Δικηγορικό Γραφείο
H αναδρομική εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου κατά το νέο ποινικό κώδικα

Εκ της αποφάσεως επί της ανωτέρω αναφερομένης πολύκροτης ποινικής υποθέσεως, δημιουργήθηκε στη θεωρία ζήτημα, ήσσονος σημασίας είναι η αλήθεια σε σχέση με το τραγικό αντικείμενο της εν λόγω δίκης, σχετικά με την ορθή ή μη, αναδρομική εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου από το δικάσαν Δικαστήριο. Στην ουσία υποστηρίχτηκε η άποψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου να εφαρμόσει την επιεικέστερη διάταξη τόσο όσον αφορά την υπαγωγή της πράξης του αρθ.336ΠΚ, όσο και την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, συνιστά διάπλαση νέου νόμου (βλ. σχετικά εδώ).

Εκ πρώτης ανάγνωσης, η άποψη αυτή δεν φαίνεται να είναι λανθασμένη. Εν τούτοις εάν παραδεχόμασταν κάτι τέτοιο, θα λησμονούσαμε το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν αποφάσισε για ένα ζήτημα συνολικώς, αλλά για δυο διαφορετικά ζητήματα (υπαγωγή της πράξης του βιασμού και επιμέτρηση της ποινής), επί των οποίων εφάρμοσε την επιεικέστερη ποινική διάταξη για έκαστο εξ αυτών.

Αλλά ας δούμε τι προβλέπουν οι δυο αντιτασσόμενες ποινικές διατάξεις.

  1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 336 παρ.3 του νέου ΠΚ, «Αν η πράξη της παραγράφου 1 (βιασμός) έγινε από δυο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού ή είχε ως συνέπεια τον θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.»
  2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ.336 παρ.2 του παλαιού ΠΚ, «Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου (βιασμός), έγινε από δυο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».

Από την σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι η διάταξη του παλαιού άρθ.336ΠΚ είναι ευμενέστερη ως προς το ύψος της απειλουμένης ποινής, καθώς προβλέπει κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθ.336 του νέου ΠΚ που προβλέπει ακόμα και ισόβια κάθειρξη.

Το ζήτημα λοιπόν το οποίο ανέκυψε, έχει να κάνει με τη διάρκεια της ποινής πρόσκαιρης καθείρξεως, η οποία άλλαξε με το νέο ΠΚ. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθ. 52 του παλαιού ΠΚ προβλεπόταν ότι η πρόσκαιρη κάθειρξη έχει διάρκεια από 5 έως 20 έτη, ενώ σύμφωνα με το άρθ.52 του νέου ΠΚ, η πρόσκαιρη κάθειρξη έχει διάρκεια από 5 έως 15 έτη.

Άρα, η πράξη του ομαδικού βιασμού υπό το πρίσμα του παλαιού ΠΚ προέβλεπε πρόσκαιρη κάθειρξη από 10-20 έτη ενώ υπό το πρίσμα του νέου άρθ.336 ΠΚ προέβλεπε κάθειρξη από 10-15 έτη ή ισόβια κάθειρξη.

Υποστηρίχθηκε λοιπόν η άποψη, ότι η εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου για την πράξη του ομαδικού βιασμού, που προβλέπεται από τον παλαιό ΠΚ και η συνεπακόλουθη επιβολή ποινής σύμφωνα με το νέο ΠΚ (κάθειρξη έως 15 έτη αντί για 20 έτη που προέβλεπε ο παλαιός ΠΚ), τυγχάνει εσφαλμένη νομικά διότι δεν επιλέχθηκε ένας νόμος στο σύνολο του, αλλά αντιθέτως επιλέχθηκαν διατάξεις τόσο από τον παλαιό όσο και το νέο ΠΚ, από διαφορετικούς νόμους δηλαδή, οδηγώντας με τον τρόπο αυτό, σε διάπλαση νέου νόμου που ουδέποτε είχε νομοθετηθεί, κατασκευάζοντας ένα πλαίσιο ποινής από δέκα έως δεκαπέντε έτη για την πράξη του ομαδικού βιασμού, που δεν προβλεπόταν ούτε από τον παλαιό ΠΚ ούτε από το νέο ΠΚ.

Υποστηρίχθηκε δηλαδή η άποψη ότι από τη στιγμή που επιλέχθηκε για την υπαγωγή της πράξης του ομαδικού βιασμού η διάταξη του άρθ.336ΠΚ του παλαιού ΠΚ, ως ευμενέστερη, τότε κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν θα έπρεπε να επιβληθεί ποινή σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου ΠΚ. Αντιθέτως θα έπρεπε να επιλεγεί και να εφαρμοσθεί συνολικώς, ένα ενιαίο κωδικοποιημένο σύστημα διατάξεων, υπό το πρίσμα του οποίου να λυθούν όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα της δίκης.

Η άποψη αυτή, απηχεί την παλαιότερη άποψη που υιοθετούσε και η νομολογία στη Χώρα μας, σύμφωνα με την οποία το άρθ.2ΠΚ αναφερόταν σε νόμο και όχι διάταξη, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι εννοεί το νόμο ως όλον. Στην άποψη αυτή της νομολογίας, βρισκόταν αντιτιθέμενη η ευρεία άποψη της θεωρίας, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο μπορούσε να επιλέξει διαφορετικές διατάξεις από διαφορετικούς νόμους, η οποία όμως δεν ετύγχανε αποδοχής ενώπιον των Δικαστηρίων.

Το ζήτημα αυτό, το έλυσε με τον πιο εμφατικό τρόπο ο νέος Ποινικός Κώδικας που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2019 και ο οποίος τροποποίησε το άρθ.2ΠΚ ως εξής:

i)«Αν από τη τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου».

Η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το άρθ.2 του παλαιού ΠΚ, είναι ότι πλέον στο νέο άρθ.2ΠΚ, γίνεται αναφορά σε «διατάξεις νόμων» και όχι σε «νόμους» που ανέφερε ο παλαιός ΠΚ. Η μετατροπή αυτή είναι φυσικά ηθελημένη και αποτυπώνεται και στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ όπου αναφέρεται σχετικώς: «Τροποποιείται ουσιωδώς η διάταξη του άρθρου 2 Π.Κ., όπου περιγράφεται η αρχή της αναδροµικής ισχύος του επιεικέστερου νόµου, έτσι ώστε να είναι σαφές ότι εφαρµόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόµος ως ενιαίο «όλον».

Από την ανωτέρω διατύπωση προκύπτει ότι πλέον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να εφαρμόσει επιλεκτικά εκείνες τις διατάξεις νόμου, που οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου in concreto, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα κι αν αυτές ανήκουν σε περισσότερους διαφορετικούς νόμους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να επιλέξει από ένα σύνολο κωδικοποιημένων διατάξεων (en block).

Η εν λόγω τροποποίηση είναι και λογική και σύμφωνη με την αναδρομική εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου ανά περίπτωση και θεωρούμε ότι κλείνει την συζήτηση σχετικά με το αν δύνανται να επιλεγούν ευμενέστερες διατάξεις από διαφορετικούς νόμους.

Και φρονούμε ότι το δικάσαν Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε για την υπαγωγή της πράξης του ομαδικού βιασμού, το άρθ.336 του παλαιού ΠΚ και εν συνεχεία επίσης ορθώς, στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, εφάρμοσε την διάταξη του άρθ.52 του νέου ΠΚ καθώς προβλέπει χαμηλότερο πλαίσιο ανώτερης διάρκειας.

ii) Επιπλέον, δέον όπως ειπωθεί ότι στην εν λόγω περίπτωση το Δικαστήριο εφάρμοσε δυο διαφορετικές διατάξεις σε δυο διαφορετικά ζητήματα. Το μεν πρώτο ήταν η υπαγωγή της πράξης του ομαδικού βιασμού και το μεν δεύτερο ήταν η επιμέτρηση της ποινής. Και σε έκαστο ζήτημα εφάρμοσε τον επιεικέστερο νόμο. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή το Δικαστήριο εφάρμοζε συνολικά ένα νόμο και κατ’ επέκταση είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει το παλαιό αρθ.52ΠΚ, τότε θα οδηγούμασταν σε νομικό παράδοξο, γιατί αυτό θα δημιουργούσε δυαδικότητα στο θέμα της επιμέτρησης της ποινής αφού θα είχαμε δυο κατηγορίες δραστών.

Από τη μια θα είχαμε δράστες οι οποίοι θα υπάγονταν σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης διάρκειας από 5-20 έτη και από την άλλη θα είχαμε έτερους δράστες που θα υπάγονταν σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης διάρκειας από 5-15 έτη. Αυτό θα ήταν πολλαπλώς εσφαλμένο όχι μόνο γιατί θα παραβίαζε την αρχή της lex certa, αλλά και επειδή στην ουσία η πολιτεία θα εφάρμοζε κατηργημένο νόμο. Αυτού του είδους τα παράδοξα έρχεται να λύσει η αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εφαρμόζεται η επιεικέστερη διάταξη επί κάθε ανακύπτοντος ζητήματος και άρα και επί της επιμέτρησης της ποινής, ώστε να μην έχουμε τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις.

Περαιτέρω, αν και όπως είπαμε το εν λόγω θέμα έχει τακτοποιηθεί οριστικώς με την τροποποίηση του άρθ.2ΠΚ στο νέο ΠΚ, εν τούτοις θεωρούμε ότι ακόμα και υπό το πρίσμα του παλαιού ΠΚ θα ήταν ορθή η εν λόγω εφαρμογή του άρθ52ΠΚ ως προς την διάρκεια και την επιμέτρηση της ποινής.

Και εξηγούμαστε:

Ακόμα και υπό το πρίσμα του παλαιού ΠΚ, η επιλογή του ευμενέστερου νόμου γίνεται in concreto. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ως προς την υπαγωγή της ποινής, επιλεγεί προς εφαρμογή ένας παλαιότερος νόμος ως επιεικέστερος, αυτό δεν σημαίνει ότι στη συνέχεια το Δικαστήριο δεσμεύεται να κρίνει για κάθε ύστερο ζήτημα που ανακύψει στην εν λόγω υπόθεση, με βάση μόνο το εν λόγω νόμο (σύνολο διατάξεων). Γιατί υπάρχουν και θέματα τα οποία πιθανόν να ανακύψουν σε δεύτερο χρόνο, μετά την επιλογή του ευμενέστερο νόμου για συγκεκριμένο ζήτημα.

Για να κάνουμε ευνόητο το ανωτέρω ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας. Ας υποθέσουμε ότι το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση επί της ενοχής (και άρα θα αποφάσισε επί της υπαγωγής της πράξης σε συγκεκριμένο ευμενέστερο νόμο). Στη περίπτωση αυτή, αν δεχτούμε την ανωτέρω άποψη του νόμου ως όλον, σε ενδεχόμενο αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης, το Δικαστήριο θα βρισκόταν εγκλωβισμένο και αναγκασμένο να μην εφαρμόσει τον τυχόν ευμενέστερο νόμο επί του αιτήματος ελαφρυντικής περίστασης αλλά το νόμο εκείνο (σύνολο διατάξεων) στον οποίο ανήκει η ευμενέστερη διάταξη επί της υπαγωγής της πράξης, εφαρμόζοντας με τον τρόπο αυτό πιθανόν δυσμενέστερο νόμο όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση.

Αυτό όμως το ενδεχόμενο δεν μπορεί να γίνει δεκτό, γιατί το δικαστήριο όταν αποφάσισε για τον ευμενέστερο νόμο σχετικά με την υπαγωγή της πράξης, δεν είχε ακόμα αντιμετωπίσει αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης και άρα θα εφαρμόσει το νόμο εκείνο που είναι ευμενέστερος στο εκάστοτε ανακύπτον ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως ελέχθη και ανωτέρω, ο νέος ΠΚ τροποποίησε επαρκώς το άρθ.2 ΠΚ, λύνοντας με τον τρόπο αυτό τη διχογνωμία που υπήρχε στη θεωρία και τη νομολογία σχετικά με το νόμο ως όλον ή την ευχέρεια επιλογής επιμέρους διατάξεων. Καταλήγουμε λοιπόν ότι το δικάσαν Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε τον παλαιό ΠΚ ως ευμενέστερο για την πράξη του άρθ.336ΠΚ και επίσης ορθώς, όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής, εφάρμοσε το νέο άρθ.52ΠΚ ως επίσης ευμενέστερο σχετικώς.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News