Δικηγορικό Γραφείο
ΜΜΕ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΣΕΞΙΣΜΟΣ

Πριν πολλές δεκαετίες ,η Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραφε ότι η αναπαράσταση του κόσμου, όπως και ο ίδιος ο κόσμος, είναι έργο των ανδρών. Τον περιγράφουν με την δική τους οπτική, την οποία συγχέουν με την απόλυτη αλήθεια. Εδώ θα πρέπει να προστεθεί (ας μου συγχωρεθεί η ύβρις) ότι τον κόσμο αυτόν τον εκφέρουν και γλωσσικά με λέξεις που τους ανήκουν αποκλειστικά, καταδικάζοντας τις γυναίκες σε αορατότητα.

Σεξισμός είναι η πρακτική της διάκρισης ενός ατόμου με γνώμονα το φύλο του. Στη σύγχρονη κοινωνία, η διάκριση αυτή γίνεται εις βάρος των γυναικών, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στη γλωσσική μας χρήση και συμπεριφορά (γλωσσικός σεξισμός).

Σε επίπεδο σημασιολογίας, ο γλωσσικός σεξισμός στα ελληνικά γίνεται εύκολα ορατός από μια απλή περιδιάβαση στα σημασιολογικά πεδία των λημμάτων άντρας και γυναίκα.

Οι εκφράσεις που συνδέονται με την έννοια γυναίκα έχουν συνήθως μειωτική σημασία. Επίσης, τα περισσότερα λήμματα με πρώτο συνθετικό το γυναίκα έχουν και αυτά μειωτική χρήση και ερμηνεία π.χ. γυναικοδουλειά. Εκφράσεις, εξάλλου, όπως γύναιο, γυνή της απωλείας, η γυναίκα του δρόμου, η γυναίκα του πεζοδρομίου παραπέμπουν στην ηθική και μας προκαταλαμβάνουν σε βάρος της γυναικείας σεξουαλικότητας. Γενικά, οι λέξεις και οι εκφράσεις αυτές αποτελούν τους σημαδεμένους τύπους αντίστοιχων ουδέτερων, γεγονός που δηλώνει ότι η γυναικεία συμπεριφορά και οι γυναικείες δραστηριότητες ορίζονται με βάση ένα ανδρικό πρότυπο που θεωρείται ο κανόνας. Για παράδειγμα, η λέξη γυναικοκουβέντες σημαδεύεται αρνητικά σε σχέση με το κουβέντες, που χρησιμοποιείται για την ανάλογη ανδρική δραστηριότητα, ελλείψει μάλιστα του «ανδροκουβέντες».

Ρίχνοντας μια ματιά στο λεξικό Εμμανουήλ Κριαρά του 1995 :
αντραγάθημα, αντραγαθία, αντράκι, άντρακλας, αντρεία, αντριεύω, αντρειοσύνη, αντρειωμένος, -η, -ο, αντρίκειος, αντρικός, άντρο, αντρόγενο (ή αντρόγυνο), αντρογυναίκα, αντρογυνοχωρίστρα, αντροχωρίστρα,
ΑΛΛΑ
γυναικάκι, γυναικάκιας, γυναικάρα, γυναικαριό, γυναικάς, γυναικείος, γυναικίσιος, -ια, -ιο, γυναικίστικος, γυναικοδουλειά, γυναικοθέμι, γυναικοκαβγάς, γυναικοκατακτητής, γυναικόκοσμος, γυναικοκουβέντα, γυναικοκρατία, γυναικοκρατούμαι, γυναικολόι, γυναικολόγια, γυναικολογικός, -ή, -ό, γυναικολόγος, γυναικομάνι, γυναικομανία, γυναικόμορφος, -η, -ο, γυναικόπαιδα, γυναικούλα, γυναικοφοβία, γυναικωνίτης, γυναικωτός, -ή, -ό, γύναιο, γυνή της απωλείας.

Με λίγα λόγια, το να είσαι άντρας συνδέεται με θετικά χαρακτηριστικά, που λαμβάνουν τη μορφή κοινωνικών αξιών. Το να είσαι γυναίκα, από την άλλη, ενέχει συμπεριφορές που στην καλύτερη περίπτωση γίνονται απλώς ανεκτές από την κοινωνία, στη χειρότερη δε αποδοκιμάζονται.

Η φράση «φοράω παντελόνια» χρησιμοποιείται ευρέως τόσο στην κοινωνία όσο και στην πολιτική (το έχουμε ακούσει πολλές φορές στις συνεδριάσεις της βουλής και μάλιστα από πρώην πρωθυπουργούς) για να υποδηλώσει θάρρος, ντομπροσύνη, λόγια σταράτα.

Παρουσιάζεται, δηλαδή, το αντρικό φύλο ως επίτευγμα. Είναι δεδομένο ότι το αντρικό φύλο διαθέτει αυτές τις ιδιότητες, οπότε, όταν θέλουμε να εξηγήσουμε σε κάποιον τι σημαίνει να φέρεσαι σωστά και έντιμα, θα του δώσουμε ως παράδειγμα το να είσαι άντρας. Αντιθέτως, όταν θέλουν να μειώσουν τον αντίπαλο, τον θηλυκοποιούν π.χ φοράει φουστάνια, φέρεται σαν γυναικούλα, κλαίει σαν κοριτσάκι, φέρεται σαν υστερική και τόσα άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.

Δυστυχώς, αυτή η γλώσσα αναπαράγεται και στα ΜΜΕ σε ένα φάσμα μεταξύ ακραίου σεξισμού και, στην καλύτερη περίπτωση, μη-ουδέτερης όσον αφορά το φύλο. Ένα δεύτερο δεδομένο συνίσταται στη σκιαγράφηση ενός κόσμου όπου οι άνδρες υπερέχουν αριθμητικά σε σχεδόν όλους τους επαγγελματικούς τομείς και πεδία απασχόλησης. Ένα τρίτο στοιχείο είναι η απουσία των γυναικών ως εκπροσώπων συλλογικοτήτων ή ως ειδημόνων. Κατά συνέπεια εδραιώνεται η πεποίθηση πως οι γυναίκες δεν εκπροσωπούν κανέναν στον πραγματικό κόσμο, ή δεν είναι σε θέση να το κάνουν και διαμορφώνεται η αντίληψη ότι οι γυναίκες ειδήμονες απουσιάζουν από το κοινωνικό και επιστημονικό περιβάλλον. Το τέταρτο δεδομένο συνίσταται στην αποτύπωση των γυναικών στα ΜΜΕ ως σεξουαλικών αντικειμένων, ή ως ακούραστων μητέρων.

Tα ΜΜΕ, ως η κύρια πηγή πληροφόρησης για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διαμόρφωση κοινωνικών προτύπων και στάσεων, έχοντας παράλληλα τη δύναμη να επηρεάσουν πολιτικές. Δυστυχώς, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα ΜΜΕ, αντί να αποδομούν, αναπαράγουν έμφυλα στερεότυπα, γλωσσικό σεξισμό έως ακραία προσβλητικό και υβριστικό λόγο, προβάλλοντάς τον μάλιστα σαν κάτι ακίνδυνο και «φυσιολογικό».

Μέσα από την προβολή διαφημίσεων, καθημερινών τηλεοπτικών σειρών, πολιτικών συζητήσεων, ψυχαγωγικών εκπομπών οι γυναίκες προβάλλονται ως κατώτερες των ανδρών σε πολλούς τομείς. Αρκετές προσπάθειες καταβάλλονται για την αποτροπή υποβάθμισης και υποτίμησης των γυναικών από τα ΜΜΕ, χωρίς ωστόσο το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι διάφορες ρυθμίσεις τόσο σε διεθνές και ευρωπαϊκό όσο και εθνικό επίπεδο δεν έχουν καταφέρει να ανατρέψουν τα υφιστάμενα έμφυλα στερεότυπα. Αντίθετα στην πλειοψηφία τους τα ΜΜΕ παρουσιάζουν τις γυναίκες με τρόπους που εδραιώνουν την ανισότητα των φύλων, καθορίζοντας τις γυναίκες με βάση την εξωτερική τους εμφάνιση, τη μητρότητα και το βαθμό που είναι σεξουαλικά επιθυμητές.

Ήδη από το 2011 η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία και ψηφίσθηκε και κυρώθηκε από την χώρα μας, είχε επισημάνει την σημασία της μη σεξιστικής γλώσσας. Είχε τονίσει την σημασία της χρήσης του θηλυκού γένους και λέξεων που δεν αποκλείουν τις γυναίκες. Να μην ταυτοποιείται /χαρακτηρίζεται η γυναίκα από τον πατέρα της ή τον σύζυγό της, όπως π.χ. στα ψηφοδέλτια όπου δίπλα στο ονοματεπώνυμο της υποψήφιας μπαίνει το όνομα του πατρός ή του συζύγου και όχι της μητέρας.

Πρέπει επίσης να μνημονευθεί η πολλή αξιόλογη προσπάθεια που έγινε το 2018 με τον Οδηγό χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας στα διοικητικά έγγραφα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ), που, όπως επισημαίνει η Φωτεινή Κούβελα, συνιστά ένα καινοτόμο έργο για τη χώρα μας και αποτελεί ένα ιδιαίτερα εξειδικευμένο και συνάμα εύχρηστο εργαλείο, τόσο για την αναγνώριση, όσο και για την κατανόηση του γλωσσικού σεξισμού, όπως αυτός απαντάται στα διάφορα διοικητικά έγγραφα, υποδεικνύοντας με σαφήνεια τις πρακτικές για την εξάλειψή του.

Επομένως και στο πλαίσιο της Δημόσιας Διοίκησης ,η σύγχρονη κοινωνική/πολιτισμική πραγματικότητα επιτάσσει έμφυλες δημοκρατικές αλλαγές και στη γλώσσα ή μάλλον κατεξοχήν στη γλώσσα, καθιστώντας ορατά και τα δύο φύλα.

Εν συνέχεια ψηφίσθηκε και ο Ν.4604/2019 «Προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας - Ρυθμίσεις για την απονομή Ιθαγένειας - Διατάξεις σχετικές με τις εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση - Λοιπές διατάξεις» - ΦΕΚ 26 Μαρτίου 2019, Αρ. Φύλλου 50) για την ένταξη της διάστασης του φύλου στα διοικητικά έγγραφα, αλλά και τις υποχρεώσεις των ΜΜΕ ως προς τη μη αναπαραγωγή σεξιστικών στερεοτύπων και γλώσσας.

Δυστυχώς , μέχρι σήμερα, πολύ λίγες αλλαγές έχουν παρατηρηθεί. Οι λέξεις έχουν υπόσταση και δύναμη, κουβαλούν και αντανακλούν την τοποθέτηση της κοινωνίας η οποία είναι βαθειά σεξιστική κι αλλάζει πολύ αργά και βασανιστικά. Σε μια κοινωνία όπου υπάρχει ακόμα αυτή η βαθύτατα προσβλητική διάκριση ανάμεσα στην παντρεμένη και την ανύπαντρη γυναίκα, διάκριση η οποία δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει, πόσο μάλλον να αποτελεί καθιερωμένο τρόπο κοινωνικής προσφώνησης. Στα γερμανικά, η λέξη Fräulein καταργήθηκε το 1972 με νόμο, ο οποίος όριζε ότι σε όλα τα επίσημα έγγραφα οι άντρες προσφωνούνται ως Herr (=κύριος) και οι γυναίκες ως Frau (=κυρία). Εκτός, όμως, από την επίσημη κρατική αντιμετώπιση, υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση και στο επίπεδο της γερμανικής κοινωνίας.

Στην Ελλάδα, πάντως, η λέξη δεσποινίς στον προφορικό λόγο και στο γραπτό καλά κρατεί, σαν να είναι κάτι απολύτως φυσικό το να πρέπει μια γυναίκα να δηλώσει σε κάποιον άγνωστο αν είναι παντρεμένη ή όχι. Στον άντρα, ο έγγαμος ή άγαμος βίος είναι ένα στοιχείο της προσωπικής του ζωής. Στη γυναίκα, είναι στοιχείο της τυπικής της υπόστασης, όπως το όνομα και η ηλικία της.

Σε περιπτώσεις φυσικής, και αναμενόμενης γραμματικής, συνύπαρξης αρσενικών και θηλυκών οντοτήτων, το αρσενικό γραμματικό γένος υπερισχύει. Για παράδειγμα, η φράση όλοι οι καθηγητές και οι μαθητές μπορεί να αναφέρεται μόνο σε καθηγητές και μαθητές αρσενικού γένους, αλλά ταυτόχρονα και σε μαθήτριες και καθηγήτριες. Η παραδοσιακή χρήση του αρσενικού γένους για να εκφράσει και τα δύο γένη, εκτός από το γεγονός ότι επικαλύπτει το θηλυκό γένος, δημιουργεί και αμφισημία, μια και μπορεί να σημαίνει μια ομάδα ανδρών ή μια ομάδα από άντρες και γυναίκες.

Αν σ’ ένα κείμενο κάποια χρησιμοποιεί πότε το αρσενικό, πότε το θηλυκό ως δηλωτικό και των δύο φύλων πιστεύω ότι πολλοί άντρες θα δυσκολευτούν να συμπεριλάβουν τον εαυτό τους. Αυτή η δυσκολία είναι καλό πράγμα! Θα αναγκαστούν να δουν τον εαυτό τους ως εξαίρεση, παρά ως κανόνα. Και σιγά σιγά θα εκπαιδευτούν και θα συνηθίσουν, όπως γίνεται πλέον σε πάρα πολλά κείμενα της αγγλικής, όπου ουσιαστικά που δεν δηλώνουν γένος (client, therapist, interviewer, child) χρησιμοποιούνται με το θηλυκό γένος, π.χ. «A scientist may act in ways that make it clear to herself, as well as to others, that she is careful».

Λέγοντας και γράφοντας «όλες μας» και βάζοντας και το ανδρικό φύλο μέσα, ούτε ακυρώνει ούτε υποτιμά ούτε βλάπτει με κάποιο τρόπο το ανδρικό φύλο, πόσο μάλλον τον ανδρισμό του. Εκτός αν ο ανδρισμός είναι τόσο αρρωστιάρης, που μια προσφώνηση στο θηλυκό είναι ικανή να τον ρίξει τέζα.

Σε άρθρο του Λύο Καλοβυρνά σχετικά με τον γλωσσικό σεξισμό, γίνεται ανάλυση των προβλημάτων που δημιουργεί η διαρκής χρήση του αρσενικού ως συμπεριληπτικού και σωστά σημειώνεται ότι «η αυτόματη χρήση του αρσενικού θεωρείται «φυσική» και επηρεάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιμετωπίζουμε τον άντρα ως κανόνα (άνθρωπος) και τη γυναίκα ως εξαίρεση (-άνθρωπος) (με τις αντίστοιχες κοινωνικές συνέπειες).

Σε μια γλώσσα όμως όπως τα ελληνικά, ποια η απάντηση; Κάποιοι χρησιμοποιούν στον γραπτό και προφορικό λόγο το θηλυκό ως συμπεριληπτικό, αντί του αρσενικού. Όσο ρηξικέλευθη κι αν ακούγεται η πρόταση αυτή, είναι παρ’ όλ’ αυτά μια αντιστροφή της έμφυλης επιβολής στη γλώσσα. Εκτός του προφανούς (ότι π.χ. είναι ίσως προβληματικό για έναν σις άντρα ν’ αυτοπροσδιορίζεται ως κάτι για το οποίο δεν έχει ιδέα -διαδικασία οικειοποίησης με το ζόρι δηλαδή), ξέρω ανθρώπους που δεν αισθάνονται άνετα να περιληφθούν στο θηλυκό, ανάμεσά τους και άτομα που έχουν παλέψει πολύ να το ξεφορτωθούν. Δεν θα αισθανόμουν άνετα να συμπεριλάβω στο θηλυκό π.χ. έναν τρανς άντρα που παλεύει να διεκδικήσει το αρσενικό για τον εαυτό του. Αντίστοιχα, δεν θα ήθελα να επιβάλλω γένος σε άτομα που αισθάνονται πως τα γένη δεν τα περιλαμβάνουν καθόλου.

Μια λύση ευκολίας λοιπόν έχει παρουσιαστεί στη χρήση του «@». Όταν αυτό αντικαθιστά έμφυλες καταλήξεις, άρθρα κ.ο.κ., είναι μια ικανοποιητική πρόταση, τουλάχιστον για τον γραπτό λόγο».

Το ίδιο γίνεται και με τις αντωνυμίες. Ο / Η εαυτός / ή είναι αυτοπαθής αντωνυμία που εμπεριέχει σαν συνθετικό την προσωπική αντωνυμία αυτός / αυτή / αυτό. Κι μπορεί να φαίνεται ξένο στην αρχή αλλά αν ξεπεράσεις λίγο την συνήθεια να ακούς όλες τις προσωπικές αντωνυμίες στο αντρικό / ουδέτερο γένος θα συνειδητοποιήσεις ότι είναι σωστότερο να λές εαυτή αν μιλάς για γυναίκα. Γιατί δεν πρέπει να μιλάμε στο αρσενικό όταν αναφερόμαστε σε γυναίκες.

Γιατί ένας άντρας έχει τη δυνατότητα να μιλά για τον εαυτό του όπως θέλει, το ίδιο πρέπει να κάνει και η γυναίκα.

Το άρθρο αυτό ούτε ακροθιγώς θίγει το μεγάλο πρόβλημα του γλωσσικού σεξισμού με τον οποίο έχει ασχοληθεί εκτενέστατα η επιστήμη της γλωσσολογίας κι έχει προτείνει επαρκείς και, πολλές φορές, εξαιρετικές λύσεις. Θεωρούμε, όμως, ότι είναι ώριμο πλέον το κλίμα να αρχίσουν να εισάγονται κάποιες ουσιαστικές αλλαγές. Μια μεγάλη ευκαιρία παρουσιάζεται σχετικά με τα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά.

Ο όρος «θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά» δηλώνει τη θηλυκή εκδοχή μιας ιδιότητας ή ενός τίτλου επαγγέλματος ή αξιώματος. Το θέμα των επαγγελματικών θηλυκών αποτέλεσε ένα από τα πρώτα και κεντρικά θέματα στη συζήτηση για τη σχέση γλώσσας και φύλου. Σε γλώσσες με περιορισμένη τη δήλωση του γραμματικού γένους, όπως η αγγλική, τα θηλυκά επαγγελματικά συζητήθηκαν κυρίως σε σχέση με την αρνητική υποδήλωση που συνοδεύει το θηλυκό τύπο ενός επαγγελματικού ουσιαστικού. Σε γλώσσες με έντονη την παρουσία του γένους, όπως η γαλλική, η συζήτηση για τα επαγγελματικά θηλυκά είχε στόχο την προβολή και την κοινωνική καταξίωση των γυναικείων επαγγελμάτων, που θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της γλωσσικής αναβάθμισής τους σε αυτόνομους μορφολογικούς τύπους. Το 1998 η γαλλική κυβέρνηση προώθησε σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες εγκύκλιο με τίτλο «Γυναίκα, γράφω το όνομά σου» με την οποία συνιστάται η χρήση των θηλυκών εκδοχών.

Η ευκαιρία, στην Ελλάδα, παρουσιάζεται με την εκλογή της κ. Σακελλαροπούλου στην θέση της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Ο Τάσος Καπλανης, μόνιμος επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ, γράφει για την μοναδική αυτή ευκαιρία : «Η κ. Σακελλαροπούλου πάντως, που σύντομα, όπως όλα δείχνουν, θα αναλάβει την Προεδρία της Δημοκρατίας, δεν χρειάζεται να αποποιηθεί γλωσσικά το φύλο της. Δεν χρειάζεται να γίνει ΠρόεδρΟΣ. Ας είναι η πρώτη Προεδρίνα της Δημοκρατίας. Ή αν μας ενοχλεί αυτός ο τύπος ως «λαϊκός», «υποτιμητικός» ή ό,τι άλλο, ας νεολογίσουμε με βάση το κλιτικό παράδειγμα και ας την πούμε Πρόεδρη.

Δεν είμαστε πια στο 1950. Η κοινωνία έχει προχωρήσει. Και πιστεύω ότι τόσο γλωσσικά όσο και κοινωνικά είναι πλέον ωριμότερη και μπορεί να πάει πιο μπροστά, με γνώση, επίγνωση και τόλμη». Μόνο να χειροκροτήσουμε και να ενθαρρύνουμε μπορούμε την προοπτική αυτή της, επιτέλους, κατάργησης της γυναικείας αορατότητας.

Είναι βέβαιο ότι θα ξεσηκώσει τόνους αντίδρασης, όπως έχει ξεσηκώσει και η λέξη βουλεύτρια. Και είναι «φυσικό», δεδομένου ότι μέχρι πριν από καναδυό γενιές τόσα και τόσα επαγγέλματα, λειτουργήματα και αξιώματα ήταν άβατο για τις γυναίκες και τα αντίστοιχα επαγγελματικά θηλυκά ονόματα δεν υπάρχουν ή δεν έχουν τριφτεί στη χρήση, κι έτσι ξενίζουν.

Στο σημείο αυτό, ας δώσουμε τον λόγο στην πλέον ειδική και εξαίρετη
καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και προεδρίνα της Επιτροπής Φύλου και Ισότητας του ΑΠΘ Δήμητρα Κογκίδου. Η κ. Κογκίδου έδωσε “μάχη” όταν το 2008 εκλέχτηκε στην Κοσμητεία της Παιδαγωγικής Σχολής, για τον όρο “Κοσμητόρισσα”. «Στην αρχή πολλοί όροι μπορεί να ξαφνιάζουν. Με τη γλώσσα δίνουμε μάχη και για το νόημα. Είναι πολιτική θέση ώστε να συμβάλουμε στην αποδόμηση των κυρίαρχων στερεοτύπων και όχι πολιτική ορθότητα. Ορισμένα ουσιαστικά που δηλώνουν ανώτατα αξιώματα έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερο προβληματισμό ως προς τη διατύπωσή τους και στο θηλυκό εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτά παραδοσιακά ασκούνταν κυρίως από άνδρες. Στην Ελλάδα, πάντως, υπάρχει καθυστέρηση στην γλωσσική αποτύπωση των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών, ή γενικότερα των ουσιαστικών που δηλώνουν ιδιότητα, στο θηλυκό τύπο των αξιωμάτων παρά τη μικρή αύξηση του ποσοστού των γυναικών σε θέσης ηγεσίας σε πολλούς τομείς.

Υπάρχει ακόμα μια ‘’αμηχανία’’ της γραμματικής στα γυναικεία αξιώματα και στα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά (βλ. ’’κοσμητόρισσα’’, ‘’πρυτάνισσα’’) και ορισμένες φορές στην ευρύτερη εξοικείωση συμβάλλει και ο «γλωσσικός ακτιβισμός» ορισμένων προσώπων που έχουν το αξίωμα αυτό. Το έκανα εγώ αρχικά με το Κοσμητόρισσα, τώρα έχουμε Πρυτάνισσα -Αντιπρυτάνισσα.

Αν είχαμε περισσότερες γυναίκες που δεν θα δίσταζαν να αποτυπώσουν στη γλώσσα τη νέα πραγματικότητα όταν αυτοπροσδιορίζονται, θα είχαμε συνηθίσει περισσότερο αυτές τις θηλυκές καταλήξεις.

Προφανώς κατανοώ την επίδραση του κυρίαρχου λόγου, μόνο που αυτή η πρακτική διαιωνίζει και στη χρήση της γλώσσας την αντίληψη του ανδρικού προσώπου της ηγεσίας – με τη μικρή συμμετοχή των γυναικών ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Κατά τη γνώμη μου, η χρήση θηλυκών καταλήξεων δεν μειώνει το κύρος των γυναικών στον επαγγελματικό τομέα. Αντίθετα, τις καθιστά ορατές και μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα για τις νεότερες γενιές.

Επίσης, τον όρο «προεδρίνα» πολλά άτομα το βρίσκουν λαϊκό ή υποτιμητικό, ότι παραπέμπει στη σύζυγο του άνδρα που ασκεί το αξίωμα (προεδρίνα – η σύζυγος του προέδρου, ή το επάγγελμα (γιατρίνα – η σύζυγος του γιατρού).

Ας αναρωτηθούμε γιατί κάποια άτομα το εκλαμβάνουν ως υποτιμητικό όταν αφορά σε επαγγέλματα υψηλού κύρους και αξιώματα – «Προεδρίνα της Βουλής», «Προεδρίνα της Δημοκρατίας», «Δημαρχίνα» – ενώ η κατάληξη – ινα είναι πιο αποδεκτή σε άλλα πλαίσια, όπως αστυνομικίνα.

Αν ο όρος «Προεδρίνα» χρησιμοποιηθεί για αυτοπροσδιορισμό γυναικών που κατέχουν υψηλές ηγετικές θέσεις και σε επίσημα κείμενα αυτό θα είναι μια αφορμή για να καθιερωθεί πιο γρήγορα και σε όλα τα υπόλοιπα».

Και, φυσικά στα καθ´ ημάς, κάθε φορά που επιχειρηματολογούμε υπέρ της βουλεύτριας να επιχειρηματολογούμε και υπέρ της δικάστριας. Άντρες και γυναίκες είναι δικαστικοί, αλλά σε συγκεκριμένη δίκη ο άνδρας μπορεί να είναι και «ο Δικαστής», ενώ η γυναίκα είναι πάντα «η Πρόεδρος».

Είναι ένα στοίχημα κι αυτό για την κ. Σακελλαροπούλου. Διότι, όταν παύεις να είσαι η εαυτή σου και εκπροσωπείς ταυτόχρονα έναν θεσμό, έρχεται αργά ή γρήγορα η στιγμή που πρέπει να αποφασίσεις πώς θα υποδυθείς τον ρόλο σου.

Είναι καιρός, πλέον, να εξαλείψουμε το φαινόμενο της απουσίας αναγνώρισης ή της μεροληπτικής απεικόνισης της συνεισφοράς των γυναικών στην κοινωνία. Η παράλειψη αυτή αφορά τις γυναίκες ως ενεργητικά υποκείμενα και συναντάται σε πολλαπλούς τομείς: στην εργασία, την πολιτική, την τέχνη, τον πολιτισμό και στην γλώσσα.

Επειδή πρέπει να σταματήσει η συστηματική εξάλειψη των γυναικών από την κυριαρχική ιστορική αφήγηση όπου η παρουσία, οι συνεισφορές, οι φωνές, εμπειρίες και η ίδια η ύπαρξή τους αποσιωπάται και καταλήγουν ιστορικά αόρατες.

Επειδή η γλώσσα είναι ζωντανή, φτιαγμένη από τους ανθρώπους και μπορεί να αλλάζει.

Επειδή η γλώσσα, ως κοινωνικό κατασκεύασμα, εμπεριέχει τις προκαταλήψεις και τις περιθωριοποιήσεις που υπάρχουν στην κοινωνία που την κατασκεύασε.

Επειδή οι κοινωνίες παρακμάζουν, παρακμάζει μαζί τους και η γλώσσα. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να συγκαλύπτουν και όχι για να διαφωτίζουν τις πράξεις.

Δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε απέναντι στις διακρίσεις που μέχρι σήμερα λειτουργούν υπέρ των ανδρών. Πρέπει να σταματήσουμε να προσποιούμαστε ότι η ισότητα στις ευκαιρίες που θεωρητικά προβλέπει ο νόμος ισοδυναμεί με πραγματική ισότητα ευκαιριών. Και η αλλαγή θα γίνει από κάτω προς τα επάνω, από την κοινωνία όπως όλες οι πραγματικά μεγάλες αλλαγές.

Αν δεν αμφισβητείς τον σεξισμό στην γλώσσα, απλώς τον διαιωνίζεις.

Και αν οι γυναίκες που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης δεν δείξουν τον δρόμο τότε ποια; Θα ρίξουμε πάλι την ευθύνη στις ατομικότητες για να κουνήσουμε το δάχτυλο που δεν αντιδρούν; Στην εργαζόμενη που εξαρτάται από τον μισθό της, στην οικονομικά εξαρτημένη γυναίκα που προσφέρει αμισθί την εργώδη οικιακή της εργασία, στην ηλικιωμένη, στην προσφύγισσα ή την μετανάστρια; Ο αγώνας είναι διαθεματικός και η έμφυλη καταπίεση τέμνεται με την ταξική, γι΄ αυτό κι η αλλαγή στον κόσμο δε μπορεί να συμβεί από ατομικότητες, αλλά μόνο από συλλογικότητες.

Και πάλι,
ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΣΤΕ στις γυναίκες δημοσιογράφους, αρχισυντάκτριες, παραγωγούς κλπ, αλλά και σε κάθε εργαζόμενη στα ΜΜΕ, τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και τις καλούμε να συνεισφέρουν στην δράση μας αυτή.
ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΣΤΕ σε όλες και όλους μας ως καταναλώτριες/ές ενός παρηκμασμένου και προσβλητικού για την νοημοσύνη μας μιντιακού προϊόντος, ενός προϊόντος που δεν το αξίζουμε κι ενός δημόσιου λόγου που ευτελίζει, υποτιμά και καταδικάζει την γυναίκα στην αφάνεια.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΤΟ #changemediaforher ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΑ SOCIAL MEDIA ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΜΜΕ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΞΙΖΟΥΝ


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News