Δικηγορικό Γραφείο
Η ηλικία του τέκνου ως κριτήριο για τη ρύθμιση της επικοινωνίας του με τον γονέα με τον οποίο αυτό δεν διαμένει (ΜΠΑ 6697/2022)

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τον Ν. 4800/2021, «Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου.».

Ως προς την παραπάνω ένα διάταξη, η άποψη της θεωρίας και της νομολογίας είναι η εξής: «Φαίνεται ότι ο νόμος θεωρεί ως βάση του τεκμηρίου απλώς την ύπαρξη δικαιούχου επικοινωνίας, καθώς δεν θέτει καμία άλλη προϋπόθεση. Από μόνο το γεγονός ότι το παιδί διαμένει συνήθως με τον ένα γονέα, ο νόμος πιθανολογεί ότι το συμφέρον του επιβάλει να επικοινωνεί κατά το 1/3 του «συνολικού χρόνου» με τον άλλο. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αποτελεί ακόμη μια εκδήλωση της νομοθέτησης οριζόντιων κριτηρίων για την εξειδίκευση της αόριστης έννοιας του συμφέροντος του παιδιού, που δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό. Ειδικά εξάλλου η εισαγωγή του συγκεκριμένου νόμιμου τεκμηρίου δεν δικαιολογείται ούτε από ουσιαστική άποψη, καθώς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι κατά τη γενική και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων ένας συγκεκριμένος ποσοτικός προσδιορισμός της επικοινωνίας συμφέρει όλα τα παιδιά. Ο νόμος θέτει ένα «συμπέρασμα», το οποίο δεν προκύπτει από πουθενά. Ακόμη και αν αποδεχτεί κανείς χωρίς επιφύλαξη τα πορίσματα μερικής μερίδας επιστημόνων που προκρίνουν την διευρυμένη επικοινωνία ως ευνοϊκή για τα περισσότερα παιδιά, θα ήταν αρκετή η γενική πρόβλεψη μια «κατά το δυνατόν ευρύτερης επικοινωνίας». Ο οριζόντιος ποσοτικός προσδιορισμός βαίνει πέραν αυτών και παρίσταται ως υπερβολικός. Υπερβολικός, αλλά και σε τελική ανάλυση ανώφελος, αφού το προέχον κριτήριο παραμένει το συμφέρον του παιδιού, υπό το πρίσμα του οποίου θα πρέπει να ερμηνευτούν οι προβλεπόμενες στο νόμο επιμέρους περιπτώσεις «ανατροπής» του «τεκμηρίου», ότι δηλαδή πρόκειται για περιστάσεις υπό τις οποίες το 1/3 δεν συμφέρει το παιδί. Το συμφέρον του παιδιού, αναφερόμενο στη διάταξη μεταξύ άλλων κριτηρίων, είναι στη πραγματικότητα το βασικό – γενικό κριτήριο, και οι άλλες περιστάσεις συνιστούν εξειδικεύσεις του. Συμπερασματικά, η διάταξη εισάγει μια μορφή μερικής ρύθμισης του βάρους απόδειξης του συμφέροντος του παιδιού: αντί ο αιτούμενος την επικοινωνία κατά τον 1/3 του χρόνου να αποδείξει ότι αυτή προωθεί καλύτερα το συμφέρον του παιδιού, το στοιχείο αυτό τεκμαίρεται. Το τεκμήριο ανατρέπεται, όταν προκύπτει ότι η κατά το 1/3 επικοινωνία δεν συμφέρει στο παιδί. Είναι σωστότερο να μην εμμείνει κανείς αυστηρά στην τυπική λειτουργία του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου, που θα επέβαλε το βάρος απόδειξης της αντίθεσης του 1/3 προς το συμφέρον του παιδιού να φέρει ο αντίδικος του δικαιούχου της επικοινωνίας. Συνάδει περισσότερο προς το συμφέρον του παιδιού, καθώς και με το πνεύμα της διάταξης να μπορεί το δικαστήριο να αποστεί από το «τεκμήριο» του χρόνου επικοινωνίας, όταν το σύνολο του πραγματικού υλικού που έχει τεθεί υπόψη του προκύπτει η αντίθεσή του προς το πραγματικό συμφέρον του παιδιού, ακόμη και όταν ο εναγόμενος γονέας δεν προβάλει σχετικό ισχυρισμό. Επομένως, δεν πρόκειται για κατ’ακριβολογία αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά μάλλον για την υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικά, σύμφωνα και με τα κριτήρια που αναφέρονται στη διάταξη, την απομάκρυνσή του από τον ορισμό χρόνου επικοινωνίας διαφορετικού από τον 1/3 του «συνολικού χρόνου»». (βλ. Κατερίνα Φουντεδάκη «Το νέο δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών», κατ’ άρθρο σχολιασμός και ερμηνεία του ν. 4800/2021- Αρθ. 1520ΑΚ, σελ. 90, 91).

Συνεπώς, κριτήριο επιλογής του καταλληλότερου μέτρου στην επικοινωνία γονέα – τέκνου, είναι το πραγματικό συμφέρον του παιδιού, το οποίο έχει βεβαίως άμεση σχέση με την ηλικία του τέκνου, η οποία αποτελεί σημαντικό λόγο παρέκκλισης από το «τεκμήριο» του 1/3 του συνολικού χρόνου του παιδιού ως προς το μέτρο ρύθμισης της επικοινωνίας του με τον γονέα με τον οποίο αυτό δεν διαμένει.

Χαρακτηριστική προς την κατεύθυνση αυτή είναι η υπ’ αρ. 6697/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα οικογενειακό) -την οποία χειρίστηκε η αρθρογράφος Δικηγόρος- η οποία σημειώνει στο σκεπτικό της ότι λόγω της μικρής ηλικίας των τέκνων (19 μηνών κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής), που επιβάλλει να μην απομακρύνονται για αρκετό χρόνο από τη μητέρα τους, για να μη διαταράσσεται το αίσθημα ασφάλειας, η ομαλή ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου της προσωπικότητάς τους, κρίνεται ότι δεν ενδείκνυται η διανυκτέρευση αυτών στην οικία του ενάγοντος – πατέρα, οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε διατάραξη του καθημερινού τους προγράμματος και σε διαταραχές ύπνου, της διατροφής αλλά και της ευαίσθητης ψυχικής ισορροπίας τους.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News