Δικηγορικό Γραφείο
Ο Ν.4745/2020 και οι αλλαγές που επιφέρει στα αδικήματα φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας

Δημοσιεύθηκε προ ολίγων ημερών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Νόμος 4745/2020 (ΦΕΚ: 214/06.11.2020), ο οποίος αφορά κυρίως ρυθμίσεις σχετικές με την επίσπευση εκδίκασης των υποθέσεων του Ν.3869/2010, ήτοι τις υποθέσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Εν τούτοις, στον εν λόγω Νόμο περιλαμβάνονται και έτερες σημαντικότατες διατάξεις, οι οποίες μεταβάλλουν αισθητά το ισχύον νομικό καθεστώς για τα αδικήματα φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας. Αναφερόμαστε στη διάταξη του άρθ.32 Ν.4745/2020, η οποία μεταρρυθμίζει σημαντικά, τη ποινική δικονομική διαδικασία αυτών των αδικημάτων.

Είναι χρήσιμο να αναφέρουμε στο σημείο αυτό, ότι η εν λόγω νομοθετική πρωτοβουλία, αποτελεί προσπάθεια εναρμόνισης της Ελληνικής νομοθεσίας με Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με ζητούμενο την εφαρμογή του α) Τεκμήριου της Αθωότητας, β) της Αρχής “ne bis in idem” και γ) την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, σε ζητήματα δυαδικών διαδικασιών, σε υποθέσεις δηλαδή, που άπτονται της δικαστικής κρίσης τόσο των διοικητικών όσο και των ποινικών δικαστηρίων.

Στις περιπτώσεις των αδικημάτων φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, υπάρχει αλληλεξάρτηση της ποινικής και διοικητικής διαδικασίας, καθώς η μια διαδικασία στηρίζεται στα πορίσματα της άλλης. Αυτή η αλληλεξάρτηση, οφείλεται στη φύση του αντικειμένου των εν λόγω αδικημάτων, για την εξειδίκευση του οποίου, απαιτείται μια ιδιαίτερη τεχνική κρίση, για την οποία αρμόδια είναι η εκάστοτε Διοικητική Αρχή, είτε πρόκειται για το εκάστοτε τελωνείο (λαθρεμπορία), είτε πρόκειται για τα όργανα της φορολογικής διοίκησης (φοροδιαφυγή).

Το υλικό αντικείμενο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η κατηγορία της ποινικής δίωξης, προσδιορίζεται από την καταλογιστική πράξη της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, η οποία θα αποκρυσταλλώσει το εάν υπάρχει φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, καθώς και το ύψος αυτής, που θα καθορίσει και τη διαβάθμιση του ποινικού κολασμού, εάν θα ασκηθεί δηλαδή ποινική δίωξη πλημμεληματικής ή κακουργηματικής φύσης.

Παράλληλα, η εν λόγω πράξη της Διοίκησης που εξειδικεύει κατά τα ανωτέρω, το υλικό αντικείμενο της ποινικής δίκης, υπάγεται σε ένδικα μέσα ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, στα οποία δύναται να προσφύγει ο πολίτης, για την ακύρωση της. Μετά την άσκηση προσφυγής κατά της εν λόγω καταλογιστικής πράξης, παράλληλα με την ήδη τυχόν κινηθείσα ποινική διαδικασία για την συγκεκριμένη πράξη, ανοίγει και η διοικητική διαδικασία για την ακύρωση η μη της καταλογιστικής πράξης της Διοίκησης.

Είναι ευκόλως αντιληπτή η προβληματική και η αντίφαση που δημιουργείται, στο ενδεχόμενο κατά το οποίο η ποινική διαδικασία καταλήξει σε καταδικαστική Απόφαση ενώ το Διοικητικό Δικαστήριο, σε μεταγενέστερο χρόνο, ακυρώσει τη πράξη της Διοίκησης πάνω στην οποία στηρίχθηκε η ποινική δίωξη αλλά και η καταδικαστική Απόφαση του Ποινικού δικαστηρίου. Γιατί σε αυτό το ενδεχόμενο, θα έχει υπάρξει ποινική καταδίκη, για ανύπαρκτους φόρους ή δασμούς, στην περίπτωση που εν τέλει το Διοικητικό Δικαστήριο θα έχει ακυρώσει την εκάστοτε καταλογιστική πράξη.

Για την αντιμετώπιση αυτής της προβληματικής, προβλεπόταν υπό το πρίσμα του προϊσχύοντος νομοθετικού πλαισίου, η δυνατότητα αναβολής της ποινικής δίκης, μέχρι εκδόσεως αμετάκλητης αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου, εν τούτοις η πρόβλεψη αυτή ήταν δυνητική και όχι δεσμευτική. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να υπάρχουν στην Δικαστηριακή καθημερινότητα, πλείστες περιπτώσεις στις οποίες το ποινικό δικαστήριο δεν ανέβαλε και αποφάσιζε την πρόοδο της δίκης.

Η συγκεκριμένη προβληματική αποτυπώνεται, όσον αφορά στην περίπτωση των αδικημάτων φοροδιαφυγής, στο παλαιό άρθ.68 παρ.3 Κ.Φ.Δ. το οποίο προέβλεπε ότι: «Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Το ποινικό δικαστήριο δύναται πάντως, σε περίπτωση που κρίνει ότι η έκβαση εκκρεμούς διοικητικής δίκης είναι ουσιώδης για τη δική του κρίση επί της υπόθεσης, να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.»

Αυτή τη παραδοξότητα έρχεται να καλύψει το άρθ.32 του Ν.4547/2020, όχι μόνο με την υποχρεωτική αναβολή της ποινικής διαδικασίας έως την έκδοση καταλογιστικής πράξης, η οποία πρέπει να έχει καταστεί οριστική (καθίσταται οριστική, είτε κατόπιν άπρακτης προθεσμίας προσβολής της, είτε μέχρις εκδόσεως αμετάκλητης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου), αλλά και με άλλες σημαντικές μεταρρυθμίσεις που θα αναλύσουμε κατωτέρω.

Σύμφωνα με τη παρ.1 του άρθ.32 Ν.4745/2020 που μετατρέπει το άρθ.150 του Ν.2960/2001 περί λαθρεμπορίας: «Η έκδοση πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους σε βάρος ορισμένου προσώπου, αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού ποινικού αδικήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την πράξη αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν έχει κινηθεί η διαδικασία που προβλέπεται για τα αυτόφωρα εγκλήματα, σύμφωνα με τα άρθρα 275 επ. και 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται και την αναστολή αυτής διατάσσει το δικαστήριο στο οποίο έχει εισαχθεί για εκδίκαση η υπόθεση».

Ίδιου προσανατολισμού είναι και οι αλλαγές που επιφέρει το άρθ. 32 παρ.4 του Ν.4745/2020 στα φορολογικά αδικήματα και ειδικότερα στο άρθ. 68 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013). Ειδικότερα, η νέα παράγραφος 3 του άρθ.68 Ν.4174/2013, όπως τροποποιήθηκε από το άρθ. 32 παρ.4 Ν.4745/2020, προβλέπει: «α) Αν, με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης.

β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.»

Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, η πρώτη σημαντική διαφορά μεταξύ του νέου και του προϊσχύοντος καθεστώτος εντοπίζεται σαφώς στο γεγονός ότι πλέον αναβάλλεται υποχρεωτικά η ποινική διαδικασία, μέχρι την έκδοση οριστικής καταλογιστικής πράξης της διοίκησης, προκειμένου να αποφευχθούν οι προβληματικές που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

Ειδικώς όσον αφορά τα φορολογικά αδικήματα, έχει καταργηθεί η δυνατότητα που υπήρχε, περί κίνησης και προόδου της ποινικής δίωξης, έως και του σημείου εκδίκασης αυτής, ακόμα και πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής/πράξης. Υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς του άρθ.32 Ν.4745/2020, επιβάλλεται η αναβολή κάθε άλλης ενέργειας της ποινικής διαδικασίας, μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής καταλογιστικής πράξης, που επέρχεται είτε με την άπρακτη παρέλευση του της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, είτε με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

Η δεύτερη σημαντική διαφορά που διαπιστώνεται από τα ανωτέρω, έχει να κάνει με την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής των αδικημάτων λαθρεμπορίας και φοροδιαφυγής, η οποία πλέον άρχεται όταν εκδοθεί η εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής όσον αφορά τα αδικήματα φοροδιαφυγής και όταν εκδοθεί η πράξη επιβολής πολλαπλού τέλους, όσον αφορά τα αδικήματα λαθρεμπορίας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο άρθ.32: «η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας».

Μάλιστα, από την επισκόπηση του πιο πάνω αποσπάσματος, συνάγεται ότι το όριο έναρξης παραγραφής για τα φορολογικά αδικήματα, ταυτίζεται πλέον με τον χρόνο τέλεσης αυτών (η οποία όπως αναφέρει το άρθ.32, αναστέλλεται μετά την έκδοση της καταλογιστικής πράξης), ενώ κατά το παλαιό άρθ.66 Κ.Φ.Δ., η έναρξη της παραγραφής, προς αποφυγή παραγραφής πλήθους αδικημάτων, άρχιζε από την οριστικοποίηση της φορολογικής καταλογιστικής πράξης.

Όσον αφορά την διάρκεια της αναστολής της παραγραφής πάντα, σύμφωνα με το άρθ.32 Ν.4745/2020, «η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης (της οικείας φορολογικής ή τελωνειακής αρχής), λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε».

Μάλιστα το άρθ. 32Ν. 4745/2020 εξειδικεύει σχετικά με τη διάρκεια της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, ότι «δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα», που σημαίνει ότι η εν λόγω αναστολή, δύναται να είναι μεγαλύτερη των 3 ετών για πλημμέλημα και 5 ετών για κακούργημα, παρατείνοντας με τον τρόπο αυτό τεχνηέντως, τον χρόνο παραγραφής των εν λόγω αδικημάτων.

Από το σύνολο των ανωτέρω εκτεθέντων, προκύπτει μια έμπρακτη προσπάθεια συμμόρφωσης της Ελληνικής νομοθεσίας, στις επιταγές και τις Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία αποπειράται να εξορθολογήσει αρκετές αγκυλώσεις του παρελθόντος. Δυστυχώς, κατά τη προσωπική άποψη του γράφοντος, η απόπειρα αυτή είναι αλυσιτελής, αφού στην προσπάθεια επίλυσης μιας προβληματικής, γεννώνται δυο έτερες προβληματικές νομικής φύσης.

Η επιφύλαξη του γράφοντος για την αποτελεσματικότητα αυτών των μεταρρυθμίσεων, εδράζεται στα εξής προβλήματα που φαίνεται να ανακύπτουν:

Αφενός το πρώτο έχει να κάνει με την επ’ αόριστον επέκταση του χρόνου παραγραφής των αδικημάτων της λαθρεμπορίας και της φοροδιαφυγής (δια του απεριόριστου χρόνου αναστολής της παραγραφής), ενώ το δεύτερο έχει να κάνει με το γεγονός ότι σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθ.96 του ίδιου Νόμου, οι προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις, τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στα αδικήματα που τελέστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν.4745/2020, ήτοι την 6η Νοεμβρίου 2020.

Αυτή η ανορθογραφία, έχει σαν αποτέλεσμα να ισχύουν διαφορετικές διατάξεις νόμου για την ίδια πράξη, έχει σαν αποτέλεσμα δηλαδή, τα ελληνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν διαφορετικές διατάξεις για την ίδια πράξη, κάτι που είναι πιο προβληματικό και από τη προβληματική που επιχειρεί να επιλύσει η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση.

Παραμένουμε σε αναμονή νεότερων νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα διορθώνουν τις αβλεψίες του εν λόγω νομοθετήματος και θα ξεκαθαρίζουν περαιτέρω τη δικονομική διαδικασία των συγκεκριμένων αδικημάτων.


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και υπεράσπιση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News