Δικηγορικό Γραφείο

Γράφει η Ζωή Κατσίμπουρα, (απόφοιτης νομικής, current internship)

Λύπη προκαλεί η απάντηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ιωάννη Προβατάρη στην από 28 Ιουλίου 2022 με αριθμό 6 γνωμοδότησή του έπειτα από την από 24 Ιουνίου 2022 Αίτηση προς Γνωμοδότηση επί θέματος γενικότερου ενδιαφέροντος του Συλλόγου Οροθετικών Ελλάδος «Θετική Φωνή», αναφορικά με την ποινική διάσταση του φαινομένου «stealthing» ή «stealth breeding» και την μη κατάταξή του στον κατάλογο των ποινικώς κολαζομένων πράξεων και δη του βιασμού, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 336 παρ. 4 ΠΚ ως αντικ. δι΄ άρθ. 71 Ν. 4855/2021.

Ως «stealthing», περιγράφεται η αφαίρεση ή σκόπιμη καταστροφή του προφυλακτικού κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξεως μονομερώς, από τον έναν συμμετέχοντα, ενώ έχει δοθεί συναίνεση αποκλειστικά για συνεύρεση με προφυλακτικό. Ωστόσο, είναι ευρέως γνωστό ότι για την ομαλή συμβίωση και συνύπαρξη δύο ανθρώπων, πέραν των νομικών κανόνων, απαραίτητη θεωρείται και η άτυπη συμφωνία του σεβασμού των ορίων του εκάστοτε. Ως εκ τούτου, η έννοια της συναίνεσης, αποτελεί κριτήριο ώστε μία πράξη να θεωρηθεί αξιόποινη και να έγκειται στα όρια του αδικήματος. Αυτό μάλιστα επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 36 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.4531/2018 ΦΕΚ 62Α/2018 και το οποίο στην παράγραφο 2 ορίζει ότι η συγκατάθεση, θα πρέπει να παραχωρείται εθελοντικά, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ατόμου που αξιολογείται στα όρια των περιστάσεων ώστε να μην θεωρηθεί βιασμός.

Πέραν όμως του γενικότερου νομοθετικού πλαισίου στο οποίο θα πρέπει να προσαρτηθεί το «stealthing» ως αξιόποινη πράξη-βιασμός, μείζονα σημασία θα πρέπει να δοθεί και στις συνέπειες της συγκεκριμένης πρακτικής όταν αυτή ακολουθείται, όπως συμβαίνει και σε κάθε περίπτωση κακοποίησης. Κύριο και σημαντικό είναι το ότι το θύμα, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις είναι γένους θηλυκού, εξαπατάται, προδίδεται η εμπιστοσύνη στον ερωτικό του σύντροφο, υποτιμάται η νοημοσύνη του με την υπόνοια ότι «δεν θα το καταλάβει», ενώ παράλληλα θίγεται η προσωπικότητα και η αξιοπρέπειά του. Συνάμα, στις ψυχολογικές διαστάσεις-συνέπειες έρχεται να προστεθεί και ο κοινωνικός στιγματισμός του θύματος το οποίο κλείνεται στον εαυτό του, κατηγορεί τον εαυτό του για ό,τι συνέβη ενώ παράλληλα μπορεί να οδηγηθεί και σε μετέπειτα τάσεις αυτοκαταστροφής.

Σε σωματικό επίπεδο από την άλλη, το «stealthing» έρχεται να απειλήσει την υγεία του θύματος εξαιτίας της αφαίρεσης του προφυλακτικού ως εργαλείο προστασίας κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης. Πιο συγκεκριμένα, το θύμα εκτίθεται σε αφροδίσια νοσήματα όπως ο HIV ενώ, σε περίπτωση μετάδοσης, το ίδιο νοσεί και αναγκάζεται να υποβληθεί σε μία αρκετά ψυχοφθόρα διαδικασία με κίνδυνο την ίδια τη σωματική του υγεία. Παράλληλα, αρκετά συχνές είναι και οι περιπτώσεις ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, και, μάλιστα, σε εποχή που φαίνεται να αναιρούνται όλα τα κεκτημένα δικαιώματα αυτοδιάθεσης κι αυτονομίας του γυναικείου σώματος.

Η σημασία του δικαιώματος στην έκτρωση εντείνεται, αν αναλογιστούμε τη σύνδεσή του με την ελευθερία του αυτοκαθορισμού του θηλυκού σώματος και την διαρκή βιοπολιτική επιλογή των εκάστοτε κυβερνητικών εξουσιών να αναδείξουν το τελευταίο ως αναπαραγωγική μηχανή, με συνέπεια ο ρόλος του να περιορίζεται στο να τεκνοποιήσει, αυξάνοντας το δυναμικό της χώρας.

Στη χώρα μας, μόνο κατ’επίφαση μπορούμε να πούμε ότι το δικαίωμα στην τεχνητή διακοπή της κύησης είναι προστατευμένο. Η μάχη, δυστυχώς, καλά κρατεί, καθώς βλέπουμε πως με ξεκάθαρες πλέον κινήσεις, μεθοδεύεται η κατάρρευση του οικοδομήματος της αναπαραγωγικής και σεξουαλικής ελευθερίας. Σήμερα, η προστασία της αναπαραγωγικής ελευθερίας φαίνεται πως κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι, ενώ ο αγώνας για το δικαίωμα στην αυτοδιαχείρηση του σώματός μας μάλλον δεν έχει ακόμα κερδηθεί.

Οι θλιβερές εξελίξεις στις Η.Π.Α. δεν πρέπει να θεωρηθούν ως απλώς μία είδηση της επικαιρότητας, αλλά ως ένα σήμα κινδύνου, ενώ, παράλληλα, το πλήγμα για την ιδεολογική ηγεμονία των Η.Π.Α. στη νομική επιστήμη ήταν καίριο. Με τις Η.Π.Α. να ακολουθούν την αυστηρή νομοθετική γραμμή της Πολωνίας, κάνουμε ένα ακόμα βήμα πίσω, προς εκείνη τη γραφική αντίληψη που θέλει τις γυναίκες να είναι μηχανές αναπαραγωγής παιδιών, προς τις ετεροκανονικές επιταγές που προτάσσουν την επιστροφή στον συντηρητισμό.

Εκ των προαναφερθέντων, είναι άξιο απορίας το σχόλιο που δίνεται ως απάντηση στην Γνωμοδότηση από τον Αντεισαγγελέα ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η παραπλάνηση-εξαπάτηση του ενός ερωτικού εταίρου από τον άλλον, σχετικά με την έλλειψη προφυλαγμένης συνουσίας, στη διάρκεια αυτής, συνιστά περίπτωση που ανατρέχει στο είδος και στην ένταση της ερωτικής πράξεως και ότι η ποινική τιμώρησή της εναπόκειται στην αυτοτελή, ειδική και συγκεκριμένη θέσπιση-λειτουργία του ποινικού νομοθέτη. Από πότε όμως αυτές οι δύο παράμετροι θα έπρεπε να αποτελούν κριτήριο ώστε να χαρακτηρισθεί μία πράξη αξιόμεμπτη και να ανάγεται σε βιασμό;

Η ως άνω απάντηση καθρεπτίζει και την όλη αντιμετώπιση του φαινομένου από την ελληνική νομοθετική πραγματικότητα όπου, δυστυχώς, δεν υπάρχει ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση ούτε και έχει εξομοιωθεί με το αδίκημα του βιασμού. Πώς μπορούμε να μιλάμε για «ένταση στην ερωτική πράξη», όταν το δικαίωμα στην άμβλωση, όπως και το δικαίωμα στα ασφαλιστικά δικαιώματα, τα δικαιώματα στην ελευθερία έκφρασης και ενημέρωσης, το δικαίωμα στην υγεία και στην προστασία του περιβάλλοντος, έχουν υποστεί σε παγκόσμιο επίπεδο μια τεράστια απομείωση, ως συνέπεια της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αναγκών, της προστασίας της κρατικής αυθεντίας και του ιδεολογικού προτύπου που επιβάλλει, της απομάκρυνσης από τον ορθολογισμό και της επικράτησης ενός φανατισμού που δεν ανέχεται εύκολα τον διάλογο και την αμφισβήτηση;

Οι νομοθετικές αλλαγές και η μεταστροφή της νομολογίας των δικαστηρίων σε όλο τον κόσμο δεν αποτελούν φαινόμενα ξεκομμένα από τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες, αλλά είναι περισσότερο τα συμπτώματα αυτών των διεργασιών.

Παρόλο που το «χωρίς συναίνεση=βιασμός» εφαρμόζεται στον Ποινικό Κώδικα της χώρας μας ήδη από το 2019, τόσο η κοινωνία όσο και οι Αρχές δεν δείχνουν να εναρμονίζονται με τη συγκεκριμένη νομοθετική εξέλιξη. Με τις περιπτώσεις του «stealthing» ως φαινομένου να αυξάνονται ραγδαία καθημερινά, η άγνοια και η απροθυμία των Αρχών σε συνδυασμό με την απουσία δικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου ενισχύουν την έξαρση των περιστατικών και, εν τέλει, οδηγούν σε έναν φαύλο κύκλο θύτη-θύματος.

Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι η έννοια της συναίνεσης αποτελεί βασική αρχή και ίσως μοναδικό κριτήριο στον διαχωρισμό του βιασμού από την οικειοθελή και αυτόβουλη ερωτική συνεύρεση μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η αξιοπρέπεια του ενός εγκολπώνεται στην αξιοπρέπεια του συνόλου, στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας και στην αμοιβαία συνύπαρξη με όρους εμπιστοσύνης και καλής πίστης. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται σημαντική η άμεση νομοθετική παρέμβαση και η αναγνώριση του «stealthing» ως φαινομένου με σκοπό η ερωτική συνεύρεση να μην τείνει να αποτελεί «εγκληματική» ενέργεια ούτε εκδικητικό μέσον.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News