Δικηγορικό Γραφείο
Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων

Η Ελλάδα δυστυχώς έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά τροχαίων ατυχημάτων στην Ευρώπη και αυτό πρέπει να αλλάξει. Τα τροχαία ατυχήματα που συμβαίνουν στην Ελλάδα θα πρέπει να μας βάλουν σε σκέψεις για το πόσο υπεύθυνοι οδηγοί αλλά ταυτόχρονα πολίτες είμαστε. Η έρευνα της IPSOS που έγινε σε 12.000 Ευρωπαίους οδηγούς έδειξε πως οι Έλληνες είναι οι δεύτεροι λιγότερο υπεύθυνοι οδηγοί. Σχεδόν το 1/3 παραδέχεται πως έχει οδηγήσει αφού έχει καταναλώσει αλκοόλ ή κάποια ουσία η οποία του προξένησε μέθη και ζάλη.

Η χρήση παράνομων ή μη, ναρκωτικών και ψυχοτρόπων φαρμάκων κατά την οδήγηση, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με αλκοόλ αλλά και ξεχωριστά, απαγορεύεται κατά το άρθρο 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) λόγω της επίδρασής τους στον ανθρώπινο οργανισμό και στην επιρροή που έχουν στην οδηγική ικανότητά του.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται πως βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου. Εκτός όμως από τις μεθόδους αυτές η διαπίστωση της μέθης μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα όπως, καταθέσεις μαρτύρων, η εξωτερική εμφάνιση του οδηγού και σε περαιτέρω ενδείξεις όπως είναι η υπερβολική ταχύτητα ή η άρνηση του οδηγού να υποβληθεί σε αιμοληψία.

Ο έλεγχος από τις αρχές λογίζεται υποχρεωτικός και οι οδηγοί οφείλουν να τον δέχονται. Στην περίπτωση που ο οδηγός αρνηθεί να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του οινοπνεύματος, είτε δια αιμοληψίας είτε με τη χρήση συσκευής αλκοολόμετρου, τεκμαίρεται ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος είναι άνω του 1,10 gr/l σύμφωνα με τη μέθοδο της αιμοληψίας. Ακόμα, όποιος αρνείται να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης τοξικών ουσιών ή φαρμάκων στον οργανισμό του, τεκμαίρεται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση αυτών που σύμφωνα με τις οδηγίες τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα οδήγησης σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ.9 του ΚΟΚ.

Ως προς τις τιμωρίες που επιφέρει ο νόμος για όποιον οδηγεί όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ορίζονται τα εξής:

  1. Με διοικητικό πρόστιμο 200 ευρώ, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του κυμαίνεται από 0,50g/l έως 0,80 g/l, μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 έως 0,40 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται με συσκευή αλκοολομέτρου.
  2. Με διοικητικό πρόστιμο 700 ευρώ και με αφαίρεση επιτόπου της άδειας ικανότητας οδηγού για 90 ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 103 του ΚΟΚ, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα είναι άνω του 0,80 g/l και μέχρι 1,10 g/l, μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή άνω των 0,40 έως 0,60 όταν η μέτρηση γίνεται με συσκευή αλκοολόμετρου. Στην περίπτωση αυτή η άδεια επιστρέφεται με την παρέλευση του 3μήνου, με προϋπόθεση την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής του διοικητικού προστίμου.
  3. Με φυλάκιση τουλάχιστον 2 μηνών, διοικητικό πρόστιμο 1.200 ευρώ και άμεση αφαίρεση επιτόπου της άδειας ικανότητας οδηγού για 180 ημέρες, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 103 του ΚΟΚ, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα είναι άνω του 1,1 g/l ή άνω των 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα. Η άδεια ικανότητας οδήγησης επιστρέφεται μετά την παρέλευση των 6 μηνών, με την επίδειξη του αποδεικτικού καταβολής του διοικητικού προστίμου.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις το όχημα ακινητοποιείται υποχρεωτικά και φυλάσσεται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ΚΟΚ αλλά και με βάσει τις εκδιδόμενες αποφάσεις των Αρχών. Ο έλεγχος και η βεβαίωση των παραβάσεων πρέπει να γίνουν υποχρεωτικά από 2 άτομα εργαζόμενα στην αστυνομία, εκ των οποίων ο ένας να είναι ανακριτικός υπάλληλος.

Εάν ο οδηγός καταληφθεί να οδηγεί και πάλι υπό την επήρεια οινοπνεύματος εντός 2 ετών από την προηγούμενη παράβαση της απαγόρευσης οδήγησης για τον ίδιο λόγο και το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,10 g/l με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή άνω των 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα με μέτρηση αλκοολόμετρου, επιβάλλεται για κάθε περαιτέρω παράβαση ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών και διοικητικό πρόστιμο 2.000 ευρώ καθώς και αφαίρεση επιτόπου της άδειας ικανότητας οδήγησης για 5 έτη, κατά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 103 του ΚΟΚ. Η αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδήγησης αρχίζει να μετράει κάθε φορά από το χρόνο λήξης της προηγούμενης αφαίρεσης. Η άδεια ικανότητας οδηγού επιστρέφεται, με την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής των διοικητικών προστίμων.

Στην περίπτωση που ο οδηγός καταληφθεί να οδηγεί υπό την επίδραση τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική του ικανότητα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 2 μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 200 ευρώ καθώς και με αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα 3 έως 6 μηνών, την οποία την επιβάλλει το δικαστήριο. Ειδικότερη διάταξη ρυθμίζεται με το άρθρο 25 Ν.4139/2013, περί εξαρτησιογόνων ουσιών και την οδήγηση μεταφορικών μέσων, για αυτόν που κυβερνά ή οδηγεί το οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο.

Άξιο αναφοράς είναι πως παράλληλα με τις προαναφερθείσες ποινές, η παράβαση τιμωρείται ταυτοχρόνως και ανεξαρτήτως από τις ποινικές και λοιπές κυρώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις και με την ποινή αφαίρεσης των κρατικών πινακίδων.

Ο οδηγός ο οποίος έχει καταναλώσει ποσότητες οινοπνεύματος που υπερβαίνουν τα ανωτέρω προβλεπόμενα νόμιμα όρια, σημαίνει πρακτικά πως βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, γιατί όσο αυξάνεται η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα, τόσο μειώνεται η ικανότητα για επιμελή και ασφαλή οδήγηση, με αποτέλεσμα ο ευρισκόμενος σε μέθη οδηγός, να μην είναι σε κατάσταση να αντιληφθεί έγκαιρα τους κινδύνους ή να τηρήσει τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Αυτή η κατάσταση μέθης, οδηγεί σε παραβιάσεις των κανόνων οδικών κυκλοφορίας, όπως για παράδειγμα τη παραβίαση πινακίδων STOP ή ερυθρού σηματοδότη, ή την τέλεση επικίνδυνων ελιγμών, την υπέρβαση των επιτρεπόμενων ορίων ταχύτητας κλπ., με δυστυχώς συνεπαγόμενα ολέθρια αποτελέσματα.

Στην ανωτέρω αναφερομένη περίπτωση, δηλαδή την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, αν και η κατανάλωση αλκοόλ οδηγεί σε παροδική διατάραξη της συνειδήσεως του οδηγού, συνεπαγόμενης της ελλείψεως της ικανότητάς του να αντιλαμβάνεται το άδικο της πράξης του, εν τούτοις ο Νόμος έχει προβλέψει ώστε να μην υπάγεται η συγκεκριμένη περίπτωση στις περιπτώσεις ελαττωμένου καταλογισμού, κάτι που θα οδηγούσε στην ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του εν λόγω οδηγού.

Αντιθέτως, ο Νόμος εξαιρεί τον οδηγό που οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ, από την ανωτέρω αναφερομένη ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του ελαττωμένου καταλογισμού. Πράγματι, όταν κάποιος οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών (άρθρο 42 ΚΟΚ), όχι μόνο δεν θεωρείται ότι οδηγεί έχοντας υποστεί αλλοίωση της σωματικής και ψυχοπνευματικής του κατάστασης ή παροδική διατάραξη της συνειδήσεώς του, αλλά γίνεται επιπροσθέτως ειδική πρόβλεψη στο Νόμο, ότι οι διατάξεις περί μειωμένου καταλογισμού (άρθ.36παρ.2ΠΚ) ΔΕΝ εφαρμόζονται στη περίπτωση υπαίτιας κατά το άρθ.35παρ.3ΠΚ πρόκλησης της μειωμένης ικανότητας, αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αμέλειας.

Σύμφωνα με το άρθ.35παρ.3ΠΚ «Πράξη που κάποιος προέβλεψε ή μπορούσε να προβλέψει ότι ενδέχεται να τελέσει αν οδηγηθεί σε κατάσταση διαταραγμένης συνείδησης ή σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας να ενεργήσει ή να παραλείψει, του καταλογίζεται ως πράξη που τελέστηκε από αμέλεια».

Επιπλέον, σε μια προσπάθεια μείωσης των τροχαίων δυστυχημάτων και αφύπνισης της συνείδησης του μέσου Έλληνα οδηγού, προβλέπονται νομοθετικώς ειδικές διατάξεις οι οποίες σκοπό έχουν την προστασία του εννόμου αγαθού της ασφάλειας των συγκοινωνιών.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθ. 290Α του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4629/19), με τίτλο Επικίνδυνη Οδήγηση, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2019, , προβλέπει ότι «Όποιος κατά τη συγκοινωνία στους δρόμους ή στις πλατείες: α) Οδηγεί όχημα μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης, ή β) οδηγεί όχημα σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης ή σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, ή οδηγεί όχημα που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο ή προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς ή μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες, τιμωρείται αν δεν προβλέπονται βαρύτερες κυρώσεις σε άλλες διατάξεις: αα) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν στην περίπτωση των στοιχείων (ά) ή (β) η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν στην περίπτωση του στοιχείου (β) η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη».

Η ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση, υιοθετεί και εισάγει στο νομοθετικό μας σύστημα, την γενικώς αυστηρότερη νομοθεσία περί οδικής συμπεριφοράς, των κρατών της κεντρικής Ευρώπης (π.χ. Γερμανία) και αποτελεί ευθεία τομή στο παλαιό νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηριζόταν από μεγάλη ανεκτικότητα, αφού κατά κόρον τα τροχαία δυστυχήματα, αντιμετωπίζονταν με πλημμεληματικής μορφής κατηγορίες, ακόμα και σε περιπτώσεις πολύνεκρων δυστυχημάτων που είχαν προκληθεί από καταφανή παραβίαση κανόνων του Κ.Ο.Κ.

Είναι γεγονός ότι η οδική συμπεριφορά και η τήρηση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, είναι αδιάψευστος δείκτης αναφοράς του πολιτισμού μιας κοινωνίας και του σεβασμού προς τον πλησίον. Σε μια κοινωνία λοιπόν, όπως η Ελληνική, η οποία μαστίζεται εδώ και χρόνια από προβλήματα οικονομικής φύσης, ο σεβασμός προς τον συνάνθρωπο έχει δυστυχώς εκλείψει. Και καθρέφτης του γεγονότος αυτού, είναι οι ελληνικοί δρόμοι. Ο Έλληνας είναι φορτωμένος με τόσα προβλήματα, που όταν πιάνει το τιμόνι στα χέρια του, αντί να σεβαστεί τον Κ.Ο.Κ και τους άλλους οδηγούς, δυστυχώς βρίσκει «διέξοδο» στο τιμόνι και βγάζει στον δρόμο τα προβλήματα που τον ταλανίζουν.

Σε μια τέτοια πραγματικότητα, ήταν αναγκαία μια αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. Πλέον, με τη διάταξη του άρθ.290Α ΠΚ, αποτυπώνεται η ξεκάθαρη βούληση του νομοθέτη να αυστηροποιήσει το νομοθετικό πλαίσιο της παραβίασης των κανόνων οδικής συμπεριφοράς, σε μια προσπάθεια να αυξήσει τη γενική πρόληψη και να μειώσει τα τροχαία ατυχήματα.

Είναι μια νομοθετική παρέμβαση που ήταν απαραίτητη από καιρό και η οποία μόνο καλό μπορεί να κάνει. Είναι μια νομοθετική παρέμβαση που πρέπει να μας κρατήσει όλους σε επαγρύπνηση. Και ίσως με τον τρόπο αυτό, ελαχιστοποιηθούν τα περιστατικά επιθετικής ή ασυνείδητης οδήγησης.


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News