Δικηγορικό Γραφείο
Κατοχύρωση και προστασία εμπορικού σήματος

Το εμπορικό σήμα αποτελεί προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και περιουσιακό στοιχείο του δικαιούχου. Η κατοχύρωσή του παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του με κάθε τρόπο, στα προϊόντα, στις υπηρεσίες, στις συσκευασίες και σε κάθε έντυπο υλικό. Έτσι, αυτό το άυλο αγαθό ανάγεται σε ένα εξαιρετικά πολύτιμο στοιχείο της επιχείρησης, καθώς συμβάλλει στην αναγνώριση και διάκριση μεταξύ των πολυάριθμων προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται από διάφορες επιχειρήσεις. Τα τελευταία χρόνια, με τη παγκοσμιοποίηση της αγοράς και την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών οδηγηθήκαμε σε μια ενίσχυση του ρόλου του σήματος και ανάγκη προστασίας αυτού, καθώς το ίδιο λειτουργεί ως πρωτεύων «φάρος αγοράς» για κάθε επιχείρηση, ανεξαρτήτου μεγέθους και φήμης.

Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία αυτού του πολύ σημαντικού «εργαλείου» για το εμπόριο, θα επιχειρήσουμε δια του παρόντος να αποτυπώσουμε με σαφή και κατανοητό τρόπο: τι είναι το εμπορικό σήμα, ποια η διαδικασία και τα οφέλη κατοχύρωσής του και ποια η έννομη προστασία του σε αστικό, διοικητικό και ποινικό επίπεδο, σε περίπτωση που παραποιηθεί ή απομιμηθεί.

I. Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ

Ο πλέον πρόσφατος Ν. 4679/2020 ρυθμίζει τα νομικά ζητήματα περί εμπορικών σημάτων και πλαισιώνει τη διαδικασία κατοχύρωσης αυτών. Κατά το νόμο λοιπόν, σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Μπορεί να αποτελείται από οποιαδήποτε σημεία, όπως ενδεικτικά λέξεις, σχέδια, γράμματα, αριθμούς, χρώματα, το σχήμα ή τη συσκευασία προϊόντος και ήχους (άρθρο 2 Ν. 4679/2020). Από τον ανωτέρω ορισμό συνάγεται ότι ένα σήμα μπορεί να λάβει πολλές μορφές (τρισδιάστατο, ηχητικό, σήμα κίνησης, οπτικοακουστικό κτλ). Συνηθέστερα εμφανίζεται στη πράξη ένα σήμα να είναι λεκτικό ή απεικονιστικό ή συνδυασμός αυτών των δύο.

Περαιτέρω ο νόμος στο άρθρο 4 αναφέρει περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους (απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου), για τους οποίους δεν μπορεί να γίνει δεκτό ένα σήμα. Ενδεικτικά, δεν μπορεί να αποτελέσει σήμα κάποιο που δεν είναι δεκτικό γραφικής παράστασης, που δεν έχει διακριτική δύναμη, που αντίκειται στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, που μπορεί να παραπλανήσει το κοινό κτλ. Από τους λόγους απαραδέκτου και από τον ορισμό του σήματος συνάγεται ότι πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό αυτού είναι η διακριτική του δύναμη. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει, ότι απαραίτητα για να γίνει δεκτό ένα σήμα πρέπει να διαθέτει και απαράμιλλη πρωτοτυπία. Πρέπει, όμως, να είναι ικανό, να διακρίνει μέσα από το λεκτικό ή απεικονιστικό του χαρακτήρα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μια επιχειρήσεις από τα αντίστοιχα μιας άλλης.

Η ισχυρή εμπορική αξία του σήματος συνδέεται στενά με τις τρεις λειτουργίες που επιτελεί στη αγορά. Η πρωταρχική του λειτουργία είναι η λειτουργία προέλευσης, η ικανότητα δηλαδή του σήματος να διακρίνει τα διαφορετικά προϊόντα - υπηρεσίες μιας επιχείρησης και να συντελεί στην αναγνώριση αυτών από το καταναλωτικό κοινό. Μια άλλη σημαντική του λειτουργία είναι η διαφημιστική, καθώς διεγείρει την προσοχή του καταναλωτή στο προϊόν και έτσι συμβάλλει ούτως ώστε μια επιχείρηση να διακριθεί και να κατακτήσει μεγάλο μέρος της αγοράς, αποκτώντας νέους πελάτες και συγκρατώντας του παλαιούς. Κάποιες φορές μάλιστα ένα σήμα αποκτά τέτοια φήμη που λειτουργεί ως κατεξοχήν μέσο προσέλευσης των προτιμήσεων του κοινού (σήματα φήμης). (βλ. σήματα Apple, Google, Coca-Cola, Microsoft, Mercedes κτλ.) Το σήμα λοιπόν δεν πληροφορεί απλά τον καταναλωτή για το προϊόν αλλά έχει τη δύναμη να προωθεί τις πωλήσεις αυτοδύναμα, βοηθώντας τον επιχειρηματία να ανταγωνιστεί ομοειδείς επιχειρήσεις. Η τρίτη λειτουργία του σήματος είναι η εγγυητική, καθώς εγγυάται ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα - υπηρεσίες διακρίνονται από άλλα που έχουν διάφορη προέλευση και έτσι αποτρέπει τον κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού.

II. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗΣ

Όπως προειπώθηκε, μόνο με την τελεσίδικη κατοχύρωση του σήματος παρέχεται στον δικαιούχο το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης αυτού και συνακόλουθα το δικαίωμα να απαγορεύει σε τρίτους την οποιαδήποτε προσβολή του σήματος. Το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης αποτελεί το σπουδαιότερο όφελος των ενδιαφερόμενων και σημαίνει με απλά λόγια, ότι οι δικαιούχοι καταχωρημένου σήματος μπορούν να το επιθέτουν στα προϊόντα ή στα εμπορεύματα τους, να χαρακτηρίζουν με αυτό τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, να το επιθέτουν στα περικαλύμματα ή στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις διαφημίσεις, σε άλλο έντυπο υλικό ή ηλεκτρονικό ή οπτικοακουστικό μέσο, να το χρησιμοποιούν ως όνομα περιοχής (domain name) κτλ. Μπορούν επίσης να παραχωρούν τη χρήση του σήματος σε τρίτους, υπογράφοντας με αυτούς αποκλειστικές ή όχι παραχωρήσεις αδειών χρήσης.

Ποια όμως είναι η διαδικασία κατοχύρωσης σήματος;

Καταρχάς, υπάρχουν τρία συστήματα κατοχύρωσης: το εθνικό, το κοινοτικό και το διεθνές. Το εθνικό σύστημα εξυπηρετεί επιχειρήσεις που διακινούν τα προϊόντα τους μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας και παρέχει ένα minimum ασφάλειας στο δικαιούχο. Το κοινοτικό σύστημα εξυπηρετεί επιχειρήσεις που διακινούν τα προϊόντα τους στην ΕΕ, δεν προϋποθέτει εθνική κατάθεση σήματος και διασφαλίζει την κατοχύρωση σήματος σε ολόκληρη την ΕΕ με την κατάθεση μιας μόνο αίτησης. Το διεθνές σύστημα δίνει την επιλογή κατοχύρωσης σήματος από 1 έως 78 χώρες και εξυπηρετεί επιχειρήσεις που διακινούν προϊόντα σε διεθνές επίπεδο.

Η εθνική διαδικασία κατοχύρωσης σήματος άρχεται με την ηλεκτρονική ή έγχαρτη κατάθεση του εθνικού σήματος στη Διεύθυνση Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων (άρθρο 20) και διέρχεται από συγκεκριμένα στάδια. Προτού κατατεθεί η δήλωση θα πρέπει να έχουν αποπληρωθεί τα καταβαλλόμενα υπέρ του Δημοσίου τέλη, όπως ορίζονται στο άρθρο 87 (παράβολο) και το γραμμάτιο προείσπραξης, σε περίπτωση που η κατάθεση γίνεται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πολύ σημαντικός στο πρώιμο αυτό σημείο (πριν ακόμα την κατάθεση) είναι ο έλεγχος διαθεσιμότητας του σήματος που δέον όπως διεξαχθεί προσηκόντων και λεπτομερώς από εξειδικευμένο νομικό, πριν την κατάθεση του σήματος, ώστε να αποφευχθεί η πολυδάπανη και χρονοβόρα διαδικασία των ανακοπών από άλλους δικαιούχους προγενέστερων πανομοιότυπων σημάτων. Επίσης, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση σήματος πρέπει υποχρεωτικώς να ταξινομούνται βάση του διεθνούς συστήματος ταξινόμησης της Νίκαιας σε κλάσεις, οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για τον τύπο των προϊόντων και υπηρεσιών. (π.χ. η κλάση 25 περιλαμβάνει «ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας» και η κλάση 15 «μουσικά όργανα»). Οι κλάσεις 1 έως 34 περιλαμβάνουν προϊόντα και 35 με 45 υπηρεσίες.

Η δήλωση κατάθεσης λαμβάνει σε πρώτη φάση αριθμό, ημερομηνία και ώρα (στάδιο παραλαβής της αίτησης από Διεύθυνση Σημάτων) και ελέγχεται για την πληρότητα του περιεχομένου της και τη συνδρομή των απόλυτων λόγων απαραδέκτου. Παράλληλα, γίνεται και έρευνα για προγενέστερα τυχόν σήματα από Ερευνητή (περίοδος εξέτασης). Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων (δημοσίευση αίτησης) ώστε να ενημερωθούν οι τρίτοι που θα ήθελαν να ασκήσουν ανακοπές (περίοδος ανακοπής). Αν δεν ασκηθούν ανακοπές ή αυτές απορριφθούν με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, για την οποία παρήλθε άπρακτη η προθεσμία προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο ή απορριφθούν με απόφαση των Διοικητικών Δικαστηρίων (λήξη περιόδου ανακοπής) τότε το σήμα καταχωρείται στο μητρώο σημάτων και η κατοχύρωση θεωρείται τελεσίδικη. (κατοχύρωση και δημοσίευση του σήματος).

Από το σημείο αυτό οι ενδιαφερόμενοι αποκτούν το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί του σήματος. Η προστασία ωστόσο των σημάτων ξεκινάει από την ημερομηνία χρονολογικής τους κατάθεσης. Αυτό συμβαίνει γιατί για τα σήματα ισχύει η χρονολογική προτεραιότητα. Με απλά λόγια δηλαδή σε περίπτωση σύγκρουσης με δικαιώματα επί άλλων σημάτων και πιθανούς ανταγωνιστές, προτεραιότητα κατά την αξιολόγηση θα λάβει η προγενέστερη αίτηση καταχώρισης βάσει της ημερομηνίας κατάθεσης.

Η καταχώριση του σήματος διαρκεί για μία δεκαετία αλλά μπορεί να ανανεωθεί για απεριόριστες δεκαετίες με την καταβολή του τέλους ανανέωσης μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της προστασίας.

Σημειώνεται ότι πολλές φορές και λανθασμένα κάποιοι θεωρούν ότι το σήμα μιας επιχείρησης είναι ταυτόσημο με την επωνυμία ή τον διακριτικό τίτλο αυτής. Μπορεί φυσικά το σήμα μιας επιχείρησης να είναι παράλληλα ίδιο με την επωνυμία ή το διακριτικό της τίτλο, μπορεί όμως να αρκετές φορές να διαφέρει. Λανθασμένα επίσης πιστεύουν πολλοί επιχειρηματίες ότι κατοχυρώνοντας την επωνυμία τους στο οικείο Επιμελητήριο έχουν κατοχυρώσει και το σήμα τους. Η κατοχύρωση ωστόσο σήματος και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης που παρέχεται μέσω αυτής μπορεί να γίνει μόνο μέσω της ανωτέρω διαδικασίας και αρμόδια υπηρεσία γι’ αυτήν είναι μόνο η Διεύθυνση Σημάτων.

III. ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ - ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ ΣΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΕ ΑΣΤΙΚΟ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Παραποίηση σήματος συνιστά η πιστή αντιγραφή ή αναπαράσταση αυτού κατά τα κύρια σημεία του ή στο σύνολο του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς ξένο σήμα. Η παραποίηση και η απομίμηση διερευνώνται από την οπτική και ηχητική εντύπωση των δύο σημάτων καθώς και από τη συνολική εντύπωση αυτών, ασχέτως από επιμέρους ιδιότητες και διαφορές. Μπορεί δε να προκαλέσουν σύγχυση στους ενημερωμένους και ευλόγως προσεκτικούς μέσους καταναλωτές σχετικά με την προέλευση των προϊόντων και των υπηρεσιών. Τόσο η παραποίηση όσο και η απομίμηση ενός σήματος συνιστούν προσβολή αυτού και πιο συγκεκριμένα του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης του δικαιούχου, εφόσον προκαλούν κίνδυνο σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό. Το τελευταίο λοιπόν στοιχείο (της σύγχυσης) αποκτά καθοριστική σημασία για την ενεργοποίηση των διατάξεων προστασίας του σήματος σε περίπτωση προσβολής του.

Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την κατάφαση του κινδύνου σύγχυσης είναι τα εξής: α) η ομοιότητα των σημείων του σήματος, από οπτικής, ακουστικής και εννοιολογικής σκοπιάς, κατόπιν όμως συνολικής εκτίμησης όλων των σχετικών παραγόντων της οικείας υπόθεσης, με καθοριστική σημασία να προσλαμβάνει η γενική εντύπωση που προκαλείται στον τρίτο μέσο καταναλωτή, β) η ομοιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών του σήματος. Για τη σχετική αξιολόγηση ιδιαίτερη βαρύτητα προσλαμβάνει η φύση και ο προορισμός των εμπορευμάτων - υπηρεσιών. Υπό το πρίσμα αυτό και με βάση νομολογιακές παραδοχές, παρόμοια θεωρούνται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες όταν προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς, απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών και διανέμονται στα ίδια κανάλια διανομής. Παρόλα αυτά, η ένταξη στην ίδια ή σε διαφορετική κλάση δεν έχει αποφασιστική σημασία για τη κατάφαση ή απόρριψη της ομοιότητας των συγκρινόμενων προϊόντων - υπηρεσιών, γ) Η διακριτική δύναμη του σήματος που προσβάλλεται σε σχέση με τα προϊόντα - υπηρεσίες που διακρίνει και την αντίληψη των καταναλωτών των συγκεκριμένων προϊόντων.

Σε περίπτωση προσβολής ενός σήματος η ελληνική νομοθεσία παρέχει μια τριπλή προστασία στους δικαιούχους των σημάτων, σε διοικητικό, αστικό και ποινικό επίπεδο, η οποία σε γενικές γραμμές κρίνεται επαρκής.

Η διοικητική προστασία του σήματος σχετίζεται με τη διαδικασία καταχώρισης αυτού στη Διεύθυνση Σημάτων και ασκείται μέσω των ενδίκων μέσων της μη έγκρισης ενός σήματος ή διαγραφής ταυτόσημου ή παρόμοιου σήματος ή της άσκησης από τρίτους ανακοπής ή της προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια. Η Διεύθυνση Σημάτων βέβαια εξετάζει σε πρώτη φάση αυτεπαγγέλτως τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου και δεν εγκρίνει ως σήμα ένα σημείο εφόσον προσκρούει σε προγενέστερο κατατεθειμένο ή καταχωρημένο σήμα. Ο έλεγχος εκτείνεται τόσο σε προγενέστερα κοινοτικά σήματα, αφού αυτά έχουν ισχύ ως κοινοτικά και στην ελληνική επικράτεια, όσο και σε εθνικά. Οι λόγοι απόρριψης ή διαγραφής ενός σήματος μπορούν να προβληθούν δια μέσου άσκησης ανακοπής και από τους δικαιούχους τους. Οι απορριπτικές αποφάσεις της Διεύθυνσης Σημάτων επί ανακοπών προσβάλλονται από τους θιγόμενους στο Διοικητικό Πρωτοδικείο.

Η αστικής φύσεως προστασία που παρέχεται είναι δύο ειδών: η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η διαδικασία της τακτικής αγωγής. Όσον αφορά τα ασφαλιστικά μέτρα, το αίτημα επί αυτών μπορεί να είναι μόνο η άρση της προσβολής και η παράλειψη της για το μέλλον. Και αυτό γιατί τα ασφαλιστικά μέτρα δεν συνίστανται στη πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος, αλλά στη παροχή μιας προσωρινής προστασίας. Προϋπόθεση δε για τη λήψη τους, είναι η ύπαρξη επικείμενου κινδύνου και επείγουσας κατάστασης. Στην απόφασή του το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο για να αποτραπεί ο κίνδυνος, όπως συντηρητική κατάσχεση των εμπορευμάτων με τα παραποιημένα σήματα, απαγόρευση παραπέρα κυκλοφορίας τους, αφαίρεση και καταστροφή των παραποιημένων κτλ., με ανοιχτό το ενδεχόμενο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εναγομένου, επιβολής και χρηματικής ποινής εις βάρος του τελευταίου και προσωπικής κράτησης. Όσον αφορά την άσκηση τακτικής αγωγής, η αξίωση του δικαιούχου, του οποίου το σήμα έχει προσβληθεί, εδράζεται κυρίως στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του αστικού κώδικα και συμπληρωματικά στις διατάξεις του Ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδίως όταν η προσβολή εκτελείται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη. Με τη τακτική αγωγή ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει, εκτός από την άρση προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, πλήρη αποζημίωση για κάθε θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος αλλά και αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Βασικό πλεονέκτημα του σηματούχου στη διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων είναι η προσκόμιση του πιστοποιητικού καταχώρισης του σήματος του στο Υπουργείο Ανάπτυξης καθώς αυτό αποτελεί πλήρη απόδειξη για τη χρησιμοποίηση ή παραποίηση του σήματος του από τρίτο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια σημαντική διάκριση. Το σήμα προστατεύεται δικαστικά μόνο όταν τελεσιδικήσει η καταχώριση του στη Διεύθυνση Σημάτων. Αντίθετα, εάν «το σήμα» χρησιμοποιείται στις συναλλαγές, επιτελώντας ονοματική λειτουργία και έχοντας καθιερωθεί στο ευρύ κοινό, πλην όμως δεν έχει καταχωρηθεί τελεσίδικα ή τελεί στο μεσοδιάστημα από την κατάθεση της δήλωσης στη Διεύθυνση Σημάτων μέχρι την αμετάκλητη παραδοχή του, τότε προστατεύεται ως διακριτικό γνώρισμα, ή άλλως ως διασχηματισμός, βάσει των διατάξεων του αθέμιτου ανταγωνισμού (Ν. 146/1914) και των διατάξεων του αστικού κώδικα περί προσβολής δικαιώματος προσδοκίας. Σε περίπτωση δε σύγκρουσης ενός σήματος και ενός διακριτικού γνωρίσματος ισχύει και εδώ η αρχή της χρονικής προτεραιότητας, πλην όμως διαφέρει ο χρόνος έναρξης της προστασίας. Το μεν σήμα προστατεύεται κατά προτεραιότητα από την τυπική πράξη της κατάθεσης του, δηλαδή η αμετάκλητη παραδοχή του σήματος και η καταχώρισή του ενεργεί αναδρομικά από τη δήλωσή του. Ο δε διασχηματισμός έχει προτεραιότητα από το ουσιαστικό γεγονός της καθιέρωσής του στις συναλλαγές. Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία προηγήθηκε η χρησιμοποίηση στις συναλλαγές διακριτικού γνωρίσματος, που έχει τα στοιχεία της ονοματικής λειτουργίας και της διακριτικής δύναμης, και στη συνέχεια ακολούθησε κατάθεση και αμετάκλητη παραδοχή σήματος, τότε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα αρχή, υπερισχύει το διακριτικό γνώρισμα, οπότε ο δικαιούχος του τελευταίου, επικαλούμενος κατ’ ένσταση την προτεραιότητα του, δικαιούται να αποκρούει την επί παραλείψει αγωγή του δικαιούχου του σήματος, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος (ΑΠ 371/2012).

Τέλος, ποινική προστασία προβλέπεται στο άρθρο 45 του Ν. 4679/2020 περί σημάτων, στο οποίο στοιχειοθετείται το έγκλημα της προσβολής εμπορικού σήματος ως πλημμέλημα και προβλέπεται ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, εφόσον τελέσθηκε με δόλο και ο δικαιούχος του σήματος υποβάλλει έγκλιση. Πιθανόν σε κάποιες περιπτώσεις απομίμησης να συρρέει και το αδίκημα της απάτης, όπως επίσης και το έγκλημα της πλαστογραφίας (π.χ. πλαστογραφημένες ετικέτες που επικολλούνται στο προϊόν για να προσδιορίσουν τη γνησιότητά του).


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και υπεράσπιση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News