Δικηγορικό Γραφείο
Τα κριτήρια της μεταβίβασης μιας επιχείρησης σε σχέση με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εργαζομένων

Είναι εξαιρετικά διαδομένη πρακτική, λόγω των συσσωρευμένων χρεών των επιχειρήσεων, οι τελευταίες να επιλέγουν τη διακοπή της λειτουργίας τους υπό το ισχύον εταιρικό σχήμα και Α.Φ.Μ. τους και την έναρξη ενός νέου εταιρικού σχήματος με νέο Α.Φ.Μ., προκειμένου να επιχειρήσουν να απεμπλακούν από τα ανωτέρω χρέη κυρίως προς εργαζόμενους αλλά και προμηθευτές τους. Στο παρόν άρθρο, παρατίθενται τα κριτήρια που οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος ως δανειστής μίας τέτοιας επιχείρησης, προκειμένου να ικανοποιηθεί από το διάδοχο φορέα της επιχείρησης.

ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΜΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

Κατά της παραδοχές της νομολογίας, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ο δανειστής, ενάγει το «νέο, διάδοχο εργοδότη» ως εις ολόκληρον και αλληλεγγύως ευθυνόμενο με τον «παλαιό εργοδότη», επικαλούμενος χωρήσασα «μεταβίβαση επιχείρησης» πρέπει στο δικόγραφο αυτής να αναφέρεται η μεταβίβαση της επιχείρησης στην οποία απασχολούνταν ως οικονομικής μονάδας στον εναγόμενο διάδοχο εργοδότη, ο χρόνος της μεταβίβασης, η συνέχιση της ίδιας επιχείρησης υπό το νέο εργοδότη χωρίς διακοπή ως οικονομικής μονάδος και η θέληση αυτού να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη. Εφόσον στην αγωγή ελλείπουν κάποια από τα ανωτέρω στοιχεία του ορισμένου, η αγωγή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Στο ελληνικό δίκαιο δεν προσδιορίζεται από τον νόμο η έννοια της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, νοείται όμως ως επιχείρηση η κάθε περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού. Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία εκάστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια.

Κατά τη διάταξη δε της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν 3514/1928, ενώ όμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς τη οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ Ολ 5/1994). Ήδη ισχύει το ΠΔ 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).

Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή.
Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτωναυτών.

Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητα της και υπό τον νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά στο πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητας της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Όπως έχει πάντως κριθεί, η μεταβίβαση θα πρέπει να αφορά σε μία επί μονίμου βάσεως οργανωμένη οικονομική μονάδα, η δραστηριότητα της οποίας δεν περιορίζεται στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου (Δ.Ε.Κ. 24.1.2002, Temco Service Industries, Συλλογή Νομολογίας), ενώ σημειωτέον ότι το Δ.Ε.Κ. δεν διακρίνει μεταξύ «επιχείρησης» ή «εκμετάλλευσης», αλλά κάνει λόγο, γενικά, για «οικονομική μονάδα», την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς (βλ. και άρθρο 2 παρ. 1β του π.δ. 178/2002, ότι «η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κύριας είτε δευτερεύουσας»).

Τα κρίσιμα στοιχεία για την κατάφαση της έννοιας της «μεταβίβασης επιχείρησης» δεν πρέπει να εκτιμώνται μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης, εφόσον η σημασία τους δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη, ενώ η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο κάθε κριτήριο, στο πλαίσιο πάντοτε συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης ή εγκατάστασης για την οποία πρόκειται και από τις εφαρμοζόμενες σε αυτή μεθόδους παραγωγής και εργασίας. Τελικά δε κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί, βάσει της συνολικής αξιολόγησης, αν ο «διάδοχος» αναλαμβάνει πράγματι μία οργάνωση εργασίας που έχει δημιουργήσει ένας άλλος, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατηρεί αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ίδιου βασικού σκοπού.Αποφασιστικό κριτήριο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δ.Ε.Κ., οι αποφάσεις του οποίου ισοδυναμούν με αυθεντική ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου (βλ. Νικ. Σκανδάμη, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι. Θεσμοί της Ε.Ε. 4. Οργανική υπόσταση της Ε.Ε., Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σ. 176), για να διαπιστωθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως, είναι αν η εν λόγω μονάδα διατηρεί την οικονομική ταυτότητα της, πράγμα που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εκμετάλλευση της πράγματι συνεχίζεται ή αρχίζει εκ νέου, ενώ για να διαπιστωθεί αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά περιστατικά που χαρακτηρίζουν την εκάστοτε πράξη της «μεταβίβασης», μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ιδίως το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των υλικών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών, σε κάθε δε περίπτωση, καθοριστικό κριτήριο όλων είναι η βούληση και ο σκοπός της διατήρησης και συνέχισης της επιχείρησης μεταξύ του παλαιού και του διάδοχου εργοδότη!

Αντίθετα, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας, είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι . Η μεταβολή αφορά στο πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Χρονικό σημείο μεταβίβασης της επιχείρησης είναι εκείνο στο οποίο ο νέος επιχειρηματίας υπεισέρχεται στη θέση του παλαιού εργοδότη και είναι σε θέση να ασκήσει τη διευθυντική του εξουσία στην επιχείρηση γενικά και το διευθυντικό του δικαίωμα στους μισθωτούς.


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News