Δικηγορικό Γραφείο
Οι συνέπειες κήρυξης της πτώχευσης ως προς τον οφειλέτη

Με το νέο νόμο (Ν. 4738/2020) επαναπροσδιορίζεται το νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με τη διαδικασία κήρυξης πτώχευσης και εισάγονται αρκετά διαφοροποιημένες ρυθμίσεις συγκριτικά με το προϊσχύσαν καθεστώς. Η πτώχευση, που είναι μία νομική κατάσταση και ταυτόχρονα διαδικασία, το άνοιγμα της οποίας προϋποθέτει δικαστική απόφαση, ακολουθεί τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης και, σε περίπτωση που αυτή για οποιοδήποτε λόγο δεν επιτευχθεί ή δεν δύναται να επιτευχθεί, επιφέρει σημαντικές συνέπειες, τόσο στους οφειλέτες, όσο και στους πιστωτές αλλά και στις συμβάσεις που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Ειδικότερα, οι συνέπειες, που επέρχονται με την κήρυξη της πτώχευσης και αφορούν στον πτωχό, διακρίνονται σε προσωπικής και περιουσιακής φύσεως.

Σύμφωνα με το νέο πτωχευτικό κώδικα, οι προσωπικής φύσεως συνέπειες της πτώχευσης ως προς τον οφειλέτη είναι οι κάτωθι:

α) Αυτονόητη συνέπεια, πραγματική αλλά και νομική, είναι η παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του πτωχού και η προσωρινή ή οριστική, κατά τις περιστάσεις, λήξη της εμπορικής ιδιότητάς του.

β) Η δημοσιότητα της κήρυξης της πτώχευσης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, η οποία απαιτείται για λόγους προστασίας των τρίτων που έχουν συναλλαγεί ή συναλλάσσονται ή πρόκειται να έχουν συναλλαγές με τον οφειλέτη. (άρθρα 84 και 85 ΠτΚ)

γ) Ο διορισμός αντικλήτου. Ο πτωχεύσας οφειλέτης οφείλει να υποβάλλει δήλωση στον γραμματέα πτωχεύσεων του πτωχευτικού δικαστηρίου, ορίζοντας με αυτήν, ως αντίκλητο, πρόσωπο, που κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου. (άρθρο 18 ΠτΚ)

δ) Στέρηση των δικαιωμάτων του πτωχού, μόνο, όπου ειδικές νομοθετικές διατάξεις το προβλέπουν (άρθρο 91 ΠτΚ). (π.χ. ο οφειλέτης στερείται του δικαιώματος να ασκεί συγκεκριμένα επαγγέλματα ή να έχει ιδιότητες, όπως του ασφαλιστικού πράκτορα, μεσίτη ασφαλίσεων, ασφαλιστικού συμβούλου, του οποιουδήποτε μέλους της διοίκησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, του μέλους ΔΣ, του μετόχου με ειδική συμμετοχή και του διευθυντικού στελέχους μιας ΑΕΠΕΥ, του κυριοτέρου μετόχου μιας υπό ίδρυση Εταιρίας Παροχής Πιστώσεων, του υπευθύνου προσώπου σε πιστωτικά ιδρύματα κτλ.). Πέραν αυτών των ρητώς αναφερομένων ειδικών περιπτώσεων στέρησης προσωπικών δικαιωμάτων, προβλέπεται, γενικώς, στο άρθρο 91 εδ. β’ ΠτΚ, ότι «η πτώχευση δεν είναι λόγος στέρησης της άδειας άσκησης επαγγέλματος». Αυτό σημαίνει, περαιτέρω, ότι δεν επιτρέπεται η άρνηση χορήγησης άδειας ή ότι δεν ανακαλείται η δοθείσα άδεια άσκησης επαγγέλματος, εξαιτίας της κήρυξης της πτώχευσης του οφειλέτη.

ε) Θεσπίζεται υποχρέωση ενημέρωσης και λογοδοσίας του πτωχού προς τον σύνδικο. Ειδικότερα, ο οφειλέτης υποχρεούται να θέτει στη διάθεση του συνδίκου τα λογιστικά αρχεία και στοιχεία του, τα εμπορικά, επαγγελματικά και λοιπά φορολογικά βιβλία που διατηρεί, να παραδώσει κατάλογο πιστωτών με το ύψος απαίτησης του καθενός, να παρέχει πληροφόρηση σχετικά με τις συναλλαγές του και να ενημερώνει και να συνεργάζεται με το σύνδικο για οποιοδήποτε σχετικό με την πτώχευση θέμα. (άρθρο 95 ΠτΚ)

στ) Θεσπίζεται άρση του απορρήτου της επαγγελματικής αλληλογραφίας, την οποία διαχειρίζεται πλέον ο σύνδικος. (άρθρο 143 ΠτΚ)

ζ) Εάν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο προβλέπεται στο άρθρο 210 παρ. 2 & 3 ΠτΚ ότι «η πτώχευση του νομικού προσώπου, καθώς και απόρριψη της αίτησης λόγω έλλειψης ενεργητικού επιφέρει τη λύση του» και ότι «τα όργανα του νομικού προσώπου διατηρούνται». Είναι προφανές ότι τη λύση του νομικού προσώπου δεν ακολουθεί η εκκαθάρισή του αλλά η πτωχευτική διαδικασία.

η) Άλλη μια επίπτωση είναι η ενδεχομένως αρνητική επίδραση της πτώχευσης του/της οφειλέτη/ιδος στις σχέσεις με τον/τη σύζυγο, υπό την έννοια ότι λήγει το σύστημα κοινοκτημοσύνης μεταξύ των συζύγων (ΑΚ 1411 και 1414), με ενέργεια μόνο για το μέλλον, με την τελεσιδικία της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση.

θ) Ειδική μεταχείριση των ετησίων εισοδημάτων του οφειλέτη (άρθρο 92 ΠτΚ). Ο νομοθέτης λαμβάνει με τη συγκεκριμένη διάταξη μία ελάχιστη μέριμνα για την εξασφάλιση της στοιχειώδους διατροφής του οφειλέτη, φυσικού προσώπου, και των μελών της οικογένειάς του, ως προς τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή τους κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας. Γι’ αυτό το λόγο, εξαιρεί από την πτωχευτική περιουσία τα (καθαρά) ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη που δεν υπερβαίνουν το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου, κατά τον ΚΠολΔ, εισοδήματός του (από μισθούς, συντάξεις, ασφαλιστικές παροχές, κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ), όποιο, εκ των δύο, είναι υψηλότερο (άρθρο 92 παρ. 2, εδ. α’ ΠτΚ). Εξαιρετικά, τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη, χωρίς τον ως άνω περιορισμό των ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή του ακατάσχετου, παραμένουν, εξ ολοκλήρου, στη διάθεσή του, εξαιρούμενα της πτωχευτικής περιουσίας, όταν έπειτα από αίτησή του, το πτωχευτικό δικαστήριο διαπιστώσει «ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά του στοιχεία, που υπερβαίνουν σε αξία το 10% των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των 100.000 ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των 12 μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης» (άρθρο 92 παρ. 3 εδ. α’ ΠτΚ). Σε περίπτωση, ωστόσο, που τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη υπερβαίνουν, εν προκειμένω, το πενταπλάσιο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, το υπερβάλλον ποσό, δεν θα παραμείνει στα χέρια του οφειλέτη, αλλά θα ανήκει στην πτωχευτική περιουσία (άρθρο 92 παρ. 3, εδ. γ’ ΠτΚ).

ι) Η κήρυξη της πτώχευσης συνεπάγεται κατά τη διάταξη του άρθρου 197 ΠτΚ και ποινική ευθύνη του οφειλέτη πτωχού, όταν διαπιστώνονται ποινικά κολάσιμες πράξεις ή παραλείψεις, όπως η απόκρυψη ή βλάβη περιουσιακών του στοιχειων, επιχείρηση ζημιογόνων δικαιοπραξιών, παιγνίων ή στοιχημάτων, διάθεση προϊόντων κάτω του κόστους, δημιουργία εικονικών χρεών, παράλειψη τήρησης ή απόκρυψη των υποχρεωτικών βιβλίων, δόλια ελάττωση της περιουσίας, πρόκληση σε παύση πληρωμών, ευνοϊκή μεταχείριση πιστωτή κ.ο.κ.

Πέραν των ανωτέρω συνεπειών προσωπικής φύσεως υπάρχουν και οι περιουσιακής φύσεως επιπτώσεις της πτώχευσης ως προς το οφειλέτη, με σημαντικότερη και βασικότερη εκ των οποίων την λεγόμενη «πτωχευτική απαλλοτρίωση» (άρθρο 93 ΠτΚ). Πτωχευτική απαλλοτρίωση σημαίνει ότι ο οφειλέτης, από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης περί κήρυξης της πτώχευσης, στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά, λοιπόν, την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου. Με την έννοια «πράξεις διαχείρισης και διάθεσης» εννοείται κάθε δικαιοπραξία υποσχετική, εκποιητική, μονομερής ή σύμβαση, κάθε οιονεί δικαιοπραξία και κάθε άλλη νομική πράξη. Τέτοιες πράξεις μπορούν να είναι ενδεικτικά, η πώληση, η μίσθωση, η καταβολή χρέους, η κίνηση τραπεζικού λογαριασμού, η παραίτηση από ένδικα μέσα, η καταγγελία σχέσης κ.λπ. Σημειώνεται ότι «ανενέργεια» δεν σημαίνει κατ’ ακριβολογία ακυρότητα αυτών των πράξεων αλλά εξάρτηση των εννόμων συνεπειών τους από έναν όρο, τη σύμπραξη του συνδίκου. Εάν λοιπόν συντελεστεί μια τέτοια πράξη από τον πτωχό και ο σύνδικος μετέπειτα την εγκρίνει, τότε, αυτή ισχυροποιείται κατά κανόνα αναδρομικά αλλά μερικές φορές και για το μέλλον, αναλόγως του είδους της δικαιοπραξίας. Εάν όμως ο σύνδικος αρνηθεί να παράσχει έγκριση, τότε, η πράξη δεν έχει καμία απολύτως συνέπεια για την πτωχευτική περιουσία, ως ενεργηθείσα υπό μη δικαιούχο και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο τρίτος που συναλλάχθηκε με τον οφειλέτη είναι καλόπιστος ή όχι. (βλ. και ΑΚ 239). Στην περίπτωση αυτή, η μη εγκριθείσα πράξη θα είναι «άκυρη» σε σχέση με τα εμπλεκόμενα στη διαδικασία της πτώχευσης πρόσωπα. Μεταξύ όμως του πτωχού και του τρίτου, η ισχύς και οι συνέπειες της δικαιοπραξίας, θα εξαρτηθούν από το ιδιαίτερο αντικείμενό της και τις περιστάσεις, που μπορούν να οδηγήσουν σε ακυρότητα ή ακυρωσία ή σε αδυναμία παροχής ή σε αδικαιολόγητο πλουτισμό ή και σε εκπλήρωση ακόμα της παροχής και σε εν γένει ισχυροποίηση της σχέσης, αν επακολουθήσει «επίκτηση», αν δηλαδή ο πτωχός καταστεί ξανά δικαιούχος.
Σκοπός αυτής της ρύθμισης είναι η αποτροπή ελάττωσης της περιουσίας του πτωχού, που προορίζεται για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών του.

Εξαίρεση από την πτωχευτική απαλλοτρίωση τίθεται με τη διάταξη του άρθρου 94 ΠτΚ, όπου ορίζεται ότι το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη και εφόσον συναινεί ο συνέλευση των πιστωτών, μπορεί να αναθέσει, με απόφασή του, τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας στον οφειλέτη, με ή χωρίς περιοριστικούς όρους, πάντοτε όμως με τη σύμπραξη του συνδίκου. Επιπροσθέτως, η ανενέργεια κάμπτεται και ο πτωχός μπορεί να προβεί σε πράξεις διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, όταν πρόκειται για αντιμετώπιση κατεπειγουσών περιπτώσεων και ο σύνδικος αδρανεί, ενώ παράλληλα απειλείται βλάβη ή μείωση της πτωχευτικής περιουσίας.

Η πτωχευτική απαλλοτρίωση αίρεται σε περιπτώσεις ανατροπής της απόφασης περί πτώχευσης κατόπιν ευδοκίμησης κάποιου ασκηθέντος ενδίκου μέσου και σε περιπτώσεις περάτωσης της πτώχευσης κατά το άρθρο 189 ΠτΚ, όπως: i) όταν εξοφλούνται όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές, ii) όταν επέρχεται παύση των εργασιών της πτώχευσης με δικαστική απόφαση, λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας και iii) όταν αυτομάτως παύουν οι εργασίες της πτώχευσης λόγω παρέλευσης 5 ετών από την κήρυξη της πτώχευσης ή και της τυχόν δοθείσης με δικαστική απόφαση παράτασης.

Η πτωχευτική απαλλοτρίωση έχει και ορισμένες ειδικότερες νομικές συνέπειες που έγκεινται:

α) στο διαχωρισμό της περιουσίας του πτωχού σε πτωχευτική, την οποία διοικεί, κατά κανόνα, ο σύνδικος, σε κοινή, κατά το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, την οποία επίσης διοικεί ο σύνδικος, σε μεταπτωχευτική και σε εξωπτωχευτική, τις οποίες διοικεί ο πτωχός ελεύθερα.

β) στην ανενέργεια, όπως προαναφέρθηκε, κάθε δικαιοπραξίας του πτωχού, που αφορά την πτωχευτική μόνο περιουσία και συντελείται εντός του χρόνου επέλευσης της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης.

γ) στην έλλειψη παθητικής και ενεργητικής νομιμοποίησης του οφειλέτη σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία και η υποκατάστασή αυτού από το σύνδικο, ο οποίος καθίσταται μοναδικός αρμόδιος να διεξάγει τις εν λόγω δίκες. Ο οφειλέτης διατηρεί μόνο το δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση. Μόνο κατ’ εξαίρεση, σε περιπτώσεις κατεπείγουσας φύσεως, όταν είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής περιουσίας και ο σύνδικος αδρανεί ή δεν έχει ακόμα αποδεχθεί τον διορισμό του, ο οφειλέτης νομιμοποιείται σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Επίσης, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 286, με την κήρυξη της πτώχευσης όλες οι εκκρεμείς δίκες διακόπτονται μέχρι την υποκατάσταση του συνδίκου στη δικονομική θέση του πτωχού, ως διαδίκου.

Νοικοκυριά και επιχειρήσεις που επιθυμούν να λάβουν περαιτέρω ενημέρωση για το θεσμικό πλαίσιο και τις επιλογές διαχείρισης των οφειλών τους μπορούν να απευθυνθούν στην εξειδικευμένη ομάδα του γραφείου μας . Η πληροφόρηση που εμπεριέχεται στο παρόν άρθρο συνιστά μία καταγραφή του νόμου και σύντομη ερμηνεία του και δεν υποκαθιστά, συνεπώς σε καμία περίπτωση την εξατομικευμένη νομική προστασία, που είναι δυνατή μόνο κατόπιν της ενδελεχούς και στοχευμένης μελέτης , επεξεργασίας και κατάρτισης στρατηγικής για την υπόθεση εκάστου οφειλέτη και δανειολήπτη .


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News