Δικηγορικό Γραφείο
Οδηγοί Φορτηγών Οχημάτων – Ωράριο Εργασίας και αμοιβή πρόσθετης απασχόλησης

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Β.Δ. της 28.1/4-2.1938 «περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων», τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (A` Β` Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ορισμένο εργοδότη φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), στη Β` κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π. και στην κατηγορία Γ` τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως.  Ως αυτοκίνητα που δεν εξυπηρε­τούν ορισμένο εργοδότη (κατηγορίας Α) νοούνται τα δημόσιας χρήσεως (αγοραί­α),τα οποία εκμεταλλεύεται ο εργοδότης του οδηγού για την μεταφορά εμπορευ­μάτων τρίτων.

Κατά τη διάταξη του άρ­θρου 2 του πιο πάνω ΒΔ, όπως τροπο­ποιήθηκε με το άρθρο μόνο του ΒΔ 882/61 ορίζεται ότι η απασχόληση των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων των δύο πρώτων κατηγοριών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 48 ώρες κατά εβδομάδα, ημερησίως δε τις 12 ώρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνο­νται η καθαυτό οδήγηση, που δεν επιτρέ­πεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησί­ως, οι στάσεις, οι αναμονές, όλες οι σχετι­κές με την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου εργασίες και η πέρα των 4 ωρών αναμο­νή στο σταθμό αυτοκινήτων (πιάτσα), ενώ η απασχόληση της τρίτης κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημε­ρησίως και τις 48 εβδομαδιαίως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω Β.Δ., η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων της Γ κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο κατά το μέτρο που κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας, σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το Β.Δ. 882/1961 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οχταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ’ ανώτατο όριο.

Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη η εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή. Ως νόμιμο ωράριο εργασίας, νοείται εκείνο που έχει καθορισθεί με νόμο ή με κανονιστική διάταξη που έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση νόμου και αποτελεί την ανώτατη επιτρεπτή χρονική διάρκεια απασχόλησης, ενώ ως συμβατικό ωράριο εργασίας, νοείται εκείνο που καθορίζεται από συλλογική σύμβαση, κανονισμό εργασίας, ατομικές συμβάσεις εργασίας ή επιχειρησιακή συνήθεια.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ Α` 179) καθιερώθηκε η εβδομάδα των 5 εργάσιμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων. Με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20/2/1984, η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Η 6η ημέρα της εβδομάδας (π.χ. Σάββατο ή άλλη μέρα της εβδομάδας) σύμφωνα με το άρθρο 6 της από 26/2/75 ΕΓΓΣΣΕ (ΔΕΝ 1975, σελ.179), που κυρώθηκε με τον Ν.133/75  "περί 5νθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης", αποτελεί ημέρα ανάπαυσης και από πλευράς αμοιβής θεωρείται (πλασματικά) ως εργάσιμη.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 20%), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως. Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως.

Η εκούσια η εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξάντλησης της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου αυτή ισχύει, απαγορεύεται από κανόνες δημόσιας τάξης, καθίσταται παράνομη και συνεπώς είναι άκυρη, διότι πρόκειται για εργασία παρεχόμενη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή σε ημέρα ανάπαυσης (Έγγραφο Υπ. Εργασίας 3251/95/17-03-2017).

Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός εάν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, που είναι το οκτάωρο.

Όπως προαναφέρθηκε, η εργασία κατά την έκτη ημέρα επί πενθημέρου είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη. Έτσι, κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής  ως μη νόμιμη υπερωρία. Η εργασία ενός εργαζόμενου το Σάββατο ως έκτη ημέρα κατά παράβαση του πενθημέρου καθ’ υπέρβαση των οκτώ ωρών, δεν συναριθμείται με την απασχόληση των εργασίμων ημερών για τον προσδιορισμό της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του εργαζόμενου και δεν αποτελεί υπερεργασία, αλλά αποτελεί παράνομη υπερωρία κατά το μέρος που υπερβαίνει το ημερήσιο ωράριο των οκτώ ωρών. Για κάθε ώρα  παράνομης υπερωριακής απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση  με την εκάστοτε ισχύουσα προσαύξηση ( ήδη με το νόμο 4808/2021 αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 120% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, ενώ  για την  υπερεργασιακή απασχόληση η προσαύξηση ανέρχεται σε 20% και για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και μέχρι 150 ώρες ετησίως καταβάλλεται προσαύξηση 40%). Στην περίπτωση αυτή βέβαια, ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας θεωρείται το ήδη προσαυξημένο ωρομίσθιο κατά 30% ( άρθρο 8 Ν. 3846/11-5-2010).

Με τον Κανονισμό 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006, που εφαρμόζεται από 1 Απριλίου 2007, μεταξύ άλλων, και στις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων που γίνονται αποκλειστικά εντός της Κοινότητας, όταν το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος των οχημάτων, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ρυμουλκούμενου ή ημιρυμουλκούμενου, υπερβαίνει τους 3,5 τόνους, θεσπίσθηκαν κανόνες που διέπουν το χρόνο οδήγησης, τα διαλείμματα και τις περιόδους ανάπαυσης. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού ο ημερήσιος χρόνος οδήγησής δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 9 ώρες, μπορεί όμως να παρατείνεται σε 10 ώρες κατά ανώτατο όριο, όχι περισσότερες από δύο φορές στη διάρκεια της εβδομάδας, ο δε εβδομαδιαίος χρόνος οδήγησης δεν υπερβαίνει τις 56 ώρες και δεν έχει ως αποτέλεσμα την υπέρβαση του μέγιστου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, όπως καθορίζεται στην Οδηγία 2002/15/ΕΚ. Κατά την παράγραφο 5 του προοιμίου «τα μέτρα που προβλέπονται στον Κανονισμό αυτό για τις συνθήκες εργασίας δεν θα πρέπει να θίγουν το δικαίωμα εργοδοτών και εργαζομένων που θεσπίζουν, με συλλογικές διαπραγματεύσεις ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, διατάξεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους».

Απ’ όλα τα ανωτέρω συνάγεται περαιτέρω ότι ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, ανεξαρτήτως κατηγορίας αυτού, εργάζεται υπερωριακά, όταν ο συνολικός χρόνος ημερήσιας απασχόλησης, υπερβαίνει κάθε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (εκτός Κυριακής και Σαββάτου) τις εννέα (9) ώρες και κάθε άλλη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο ή Κυριακή) τις οκτώ (8) ώρες.

Ομοίως, εάν η υπερωριακή εργασία παρέχεται κατά τη διάρκεια της νύχτας, βάση του υπολογισμού της υπερωρίας είναι το ωρομίσθιο της συγκεκριμένης ημέρας ( π.χ. Σαββάτου ή Κυριακής), προσαυξημένο αρχικώς κατά 25% ή 75% αντίστοιχα, και ακολούθως κατά 25% ( λόγω νύχτας), επί δε αυτού του διττώς προσαυξημένου ωρομισθίου υπολογίζεται η προσαύξηση λόγω υπερωρίας.

Σύμφωνα με την όλως πρόσφατη διάταξη του άρθρου 78 παρ 1 εδ β  του Ν 4808/2021 ( σχετική η Υ.Α. 90972/2021 -ΦΕΚ Β 5393/19-11-2021) περί «Καταχώρησης αλλαγής ωραρίου και υπερωριών στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ - Τροποποίηση των περ. α` και β` του άρθρου 80 του ν. 4144/2013»:   «Ο εργοδότης που απασχολεί οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων και τουριστικών λεωφορείων τα οποία είναι κατασκευασμένα ή διαμορφωμένα με μόνιμο τρόπο και κατάλληλα για τη μεταφορά άνω των εννέα ατόμων, καθώς και Υπεραστικά και Αστικά ΚΤΕΛ που απασχολούν οδηγούς λεωφορείων και έχουν Κανονισμό Εργασίας, που διέπονται από τους Κανονισμούς (Ε.Κ.) 561/2006 και (Ε.Κ.) 165/2014, υποχρεούνται να καταχωρούν κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, καθώς και τη νόμιμη κατά τη νομοθεσία υπερωριακή απασχόληση, στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ δεκαπέντε (15) ημέρες μετά το τέλος κάθε εβδομαδιαίας περιόδου εργασίας. Όταν διαπιστώνεται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ή υπερωριακή απασχόληση, χωρίς αυτή να έχει καταχωρηθεί στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ 15 ημέρες μετά το τέλος κάθε εβδομαδιαίας περιόδου εργασίας, επιβάλλονται με πράξη του αρμοδίου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011.». Εξάλλου, δυνάμει των ως άνω διατάξεων από τις 29-11-2021 έχει παύει γενικώς η υποχρέωση των εργοδοτών να καταχωρούν στο έντυπο Ε8 του Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ την υπερεργασία των εργαζομένων.

Αναφορικά, τέλος, με την αμοιβή των οδηγών των φορτηγών οχημάτων, που τελούν υπό καθεστώς « ετοιμότητας προς εργασία», όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 2 του ν.δ. 3755/1957, 1 του ν. 1876/1990 και 2 του π.δ. 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η 93/104/ΕΚ οδηγία και το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 σε συμμόρφωση με την οδηγία 2000/34/ΕΚ), ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, διακρίνονται δύο βασικές μορφές:

Στην πρώτη, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει αμέσως στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις. Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για “σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία”, διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας, γι’ αυτό και έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας . Εξάλλου, πραγματική απασχόληση δεν αποτελούν μόνο οι ώρες της οδήγησης, αλλά και οι ώρες που μεσολαβούν αναγκαστικά στις ώρες της οδήγησης προκειμένου  ο οδηγός να προσφέρει προσηκόντως την εργασία του (στάσεις και αναμονές για την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων και τη διευθέτηση συναφών ζητημάτων, κλπ.), εφόσον κατά τις ώρες αυτές βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του προς άμεση εξυπηρέτηση των αναγκών του εργοδότη του, δεδομένου ότι  ο οδηγός κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, κατά τις φορτοεκφορτώσεις δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν’ αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή, επιβλέποντας αυτές, μετακινώντας το όχημα, ανοιγοκλείνοντας τις δεξαμενές του βυτιοφόρου κλπ (άρθρα 648, 649, 653 ΑΚ σε συνδ. με αρ. 1 του Ν. 1876/1990 και 2 επ ΝΔ 3765/1957, με αποτέλεσμα να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί υπερωριών).

 Στη δεύτερη, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες. Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για “σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία” (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσης), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να συμβουλευτείτε τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News