Δικηγορικό Γραφείο

Επεκτάθηκαν οι ειδικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του Ν.612/1977, δηλαδή η δυνατότητα συνταξιοδότησης με την συμπλήρωση 15 ετών ή 4.050 ημερών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, i) στους πάσχοντες από αιμορροφιλία τύπου Α ή Β, ii) στους μεταμοσχευόμενους από συμπαγή όργανα (καρδιά – πνεύμονες – ήπαρ και πάγκρεας), που βρίσκονται σε συνεχή ανοσοκαταστολή, iii) σε όσους έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών και βρίσκονται σε συνεχή ανοσοκαταστολή, iv) σε όσους πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας, που επιφέρει παραπληγία – τετραπληγία και v) στους ακρωτηριασμένους κατά τα δύο άνω ή κάτω άκρα ή κατά το ένα άνω και ένα κάτω άκρο, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Οι περιπτώσεις i και ii προστέθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004, ενώ οι περιπτώσεις iii έως v προστέθηκαν με την παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 3518/2006.

Ο υπολογισμός της σύνταξης στις περιπτώσεις αυτές είναι προνομιακός, αφού το ποσό της σύνταξης καθορίζεται ίσο με αυτό που αναλογεί σε 35 χρόνια ασφάλισης ή 10.500 ημέρες ασφάλισης. Επισημαίνεται ότι ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του παραπάνω ποσού σύνταξης, λαμβάνονται οι αποδοχές του χρόνου διακοπής της ασφάλισης ή και πριν από την διακοπή, όπως καθορίζονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει τον κάθε οργανισμό και όχι οι αποδοχές που θα λάμβανε ο ασφαλισμένος, αν παρέμενε στην ασφάλιση 35 χρόνια ή 10.500 ημέρες. Σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος επιλέγει τον προνομιακό τρόπο υπολογισμού της σύνταξης, το ποσό αυτής δεν προσαυξάνεται με το επίδομα απόλυτης αναπηρίας. Προσαυξάνεται, όμως, με το επίδομα οικογενειακών βαρών, εφόσον συντρέχουν, αφενός οι σχετικές προϋποθέσεις (π.χ. ύπαρξη ανηλίκων τέκνων ή τέκνων που σπουδάζουν σε ανώτερες σχολές κ.λ.π.) και αφετέρου προβλέπεται από τη νομοθεσία του οργανισμού η καταβολή των σχετικών επιδομάτων.

Βέβαια, ο ασφαλισμένος με δήλωσή του κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης για συνταξιοδότηση μπορεί, αντί του παραπάνω προνομιακού υπολογισμού, να επιλέξει τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξής του, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τον κάθε φορέα, δηλαδή με βάση τον συνολικό χρόνο ασφάλισής του και την προσαύξηση του επιδόματος απόλυτης αναπηρίας (εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις) καθώς και των οικογενειακών βαρών. Σημειώνεται επίσης ότι, επειδή οι σχετικές διατάξεις δεν προβαίνουν σε καμία σχετική διάκριση, στον απαιτούμενο για τη συνταξιοδότηση χρόνο ασφάλισης (15 έτη ή 4.050 ημέρες ασφάλισης) υπολογίζεται όχι μόνο ο χρόνος που πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο ασφαλισμένος κατά την υποβολή της αίτησης, αλλά και χρόνος που σύμφωνα με τις αρχές της διαδοχικής ασφάλισης συνυπολογίζεται, καθώς και οποιοσδήποτε άλλος χρόνος που, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης. Αξίζει, τέλος, να διευκρινισθεί ότι οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν όλους τους ασφαλισμένους ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση (πριν ή μετά την 1-1-1993). Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι με τις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 612/1977 μπορούσαν αρχικά να συνταξιοδοτηθούν οι τυφλοί, οι πάσχοντες από παραπληγία – τετραπληγία, οι πάσχοντες από βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία, καθώς και οι πάσχοντες από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου ή οι έχοντες υποστεί μεταμόσχευση νεφρού.

Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 61 ν. 3518/2006 αυξήθηκε το όριο ηλικίας, πριν τη συμπλήρωση του οποίου είναι αναγκαία η εκδήλωση της ανικανότητας για κάθε εργασία, προκειμένου να κριθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή το δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης των άγαμων και ανικάνων παιδιών, αδελφών, εγγονών, προγονών που πάσχουν από νευροψυχιατρικές παθήσεις. Με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α) προβλέπεται ότι το δικαίωμα σύνταξης των άγαμων παιδιών, αδελφών, εγγονών, προγονών θανόντων ασφαλισμένων και συνταξιούχων καθώς και το δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης των άμεσα δικαιούχων γι’ αυτά, παύει με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους ή σε περίπτωση φοίτησής τους σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, με τη συμπλήρωση του 24ου έτους, εφόσον δεν ασκούν επάγγελμα ή δεν λαμβάνουν σύνταξη από δική τους εργασία. Τα παραπάνω ηλικιακά όρια δεν ισχύουν όταν τα προαναφερόμενα πρόσωπα είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, και η ανικανότητά τους, ανεξάρτητα από τη φύση της νόσου, έχει επέλθει πριν από τη συμπλήρωση των ως άνω ορίων ηλικίας.

Με τη ρύθμιση που εισήχθη με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 61 του N.3518/2006, το ηλικιακό όριο, πριν τη συμπλήρωση του οποίου είναι αναγκαία η εκδήλωση της ανικανότητας για κάθε εργασία, ειδικά για τα άτομα που πάσχουν από νευροψυχιατρικές παθήσεις, καθορίζεται στο 25ο, ανεξάρτητα αν σπουδάζουν ή όχι. Η εν λόγω διαφορετική αντιμετώπιση των προσώπων που πάσχουν από ψυχικές παθήσεις, οφείλεται στην ιδιαιτερότητα των νοσημάτων αυτών, δεδομένου ότι η διάγνωσή τους συνήθως δεν είναι ευχερής – όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των σωματικών παθήσεων – η πρόδρομη φάση τους, πριν την εκδήλωση της πλήρους κλινικής συμπτωματολογίας, είναι αρκετά μεγάλη και η τελική διαπίστωσή τους, στις περισσότερες των περιπτώσεων, γίνεται μετά την ενηλικίωση.

----------------------------------------

Για περισσότερες πληροφορίες καθώς και για τη νομική καθοδήγηση και εκπροσώπησή σας επί των ανωτέρω ζητημάτων, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News