Δικηγορικό Γραφείο
Κριτήρια διάκρισης του  «χρόνου εργασίας» και της «περιόδου ανάπαυσης» κατά το ΔΕΕ

Ι. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων (όπως καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. ΟλΑΠ 10/2009), η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για "σχέση ετοιμότητας για εργασία", η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία συνιστά η λεγόμενη "γνήσια ετοιμότητα για εργασία", στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας, και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και η εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού,

(β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη "μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης", κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο. Και στην περίπτωση της απλής ετοιμότητας για εργασία υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι δεν εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εκτός βέβαια αντίθετης συμφωνίας, παρά μόνο για τις περιπτώσεις που θα υπάρξει πραγματική εργασία ή λόγω ειδικών περιστάσεων αναγκασθεί ο μισθωτός να έχει σε εγρήγορση τις δυνάμεις του. Δεν εφαρμόζονται, δηλαδή, οι διατάξεις του νόμου ή των Σ.Σ.Ε. που καθορίζουν τα κατώτατα όρια αποδοχών, ούτε οι διατάξεις για προσαυξήσεις για νυκτερινή ή κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες εργασία, ούτε οι διατάξεις περί χρονικών ορίων εργασίας προκειμένου για πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας κ.λ.π. Οφείλεται όμως μισθός ο οποίος, αν δεν συμφωνηθεί, προσδιορίζεται κατά το άρθρο 653 Α.Κ. (ειθισμένος μισθός) ανάλογα με τη διάρκεια της δέσμευσης και ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη, συμπληρωματική αμοιβή, η οποία αν δεν έχει συμφωνηθεί προσδιορίζεται με βάση τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή εκείνον τον οποίο καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την παροχή ομοίων εργασιών ή υπηρεσιών σε άλλους εργαζομένους της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις αυτές συνθήκες (πηγή: ΕΔΕΚΑ Έγγραφο με αρ. πρωτ.: 467/5/21-01-2016 (τεύχος 6, Σεπτέμβριος 2016).

(γ) Μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας" και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού.
Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία.
Πράγματι, η ελληνική νομολογία, κρίνοντας ad hoc κάθε περίπτωση, είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική στην αναγνώριση περιπτώσεων « γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία», ως εξάλλου κρίθηκε και στην ανωτέρω χαρακτηριστική περίπτωση ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

ΙΙ. Πλέον, εν προκειμένω, ως προς τη διαμόρφωση συγκεκριμένων αντικειμενικών (δηλαδή γενικώς εφαρμοζόμενων) κριτηρίων, για τη διάκριση της παρεχόμενης εξαρτημένης εργασίας σε « γνήσια ετοιμότητα προς εργασία» ή σε « μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία», ιδιαίτερα εφόσον η ανάγκη αυτής της διάκρισης εμφανίζεται ακόμη πιο έντονη σε περιπτώσεις « πρόσθετης εργασίας» (ήτοι επιπλέον του συμβατικού ημερήσιου ή εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας), οπότε ο μισθωτός θα δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής, ιδιαίτερη συμβολή και αξία δύνανται και οφείλουν να έχουν τα πλέον πρόσφατα πορίσματα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ειδικότερα:

Το ΔΕΕ τόσο δια της απόφασής του της 21-02-2018, υπόθεση Matak ( C-518/15) όσο και κυρίως δια των πλέον πρόσφατων αποφάσεών του της 9-3-2021 , ήτοι της υπόθεσης D.J. κατά Radiotelevizija Slovenija (C-344/19) και της υπόθεσης RJ κατά Stadt Offenbach am Main (C-580/19), διαμόρφωσε τα κάτωθι κριτήρια, τα οποία εκτίθενται στις κάτωθι σκέψεις των αποφάσεων αυτών:

- Μία περίοδος εργασιακής ετοιμότητας κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος εντός του οποίου ο εργαζόμενος υποχρεούται να επιστρέψει στην εργασία του περιορίζεται σε μερικά λεπτά, πρέπει να θεωρηθεί, κατ’ αρχήν, στο σύνολό της, ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, καθόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην πράξη ο εργαζόμενος αποθαρρύνεται έντονα να οργανώσει οποιαδήποτε δραστηριότητα αναψυχής, ακόμη και μικρής διάρκειας.

- Όσον αφορά το ότι ο εργοδότης θέτει στη διάθεση του εργαζομένου, λόγω της ειδικής φύσεως του τόπου εργασίας, κατάλυμα ευρισκόμενο στον εν λόγω τόπο εργασίας ή πολύ κοντά σε αυτόν, τούτο δεν αποτελεί, αυτό καθεαυτό, αποφασιστικό στοιχείο προκειμένου να χαρακτηριστούν ως «χρόνος εργασίας» κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88 οι περίοδοι εργασιακής ετοιμότητας υπό καθεστώς επιφυλακής, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος αυτός δεν υπόκειται, κατά τη διάρκεια των εν λόγω περιόδων, σε τέτοιους περιορισμούς ώστε να επηρεάζεται αντικειμενικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό η δυνατότητά του να ασχοληθεί με τα ιδιωτικά ενδιαφέροντά του.

-Συνδυαζόμενη με τον χρόνο που διαθέτει ο εργαζόμενος για να αναλάβει την επαγγελματική του δραστηριότητα, η μέση συχνότητα της πραγματικής παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του εργαζομένου αυτού κατά τη διάρκεια καθεμιάς από τις περιόδους εργασιακής ετοιμότητας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τα εθνικά δικαστήρια, εφόσον μπορεί να εκτιμηθεί αντικειμενικά. Πράγματι, ένας εργαζόμενος ο οποίος κατά μέσο όρο καλείται να παράσχει επανειλημμένως τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εργασιακής ετοιμότητας διαθέτει μικρότερο περιθώριο για να διαχειριστεί ελεύθερα τον χρόνο του κατά τα διαστήματα που δεν εργάζεται, λαμβανομένης υπόψη της συχνής διακοπής τους. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα όταν η κανονικά απαιτούμενη εργασία του εργαζομένου, κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασιακής ετοιμότητας, δεν είναι αμελητέας διάρκειας. Επομένως, αν ο εργαζόμενος καλείται, κατά μέσο όρο, επανειλημμένως να παράσχει υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των περιόδων εργασιακής ετοιμότητας και οι υπηρεσίες αυτές, κατά κανόνα, δεν είναι μικρής διάρκειας, το σύνολο των εν λόγω περιόδων αποτελεί, κατ’ αρχήν, «χρόνο εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88.

-Όταν οι υπηρεσίες εργασιακής ετοιμότητας καλύπτουν, χωρίς διακοπή, μεγάλες περιόδους ή όταν οργανώνονται πολύ συχνά, έτσι ώστε να συνεπάγονται, κατ’ εξακολούθηση, ψυχολογική επιβάρυνση, έστω και περιορισμένη, για τον εργαζόμενο, μπορεί να είναι στην πράξη ιδιαίτερα δυσχερές για τον τελευταίο να απεμπλακεί πλήρως από το εργασιακό περιβάλλον του κατά τη διάρκεια επαρκούς αριθμού συνεχόμενων ωρών, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να εξουδετερώσει τα αποτελέσματα της εργασίας για την ασφάλεια και την υγεία του. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα όταν οι υπηρεσίες αυτές εργασιακής ετοιμότητας παρέχονται κατά τη διάρκεια της νύχτας.

- Η κατάφαση ότι η ετοιμότητα προς παροχή εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου αποτελεί « χρόνο εργασίας» αναγκαστικά απορρέει από τη σφαιρική εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της οικείας υποθέσεως, ιδίως από τις συνέπειες που έχει ο χρόνος αντιδράσεως και, ενδεχομένως, από τη μέση συχνότητα επεμβάσεων κατά την εν λόγω περίοδο, ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στον εργαζόμενο αυτόν κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επηρεάζουν αντικειμενικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητά του να διαχειρίζεται ελεύθερα, διαρκούσης της ίδιας περιόδου, τον χρόνο κατά τον οποίο δεν απαιτούνται οι επαγγελματικές υπηρεσίες του και να αφιερώνει τον χρόνο αυτόν στα ενδιαφέροντά του.

-Οι υπηρεσίες εργασιακής ετοιμότητας που πραγματοποιεί ο εργαζόμενος στην κατοικία του πρέπει να λογίζονται και αυτές ως χρόνος εργασίας, εφόσον υποχρεούται ο εργαζόμενος να παραμένει σε τόπο καθοριζόμενο από τον εργοδότη και, αφετέρου, εφόσον περιορίζεται η ευχέρεια του εργαζομένου αυτού να ασχοληθεί με τα προσωπικά και κοινωνικά ενδιαφέροντά του, ως απόρροια της ανάγκης να μεταβαίνει στον τόπο εργασίας του εντός οκτώ λεπτών. Δηλαδή μια περίοδος εργασιακής ετοιμότητας κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος εντός του οποίου ο εργαζόμενος υποχρεούται επιστρέψει στην εργασία του περιορίζεται σε μερικά λεπτά, πρέπει να θεωρηθεί, κατ’ αρχήν, στο σύνολό της, ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, καθόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην πράξη ο εργαζόμενος αποθαρρύνεται έντονα να οργανώσει οποιαδήποτε δραστηριότητα αναψυχής, ακόμη και μικρής διάρκειας

-Μία περίοδος εργασιακής ετοιμότητας υπό καθεστώς επιφυλακής, μολονότι δεν επιβάλλει στον εργαζόμενο να παραμένει στον τόπο εργασίας του, πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται, στο σύνολό της, ως «χρόνος εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88, όταν, λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών και πολύ σημαντικών συνεπειών των περιορισμών που επιβάλλονται στον εργαζόμενο όσον αφορά τις δυνατότητές του να ασχοληθεί με τα προσωπικά και κοινωνικά ενδιαφέροντά του, διακρίνεται από μια περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος πρέπει απλώς να είναι στη διάθεση του εργοδότη του προκειμένου ο τελευταίος να μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του.

- Με βάση την ανάγκη να ερμηνεύεται το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 με γνώμονα το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( το οποίο ορίζει ότι κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης καθώς και σε ετήσια περίοδο αμειβόμενων διακοπών , προκύπτει ότι αποτελεί «χρόνο εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88, το σύνολο των περιόδων εργασιακής ετοιμότητας, περιλαμβανομένων των περιόδων εργασιακής ετοιμότητας υπό καθεστώς επιφυλακής, κατά τη διάρκεια των οποίων οι περιορισμοί που επιβάλλονται στον εργαζόμενο είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επηρεάζουν αντικειμενικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητά του να διαχειρίζεται ελεύθερα κατά τη διάρκεια των εν λόγω περιόδων τον χρόνο κατά τον οποίο δεν απαιτείται να παρέχει τις επαγγελματικές του υπηρεσίες και τη δυνατότητά του να αφιερώνει τον χρόνο αυτό στα ενδιαφέροντά του (α’ κριτήριο). Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να συνεκτιμάται, ειδικότερα, ο χρόνος που διαθέτει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασιακής ετοιμότητας, για να αναλάβει τις επαγγελματικές δραστηριότητές του μόλις τον αναζητήσει ο εργοδότης του (β κριτήριο), σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με τη μέση συχνότητα επεμβάσεων τις οποίες καλείται να διεκπεραιώσει ο εργαζόμενος (γ κριτήριο) αυτός κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Πράγματι, ένας εργαζόμενος ο οποίος κατά μέσο όρο καλείται να παράσχει επανειλημμένως τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εργασιακής ετοιμότητας διαθέτει μικρότερο περιθώριο για να διαχειριστεί ελεύθερα τον χρόνο του κατά τα διαστήματα που δεν εργάζεται, λαμβανομένης υπόψη της συχνής διακοπής τους. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα όταν η κανονικά απαιτούμενη εργασία του εργαζομένου, κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασιακής ετοιμότητας, δεν είναι αμελητέας διάρκειας. Επομένως, αν ο εργαζόμενος καλείται, κατά μέσο όρο, επανειλημμένως να παράσχει υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των περιόδων εργασιακής ετοιμότητας και οι υπηρεσίες αυτές, κατά κανόνα, δεν είναι μικρής διάρκειας, το σύνολο των εν λόγω περιόδων αποτελεί, κατ’ αρχήν, «χρόνο εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88 .

- Αντίθετα, δεν ασκούν επιρροή προκειμένου για την κατάφαση του χρόνου εργασιακής ετοιμότητας ως « χρόνου εργασίας» οι οργανωτικές δυσχέρειες, οι οποίες δεν απορρέουν από τους ανωτέρω περιορισμούς, αλλά, αποτελούν για παράδειγμα συνέπεια των στοιχείων της φύσης ή ελεύθερων επιλογών του εργαζόμενου, όπως π.χ. η σημαντική απόσταση μεταξύ του τόπου της κατοικίας που έχει επιλέξει ελεύθερα ο εργαζόμενος και του τόπου στον οποίο θα είναι σε θέση να μεταβεί εντός ορισμένου χρόνου κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασιακής ετοιμότητας. Ομοίως, οι περιορισμένες δυνατότητες για δραστηριότητες αναψυχής στον τόπο από τον οποίο ο εργαζόμενος δε μπορεί στην πράξη να απομακρυνθεί κατά τη διάρκεια μίας περιόδου εργασιακής ετοιμότητας υπό καθεστώς επιφυλακής δε συνιστούν κρίσιμο στοιχείο, προκειμένου για τον χαρακτηρισμό της περιόδου αυτής ως « χρόνου εργασίας».

ΙΙΙ. Ένα επιπλέον ζήτημα που έθιξαν οι ανωτέρω αποφάσεις, ( δλδ ανεξάρτητα από τη συμβολή τους στον τρόπο αμοιβής της εργασίας αυτής, ως γνήσιας ( « χρόνος εργασίας) ή μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία ( « χρόνος ανάπαυσης), σχετίζεται με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων. Ειδικότερα, επισημάνθηκε ιδιαίτερα έντονα και διακριτά από το εξεταζόμενο εν προκειμένω θέμα, ότι ο χαρακτηρισμός μιας περιόδου εργασιακής ετοιμότητας ως «περιόδου ανάπαυσης», για τους σκοπούς εφαρμογής της οδηγίας 2003/88, τελεί υπό την επιφύλαξη της υποχρεώσεως των εργοδοτών να τηρούν τις ειδικές υποχρεώσεις που υπέχουν, δυνάμει των άρθρων 5 και 6 της οδηγίας 89/391, όσον αφορά την προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων τους. Επομένως, οι εργοδότες δεν μπορούν να προβλέπουν τόσο εκτεταμένες ή τόσο συχνές περιόδους εργασιακής ετοιμότητας ώστε αυτές να συνιστούν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία του εργαζομένου, ανεξαρτήτως του αν οι εν λόγω περίοδοι χαρακτηρίζονται ως «περίοδοι ανάπαυσης», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας 2003/88.

Αναμένεται, πλέον, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εφεξής διαμόρφωση της νομολογίας των ελληνικών Δικαστηρίων, επί τη βάσει των ανωτέρω αντικειμενικών κριτηρίων.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News