Δικηγορικό Γραφείο
Οι προϋποθέσεις της επιτρεπτής δικαστικής χρήσης των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων

Το άρθρο 2 παρ. 2 περ. δ΄ του ΓΚΠΔ (Κανονισμός Ε2016/679)   εξαιρεί ρητά από το πεδίο εφαρμογής του την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα «από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και πρόληψης έναντι κινδύνων που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια», συνεπώς, στην περίπτωση αυτή η αρμοδιότητα για τον έλεγχο ή μη της σύννομης συλλογής και επεξεργασίας τους ανήκει στον αρμόδιο δικαστή ή εισαγγελέα.

Μορφή επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 4 περ. 2 του Κανονισμού, είναι και η συλλογή των προσωπικών δεδομένων από τον διάδικο προς χρήση στο δικαστήριο ή από τις αρμόδιες αρχές. Η επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 9 του Κανονισμού αντίστοιχα, είναι κατ’ αρχήν παράνομη.

Στο άρθρο 9 παρ. 2 του Κανονισμού αναφέρονται οι εξαιρέσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η επεξεργασία των ευαίσθητων δεδομένων. Ειδική μνεία γίνεται εν προκειμένω στην πρόβλεψη της περίπτωσης ( στ) όπου η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται, όταν είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα. Δηλαδή η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση από το διάδικο, όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών του αξιώσεων. Συνεπώς, αν το χρησιμοποιηθέν αποδεικτικό μέσο δεν είναι το μοναδικό προς απόδειξη των ισχυρισμών του διαδίκου, υπερτερεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων έναντι του δικαιώματος προς απόδειξη, με βάση την αρχή της αναγκαιότητας, ως ειδικότερης έκφανσης της αρχής της αναλογικότητας.

Οι διατάξεις του Κανονισμού που αφορούν στα δικαστικά αρχεία, δεν θίγουν τις ρυθμίσεις των άρθρων 22 παρ. 2 Ν 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ) (για τα έγγραφα της πολιτικής δίκης) και 147 ΚΠΔ (Ν. 4620/2019) (για τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας) και συνεπώς εξακολουθούν αυτά να ρυθμίζονται, ως προς την ειδική μορφή επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, τη χορήγηση αντιγράφων κ.τ.λ. από τις διατάξεις αυτές[1]. Με βάση λοιπόν τις ως άνω διατάξεις, μόνο οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους έχουν δικαίωμα να λάβουν αντίγραφα των δικαστικών αποφάσεων (πολιτικών- ποινικών), των πρακτικών και των λοιπών εγγράφων της δίκης, ενώ για τους τρίτους ως ουσιαστική προϋπόθεση τίθεται το έννομο συμφέρον.

Το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία, υφίσταται όταν η αιτούμενη προστασία είναι το κατάλληλο μέσον άρσης της υφισταμένης αμφισβήτησης στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του διαδίκου κινδύνου από αυτήν. Προορίζεται, δηλαδή, να περιορίσει τη δικαστική προστασία σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις που η απόφαση που θα ζητηθεί είναι ικανή να συμβάλει στην προστασία των δικαιωμάτων εκείνου που ζητά τη δικαστική προστασία. Ταυτόχρονα, επίσης συμβάλλει στην πραγμάτωση του δικαίου και στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης, με άρση της αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή κινδύνου βλάβης των συμφερόντων των διαδίκων.

Κατά την εξειδίκευση, συνεπώς, της έννοιας αυτής και τη χορήγηση αντιγράφου σε τρίτον πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα προσωπικά δεδομένα που τυχόν θίγονται, ανεξάρτητα από την εφαρμογή του ως άνω κανονισμού και ανεξάρτητα από την θεώρηση τους ως αρχείων κατά την ως άνω νομική έννοια. Πρέπει δηλαδή, κατά τη χορήγηση των αντιγράφων αυτών, σε περίπτωση σύγκρουσης των ως άνω δικαιωμάτων (δικαίωμα πληροφόρησης και προστασίας των προσωπικών δεδομένων των άρθρων 5Α, 5 παρ. 1, 10 παρ. 3, 14 παρ. 1, 20 παρ. 1 Σ από τη μια πλευρά και του άρθρου 9Α Σ από την άλλη) να γίνεται στάθμιση ανάμεσα στα ως άνω δικαιώματα, πάντα με βάση την αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται συνταγματικά (άρθρο 25 παρ. 1 Σ).

Επομένως, σε περίπτωση που προσκομιστεί σε δικαστήριο αντίγραφο από το αρχείο του δικαστηρίου χωρίς έννομο συμφέρον του αιτούντος, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Η απόφαση 252/2018 του Αρείου Πάγου έκρινε ότι η προσκόμιση και επίκληση από δικηγόρο (εναγόμενο) σε προσωπική του υπόθεση με τρίτο (αγωγή προσβολής της προσωπικότητάς του) καταδικαστικής απόφασης των εναγόντων, στην οποία μάλιστα ο ίδιος είχε παραστεί ως συνήγορος πολιτικής αγωγής και επομένως νομίμως έλαβε αντίγραφο αυτής από το διαρθρωμένο αρχείο του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία είναι ανεπίτρεπτη αφού αφορούσε προσωπικής φύσης υπόθεση του εναγομένου με τρίτο πρόσωπο και όχι τους ενάγοντες. Δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση και ο ουσιαστικός αυτός λόγος επιτρεπτού της επεξεργασίας, διότι όπως αποδείχθηκε η προσκόμιση της ανωτέρω απόφασης δεν ήταν αναγκαία σύμφωνα με τις αρχές της προσφορότητας και αναγκαιότητας για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον του αστικού δικαστηρίου και την απόδειξη του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού του.

Ο φάκελος δικογραφίας μη εκκρεμούς δίκης αποτελεί αρχείο που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ 147/2001). Τα συγκεκριμένα προσωπικά δεδομένα θεωρούνται ευαίσθητα, κατά την έννοια του άρθρου 2 περ β του Ν 2472/1997, γιατί ασκήθηκε τελικώς ποινική δίωξη, ομοίως δε και οι καταδικαστικές αποφάσεις.

Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία, κατά το άρθρο 1 του Ν.2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του στο άρθρο 6 και την προσθήκη άρθρου 7Α με το άρθρο 8 του Ν.2819/2000 και στα άρθρα 7, 7Α, 11, 19 με το άρθρο 34 του Ν.2915/2001), αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α', γ', δ', ε' και ι' του ίδιου νόμου, για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομική πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) όπως το στοιχείο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρ.18 παρ.2 Ν.3471/2006, "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια και 1) "αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 2472/1997, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Στο άρθρο 4 παρ.1 ορίζεται, ότι "τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών". Στο άρθρο 5 παρ.1 ορίζεται, ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, ενώ, σύμφωνα με την παρ.2αε του ως άνω άρθρου, "Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε)Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών". Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση, κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ.2γ' του Ν 2472/1997, που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο, "Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ... γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου". Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε υφίσταται, όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ.4 του ίδιου νόμου, προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον "χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου 2472/1997, σαφώς προκύπτει, ότι, οι ποινικές κυρώσεις προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι η κατά τα ανωτέρω οριοθέτηση του αξιοποίνου, με βάση το άρθρο 22 παρ.4 Ν.2472/1997, δεν έχει μεταβληθεί με τον ανάλογου περιεχομένου νεότερο Ν.4624/2019 (ΦΕΚ Α 137/29-8-2019) "Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ)2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις", αφού στο άρθρο 38 του εν λόγω νόμου, όπου τυποποιούνται τα σχετικά αδικήματα, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1) Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2)Όποιος, χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 3)Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του Γ.ΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. (ΑΠ 813/2020, www.areiospagos.gr).

Επιπλέον, με τις υπ’ αριθμ. 68/2004 και 38/2004 αποφάσεις της Α.Π.Δ.Π.Χ κρίθηκε ότι ούτε οι συνήγοροι επιτρέπεται να χρησιμοποιούν έγγραφα από μία δικογραφία σε άλλη, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση και ενημέρωση των υποκειμένων.

-----------------

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να συμβουλευτείτε τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News