Δικηγορικό Γραφείο
Δεύτερη ευκαιρία - μια «καθαρή» νέα αρχή;

Μία από τις πιο «πολυδιαφημισμένες» ρυθμίσεις που εισάγει ο Νέος Πτωχευτικός Νόμος (Ν. 4738/2020) είναι η λεγόμενη Μία από τις πιο «πολυδιαφημισμένες» ρυθμίσεις που εισάγει ο Νέος Πτωχευτικός Νόμος (Ν. 4738/2020) είναι η λεγόμενη «Δεύτερη Ευκαιρία»η δυνατότητα δηλαδή των οφειλετών να απαλλαγούν αυτομάτως από τα χρέη τους («ολική διαγραφή χρεών») μετά την πάροδο τριετίας ή ενός έτους, κατά περίπτωση, από την κήρυξη της πτώχευσης, εισφέροντας βέβαια το σύνολο της περιουσίας τους! Κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον νόμο, θα είναι σε θέση να κάνουν μία νέα «καθαρή» αρχή, συνεχίζοντας μετά από εύλογο χρονικό διάστημα την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, απαλλασσόμενοι από το βάρος παλαιών οφειλών. Ο θεσμός της αυτόματης απαλλαγής, χωρίς δηλαδή να απαιτείται εκ νέου προσφυγή του πτωχού στο δικαστήριο, όπως ίσχυε παλαιότερα, είχε προταθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη από το έτος 2014. Σήμερα εντοπίζεται στις διατάξεις των άρθρων 192 επ. του Ν. 4738/2020. Κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον νόμο, θα είναι σε θέση να κάνουν μία νέα «καθαρή» αρχή, συνεχίζοντας μετά από εύλογο χρονικό διάστημα την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, απαλλασσόμενοι από το βάρος παλαιών οφειλών. Ο θεσμός της αυτόματης απαλλαγής, χωρίς δηλαδή να απαιτείται εκ νέου προσφυγή του πτωχού στο δικαστήριο, όπως ίσχυε παλαιότερα, είχε προταθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη από το έτος 2014. Σήμερα εντοπίζεται στις διατάξεις των άρθρων 192 επ. του Ν. 4738/2020.

 Για τη διαγραφή των χρεών του οφειλέτη ο νέος νόμος διακρίνει ανάμεσα σε δύο περιπτώσεις. Ανάλογα με την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη μεταβάλλεται το χρονικό διάστημα διαγραφής των οφειλών του και οι καταβολές που υποχρεούται να κάνει προς τους πιστωτές του μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλαγής. Πιο συγκεκριμένα:

α) Εάν ο οφειλέτης δεν έχει σημαντική περιουσία τότε η απαλλαγή επέρχεται αυτομάτως 3 έτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης. (άρθρο 192 παρ. 1 Ν. 4738/2020). «Σημαντική» θεωρείται η περιουσία που περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία με αξία τουλάχιστον 100.000 ευρώ που υπερβαίνουν το 10% των συνολικών χρεών του και δεν έχουν αποκτηθεί εντός των τελευταίων δώδεκα (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Μέσα στα 3 αυτά χρόνια της περιόδου απαλλαγής, ο πτωχός υποχρεούται να καταβάλει στους πιστωτές μέρος του ετήσιου εισοδήματός του, αφαιρουμένων των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, που υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσής του, όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4389/2016 (Ά 94) ή που υπερβαίνει το δωδεκαπλάσιο των ακατάσχετων περιουσιακών του στοιχείων. Από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται τα ακατάσχετα ή εξαιρούμενα από το νόμο περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη ( π.χ. μισθός, επιδόματα κλπ).

β) Εάν ο οφειλέτης έχει σημαντική ακίνητη περιουσία στο όνομά του, δηλαδή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ακίνητη περιουσία αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ που καλύπτει το 10% και άνω των συνολικών οφειλών του, τότε η απαλλαγή του επέρχεται μέσα σε 1 έτος από την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρο 192 παρ. 2) και ο ίδιος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει μέρος των ετησίων εισοδημάτων του. Κατ’ εξαίρεση, ακόμα κι αν εισφερθεί σημαντική ακίνητη περιουσία, εάν τα ετήσια εισοδήματα του πτωχού υπερβαίνουν το πενταπλάσιο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, το υπερβάλλον αυτό ποσό θα πρέπει να αποδοθεί.

Σημειώνεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη είναι δυνατή ακόμα κι αν δεν έχει καθόλου περιουσία στο όνομά του, ούτε και εισοδήματα, μετά την πάροδο τριετίας από την καταχώριση του ονόματός του στο οικείο ηλεκτρονικό μητρώο φερεγγυότητας, καθώς σε αυτή την περίπτωση το σύνολο της περιουσίας του δεν θα επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 77 παρ. 4, 178 παρ 1).

Σε περίπτωση πτώχευσης εταιρείας, μετά την πάροδο 36 μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ή 24 μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης (όποιο από τα δύο προηγηθεί χρονικά), ο νόμιμος εκπρόσωπος απαλλάσσεται από τα εταιρικά χρέη για τα οποία έχει και ατομική ευθύνη εκ του νόμου (δηλαδή φόρους και ασφαλιστικές εισφορές). Η απαλλαγή των προσώπων που εκ του νόμου έχουν αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της ιδιότητάς τους ως εκπροσώπων ή διοικούντων νομικών προσώπων αφορά τα χρέη που γεννήθηκαν εντός της ύποπτης περιόδου ή μέχρι τρία έτη πριν την ύποπτη περίοδο. Συνεπώς κατά απώτατο χρονικό διάστημα, εφόσον η ύποπτη περίοδος  ( δηλαδή, το χρονικό διάστημα από την παύση των πληρωμών ως την κήρυξη της πτώχευσης- αρ. 116) δε μπορεί να απέχει περισσότερο από δύο έτη από την κήρυξη της πτώχευσης ( αρ 81 παρ  2), ο ευθυνόμενος αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο δύναται να απαλλαγεί μόνο για τα χρέη αυτά, κατ’ απώτατο χρονικό όριο μέχρι πριν μία πενταετία από την κήρυξη της πτώχευση ( αρ. 195 παρ 1).

Επιπροσθέτως, κατά τις επιταγές του νέου νόμου, είναι δυνατή και η απαλλαγή των μετόχων ή μελών Δ.Σ. ή διευθυνόντων συμβούλων μιας Α.Ε., οι οποίοι ναι μεν δεν είναι οι ίδιοι οφειλέτες αλλά είχαν παράσχει εγγυήσεις σε πιστωτικά ιδρύματα για το δανεισμό της εταιρείας. Αυτή είναι μία μεγάλη διαφοροποίηση του νέου καθεστώτος που ενεργοποιείται, αφού πλέον πτωχεύουν και τα φυσικά πρόσωπα μη έμποροι, άρα και ο μέτοχος μιας ΑΕ ή το μέλος του ΔΣ.

Πότε δεν επέρχεται η απαλλαγή;

1. Σύμφωνα με το άρθρο 194 παρ. 2 ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από α) οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, β) οφειλές από δόλο ή βαρειά αμέλεια που προκάλεσε θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπου γ) οφειλές από αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα και δ)οφειλές διατροφής. Όπως παρατηρούμε ο νέος νόμος, εν αντιθέσει με τον προϊσχύσαντα, δεν έχει συμπεριλάβει στις εξαιρέσεις του περί απαλλαγής αδικήματα φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής, μη καταβολής δεδουλευμένων και έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Ως εκ τούτου, μπορεί να επέλθει απαλλαγή του οφειλέτη και για οφειλές του που προέρχονται από τέτοια αδικήματα. Σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγούμασταν, στην πράξη, σε ακύρωση της δεύτερης ευκαιρίας, αφού μεγάλο μέρος των οφειλετών σχετίζεται με την τέλεση των παραπάνω αδικημάτων. Σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν πτωχευτικά χρέη, ώστε να χωρεί δυνατότητα απαλλαγής, όσα χρέη προς το δημόσιο γεννήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ( άρθρο 194 παρ 1), αν και σε άλλο σημείο του νόμου, ορίζεται ότι πτωχευτικά χρέη προς το δημόσιο είναι οι απαιτήσεις, που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν την κήρυξη ( και όχι πριν την υποβολή της αίτησης) της πτώχευσης ( αρ. 96 παρ 2).

2. Επιπλέον, η απαλλαγή του οφειλέτη είναι δυνατό να ματαιωθεί και με την άσκηση προσφυγής του πιστωτή στο αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο. Σε αυτήν την περίπτωση ο προσφεύγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η πτώχευση οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του οφειλέτη ή ότι ο οφειλέτης δεν επέδειξε καλή πίστη είτε κατά την κήρυξη της πτώχευσης είτε και κατά τη διάρκειά της, ή ότι δεν έχει υπάρξει συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης ή ότι έχει δολίως αποκρύψει εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή ότι εκκρεμεί ποινική δίωξη εναντίον του ή έχει καταδικαστεί για κάποια από τις πράξεις που αναφέρει ο νόμος (κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών κτλ).

Η Εκτελεστική Επιτροπή της Τράπεζας της Ελλάδος εξέδωσε πλέον πρόσφατα σχετική απόφαση στην από 09.03.2021 Συνεδρίαση, όπου αναφέρει διάφορους ενδείκτες κακοπιστίας που μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τα δικαστήρια για την έκδοση απόφαση περί απαλλαγής ή μη του οφειλέτη. Ειδικότερα, δείκτες κακοπιστίας θα μπορούσαν να είναι: η εξαφάνιση ή απόκρυψη εμπορικών βιβλίων του πτωχού ή η παράλειψη τής κατά τον νόμο σύνταξης των ισολογισμών ή της απογραφής ή κατάρτιση ισολογισμών κατά τρόπο που δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του κτλ. Σχετικές κατευθυντήριες νομολογιακές γραμμές παρείχε και η Ευρωπαϊκή Οδηγία 1023/2019 στην οποία στηρίχθηκε και ο σχεδιασμός του νέου πτωχευτικού νόμου: «Για να διακριβώσουν αν ο επιχειρηματίας επέδειξε ανέντιμη συμπεριφορά, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία όπως η φύση και το ύψος των χρεών, ο χρόνος δημιουργίας των χρεών, οι προσπάθειες του επιχειρηματία να τα αποπληρώσει και να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεών του για τη λήψη αδειών δημοσίας χρήσεως και την ορθή τήρηση λογιστικών στοιχείων, οι τυχόν ενέργειες του επιχειρηματία για να εμποδίσει τους πιστωτές να πετύχουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, η εκπλήρωση των καθηκόντων σε περίπτωση αφερεγγυότητας τα οποία υπέχουν οι επιχειρηματίες- μέλη του διοικητικού συμβουλίου εταιρείας, καθώς και η τήρηση της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και της εργατικής νομοθεσίας».

Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες το δικαστήριο να επικυρώσει την απαλλαγή του πτωχού, όταν η πτώχευσή του οφείλεται σε ραγδαία αλλαγή οικονομικών συνθηκών (οικονομική κρίση), σε εμπορικό ατύχημα το οποίο δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε δόλια ενέργειά του (π.χ. πυρκαγιά), σε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, όπως π.χ. ασθένειες, εξαιτίας των οποίων υποβλήθηκε σε δαπάνη σημαντικών ποσών που επηρέασαν την εμπορική του δραστηριότητα, καθώς και σε άλλες περιστάσεις οι οποίες ήταν απρόβλεπτες, δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητά του και οδήγησαν στην πτώχευση.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονίσουμε μία σημαντική διαφοροποίηση που εισάγει ο νέος νόμος στην περίπτωση που δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής του οφειλέτη. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 193 παρ. 2, ακόμα κι αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής του οφειλέτη, το δικαστήριο θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια αξιολόγησης της συμπεριφοράς του πτωχού, των επιπτώσεων της σε πιστωτές του, και των ωφελειών του από την απαλλαγή, ώστε να επιλεγεί και επιβληθεί μια αρμόζουσα στην περίπτωση, σταθμισμένη ή περιορισμένη κατάσταση απαλλαγής. Δύναται λοιπόν με αιτιολογημένη απόφασή του, να θέσει προθεσμία στον οφειλέτη για την ικανοποίησή των προϋποθέσεων απαλλαγής του, να περιορίσει την απαλλαγή ως προς ορισμένα μόνο χρέη ή να ορίσει εξαιρετικά μεγαλύτερη προθεσμία απαλλαγής (πέραν δηλ. της 3ετίας). Επομένως, ακόμα και όταν διαπιστώνεται ότι η πτώχευση επήλθε λόγω δολίων ενεργειών του οφειλέτη, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να περιορίσει –και όχι να αποκλείσει- την απαλλαγή ανάλογα με τη βαρύτητα του πταίσματος του πτωχού.

Ιδιαίτερα σημαντική επίσης έννομη συνέπεια, εφόσον γίνει δεκτή η προσφυγή κατά της απαλλαγής του πτωχού είναι ότι καταγγέλλεται η μίσθωση εκ μέρους του συσταθησόμενου Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, ο οποίος δεν έχει συσταθεί ακόμα, αν και ο νόμος έχει τεθεί σε ισχύ ( σε περίπτωση ευάλωτου πτωχού οφειλέτη, του οποίου η πρώτη κατοικία έχει εκπλειστηριασθεί και εν συνεχεία εκμισθωθεί σε αυτόν για δώδεκα έτη- αρ 221 παρ 2).

Συνέπειες απαλλαγής

Σύμφωνα με το άρθρο 196 Ν. 4738/2020 η απαλλαγή του οφειλέτη ή του εκπροσώπου του από χρέη, κατά περίπτωση, δεν θίγει με οποιονδήποτε τρόπο τη συνέχιση της διαδικασίας ρευστοποίησης και διανομής των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας και τα δικαιώματα των πιστωτών επί αυτών, συμπεριλαμβανομένων και των αδήλων εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων τα οποία δολίως ή εξ αμελείας αποκρύβησαν στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας από τον οφειλέτη και των δικαιωμάτων των ενέγγυων πιστωτών επί υπεγγύων στοιχείων του οφειλέτη. Ρητώς διευκρινίζεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη εκ της πρωτοφειλής ή εγγυήσεως δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις έναντι των λοιπών συνοφειλετών ή εγγυητών που ενέχονται εκ του νόμου ή δυνάμει δικαιοπραξίας.

Συνοψίζοντας, ο νέος νόμος φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην παροχή μιας «δεύτερης ευκαιρίας» στον πτωχό, καθιστώντας ευχερέστερη την απαλλαγή των οφειλετών, φυσικά, με το βαρύτατο τίμημα της απώλειας της περιουσίας τους. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία υιοθέτησης του θεσμού περί απαλλαγής στηρίχθηκε σε οικονομικές μελέτες των αρμοδίων νομοπαρασκευαστικών οργάνων της Ε.Ε., οι οποίες αποκάλυψαν ότι λόγω της αδυναμίας επαναδραστηριοποίησης του πτωχού, οι οικονομίες των κρατών-μελών στερούνταν από έμπειρα μέλη της οικονομικής ζωής του τόπου και άρα από αποτελεσματικές αναπτυξιακές δράσεις. Η ίδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστήριξε αυτή τη θέση σε σχετικό έγγραφό της ως εξής: «Οι επιπτώσεις της πτώχευσης, ιδίως ο κοινωνικός στιγματισμός, οι νομικές συνέπειες και η συνεχιζόμενη αδυναμία αποπληρωμής των χρεών αποτελούν σημαντικά αντικίνητρα για τους επιχειρηματίες που επιθυμούν να συστήσουν επιχείρηση ή να αξιοποιήσουν μια δεύτερη ευκαιρία, έστω και αν τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επιχειρηματίες που έχουν πτωχεύσει έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν στη δεύτερη απόπειρά τους». Προς την ίδια /κατεύθυνση κινήθηκε και η αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου: «Η παροχή δεύτερης ευκαιρίας στους οφειλέτες, πέραν της επιείκειας της έννομης τάξης προς αυτούς, εξυπηρετεί και την εθνική οικονομία, αφενός επειδή διευκολύνει την ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων και αφετέρου επειδή επιτρέπει στα υπερχρεωμένα πρόσωπα να έχουν κίνητρα να εργαστούν και να δημιουργήσουν περιουσία. Όταν δεν υπάρχει δυνατότητα των υπερχρεωμένων προσώπων να απαλλαγούν από τα χρέη τους, αυτά οδηγούνται στην παραοικονομία προς βλάβη του κοινωνικού συνόλου». 

Μένει να αποδειχθεί στην πράξη αν πρόκειται για δεύτερη ευκαιρία ή ευχολόγια on paper!


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News