Δικηγορικό Γραφείο
Τα δικαιώματα του εργαζόμενου σε περίπτωση όπου ο εργοδότης αναγγείλει ψευδή οικειοθελή αποχώρηση του

Αποτελεί σύνηθες εργασιακό φαινόμενο, οι εργοδότες, ιδιαίτερα στην προσπάθειά τους να αποφύγουν την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε εργαζόμενους που έχουν απασχοληθεί στην επιχείρησή τους για χρονικό διάστημα ανώτερο των δώδεκα (12) μηνών, να προβαίνουν σε αναγγελία στο ηλεκτρονικό πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» ψευδούς οικειοθελούς αποχώρησής τους, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για περίπτωση άτακτης (χωρίς προειδοποίηση) και άκυρης (λόγω προφορικότητας και μη καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση συμπλήρωσης) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους. Στο παρόν άρθρο, εξετάζονται οι δυνατότητες άμυνας των εργαζόμενων, εναντίον της πρακτικής αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 § 2 ΑΚ, 1 Ν.2112/1920 και 1, 2 και 5 Ν.3198/55 προκύπτει ότι προϋποθέσεις νομιμότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι η επίδοση εγγράφου περί καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, η ταυτόχρονη καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως και η προηγούμενη καταχώριση του απολυομένου στα τηρούμενα από το ΕΦΚΑ (τέως ΙΚΑ) μισθολόγια.

Ήδη δε η παράγραφος 5 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021 (για τις καταγγελίες που λαμβάνουν χώρα μετά τις 19-06-2021 οπότε και τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος αυτός- ΦΕΚ Α 101/19-06-2021) ορίζει ότι «Εάν κατά την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α` 98) και με εξαίρεση την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, το κύρος της καταγγελίας ισχυροποιείται, εφόσον ο εργοδότης καλύψει την τυπική παράλειψη εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση της σχετικής αγωγής ή από την υποβολή αιτήματος επίλυσης εργατικής διαφοράς. Στην περίπτωση, που η πλήρωση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων γίνει μετά την ως άνω προθεσμία, η πλήρωση αυτή λογίζεται ως νέα καταγγελία και η προηγούμενη ως ανυπόστατη». Εφόσον ο εργοδότης δεν κάνει χρήση της ευνοϊκής για αυτόν διάταξης (για τις περιπτώσεις εκείνες δηλαδή που η σύμβαση εργασίας έχει διαρκέσει κάτω από 12 μήνες και δεν προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, οπότε αν δεν έχει καταβληθεί δεν ισχύει η ανωτέρω διάταξη), ισχύουν τα κάτωθι:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν 4488/2017: «1. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών εντύπων που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση 295/2014 (Β` 2390) στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ», κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ή καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα αποχώρησης του μισθωτού ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αντίστοιχα. 2. Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο υπογεγραμμένο από τον εργοδότη και τον εργαζόμενο είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, με την οποία τον ενημερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόμενο το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη».

Α.1) ΟΙ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ

Εφ' όσον η καταγγελία είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και, ειδικότερα: Αν ο εργαζόμενος εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 105/2020, ΝΟΜΟΣ). Η σχετική αξίωση του μισθωτού οφείλει να ασκηθεί εντός αποσβεστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την φερόμενη ως τελευταία ημέρα παροχής της εργασίας με την άσκηση αγωγής ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου.

Α.2) ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΑ: Η ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ

Παρέχεται ομοίως στον εργαζόμενο η δυνατότητα να θεωρήσει ως έγκυρη, τη συντελεσθείσα μετά ταύτα και κατά τα ως άνω προφορική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εργοδότη (την οποία ο τελευταίος ανήγγειλε τη δήθεν «οικειοθελή αποχώρηση» στο ΕΡΓΑΝΗ). Στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α' του Ν.3198/1955 ο υπολογισμός της αποζημίωσης που καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ως τακτικές δε αποδοχές, θεωρούνται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρ. 361, 648, 649, 653ΑΚ, 3 παρ. 2 εδ. α' του Ν.2112/20, 1 του Ν.3198/55 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, ο μισθός και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, η οποία υπερβαίνει τα ελάχιστα όρια αυτού και χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό, κατά τη διάρκεια της εργατικής σχέσεως, τακτικώς και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό της προσφερόμενης εργασίας του. Η σχετική αξίωση του μισθωτού οφείλει να ασκηθεί εντός αποσβεστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την φερόμενη ως τελευταία ημέρα παροχής της εργασίας με την άσκηση αγωγής ενώπιον του κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμόδιου Δικαστηρίου.

Β) Η ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΟΛΕΣΘΕΝ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΟΑΕΔ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σύμφωνα με το άρ. 1 παρ. 3 περ. ε' Ν.Δ.212/1969, προβλέπεται ότι ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού μεριμνά για την επιδότηση των εργαζομένων που γίνονται άνεργοι κατά τις διατάξεις του Ν.Δ.2961/1954 μετά την ακούσια διακοπή της σχέσης εξαρτημένης εργασίας τους. Κατά το άρ. 16 παρ. 1 του προηγουμένου Ν.Δ., άνεργος θεωρείται εκείνος που μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας δεν βρήκε νέα απασχόληση εξαρτημένη ή μη. Επίσης, κατά το άρ. 3 Ν.1545/1985 άνεργος θεωρείται εκείνος που μετά τη λήξη ή τη λύση της εργασιακής σχέσης αναζητεί εργασία και αποδέχεται να απασχοληθεί σε εργασία που του προσφέρεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΑΕΔ στον ευρύτερο επαγγελματικό του κλάδο. Δεν αποκτά όμως δικαίωμα επιδότησης, σύμφωνα με το άρ. 7 παρ. 2 Ν.1545/1985 (ομοίου περιεχομένου με το άρ. 15 παρ. 8 του Ν.Δ.2961/1954), ο άνεργος του οποίου η εργασιακή σχέση τερματίζεται με εκούσια αποχώρηση. Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση από τον ΟΑΕΔ επιδόματος ανεργίας αποτελεί η έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν γίνεται εγγράφως και καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση. Η παράλειψη του εργοδότη αναγγελίας στον ΟΑΕΔ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, εκτός από ποινικές κυρώσεις δημιουργεί αξίωση αποζημίωσης του απολυθέντος για την ζημία που υπέστη από τη μη πληρωμή του επιδόματος ανεργίας. Στο ίδιο ερμηνευτικό συμπέρασμα, ήτοι στην κατάγνωση της υποχρέωσης του εργοδότη για την αποζημίωση του μισθωτού για την απώλεια επιδομάτων ανεργίας, καίτοι πληρούσε τις εκ του νόμου προϋποθέσεις, άγει, για την πληρότητα του νομικού λόγου και κάθε υπαίτια πράξη, παράλειψη ή ανοχή του εργοδότη με την οποία παράνομα και άδικα ο μισθωτός ζημιούται κατά το ποσό των επιδομάτων ανεργίας που θα εισέπραττε αν ο εργοδότης προέβαινε στις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες διά των οποίων θα συνέπραττε στην απόληψη των επιδομάτων ανεργίας εκ του μισθωτού.

Γ) Η ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική ή παράνομη καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση.

Οι ανωτέρω υπό στοιχεία Β) και Γ) αξιώσεις υπόκειται στη συνήθη πενταετή παραγραφή.


Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News