση του απορρήτου του κ. Ανδρουλάκη και του κ. Κουκάκη κ.ο.κ.

Τέλος, δέον όπως ειπωθεί ότι στις δημοκρατίες, δεν είναι κανείς πάνω από το κράτος. Στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Στις δημοκρατίες, οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται. Στις δημοκρατίες, οι επικείμενες εκλογές, δεν είναι επικίνδυνες, αλλά γιορτή. Στις δημοκρατίες υπάρχει πολυφωνία. Και η δημοκρατία μας, δεν αναγνωρίζει κυβερνήτες.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να συμβουλευτείτε τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News