Δικηγορικό Γραφείο
Ο χαρακτηρισμός ενός επενδυτή ως καταναλωτή - Η σημασία, τα κριτήρια και οι έννομες συνέπειες που παράγονται

Ι. Εισαγωγή - Η σημασία χαρακτηρισμού ενός επενδύτη ως καταναλωτή – Το εν γένει περιεχόμενο της προσφερόμενης προστασίας

Η σημασία της υπαγωγής ενός επενδυτή ως καταναλωτή και κατ’επέκταση η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2251/1994 έχει ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα και σημασία. Αυτό οφείλεται στην αυξημένη προστασία που παρέχουν οι διατάξεις του ανωτέρω νόμου στο πρόσωπο που θα κριθεί ότι φέρει την καταναλωτική ιδιότητα, όπως (ενδεικτικά αναφερόμενα): η ακυρότητα ΓΟΣ που έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή (αρθρ. 2 παρ.6), την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες για κάθε παράνομη και υπαίτια βλάβη που προκάλεσε στον καταναλωτή (αρθρ. 8 παρ.1), η μεταστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του καταναλωτή (αρθρ. 8, παρ. 3 και 4 –βλ. αναλυτικότερα κατωτέρω-), η απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και διαφήμισης (αρθρ. 9 επομ.), και η ακυρότητα συμβατικών ρητρών που καταργούν ή περιορίζουν συγκεκριμένα δικαιώματα των καταναλωτών (αρθρ. 4η παρ. 2). Επιπροσθέτως, ίσως από τα σημαντικότερα δικαιώματα το οποίο προβλέπει ο Ν.2251/1994 προς προστασία των καταναλωτών, ιδίως στη σημερινή εποχή όπου η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει την άμεση κατάρτιση συμβάσεων με συμβαλλόμενους/παρόχους από διάφορα μέρη του κόσμου, είναι και η μη δυνατότητα του παρόχου να επιβάλλει αποκλειστική δικαιοδοσία άλλου κράτους από αυτό στο οποίο ο καταναλωτής έχει την μόνιμη κατοικία του (άρθρ. 2, παρ. 7, περ. λα’) ή την υπαγωγή της όποιας ανακύπτουσας μεταξύ τους διαφοράς σε διαιτησία, δίδοντας έτσι τη δυνατότητα σε πληθώρα καταναλωτών να εγείρουν τις αξιώσεις τους ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων, ακόμα και αν ο αντισυμβαλλόμενος-πάροχος που προσέφερε την υπηρεσία έχει την έδρα του σε διαφορετικό κράτος.

ΙΙ. Η προστασία του επενδύτη ως καταναλωτή

α) Γενικά περί της δυνατότητας χαρακτηρισμού ενός επενδυτή ως καταναλωτή\

Ο κύριος και βασικός στόχος του δικαίου της κεφαλαιαγοράς είναι η προστασία της ίδιας της κεφαλαιαγοράς και της λειτουργίας της και δευτερευόντως η προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων των ίδιων των επενδυτών. Αυτό έχει ως συνέπεια, το επενδυτικό κοινό να προστατεύεται μόνο στο μέτρο και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική και εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς καθ’ εαυτής1. Εξάλλου, αφής στιγμής το δίκαιο της κεφαλαιαγοράς έχει κυρίως χαρακτήρα κανόνων δημόσιας τάξης, με συνέπεια οι προβλεπόμενες στο νόμο υποχρεώσεις των ΕΠΕΥ και των πιστωτικών ιδρυμάτων, να μην μεταφράζονται αυτόματα και αυτοδικαίως σε υποκειμενικές αξιώσεις των αντισυμβαλλόμεvων πελατών τους2. Επομένως, εύλογα τίθεται το ερώτημα εάν, προκειμένου να προστατευθούν καλύτερα και αποτελεσματικότερα τα ατομικά συμφέροντα των επενδυτών, ιδίως των πιο ευάλωτων από πλευράς γνώσεων, εμπειρίας και οικονομικής και διαπραγματευτικής δυναμικής σε σχέση με τις κατ’επάγγελμα επενδυτικές εταιρείες, δύνανται καταρχήν αυτοί να υπαχθούν στην έννοια του καταναλωτή και σε καταφατική απάντηση, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποια κριτήρια.

Η πάγια και κρατούσα απόλυτα θέση τόσο στη θεωρία όσο και νομολογία ως προς την (υπό προϋποθέσεις) δυνατότητα χαρακτηρισμού ενός επενδυτή ως καταναλωτή είναι απόλυτα ξεκάθαρη: κάθε πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις που έχει θέσει ο Ν.2251/1994, ακόμα κι αν οι παρεχόμενες προς αυτόν υπηρεσίες είναι επενδυτικής φύσης, είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως καταναλωτής. Το γεγονός μάλιστα ότι ο επενδυτής δρα πάντοτε με σκοπό να μεγιστοποιήσει το επενδυθέν κεφάλαιό του, ουδόλως, εξ αυτού και μόνο του λόγου, αποτελεί επιχείρημα περί του αντιθέτου3, ιδίως μάλιστα στη σημερινή οικονομία, όπου όλο και περισσότερα πρόσωπα επιλέγουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα ως μια μορφή αποταμίευσης, εβρισκόμενοι μάλιστα οι ίδιοι συχνά σε σαφώς μειονεκτικότερη πληροφοριακά και διαπραγματευτικά θέση, όμοια με εκείνη του μέσου καταναλωτή4. Υπέρ αυτής της θέσης συνηγορεί εξάλλου και το γεγονός ότι σε κανένα σημείο στο νόμο περί προστασίας καταναλωτών δεν υπάρχει κάποια ρητή πρόβλεψη που να εξαιρεί τον επενδυτή από το προστατευτικό πλαίσιο των εν λόγω διατάξεων.

β) Ο χαρακτηρισμός του επενδυτή ως καταναλωτή με κριτήριο τον ορισμό του Ν.2251/1994

Ο ορισμός της έννοιας του «καταναλωτή» που ενυπήρχε στο άρθρ. 1 παρ. 4 του Ν.2251/1994 (προ της τροποποιήσεώς του με το Ν.4512/2018), ήταν ιδιαίτερα ευρύς, δίδοντας τη δυνατότητα να ενταχθούν στην προστασία του τόσο τα νομικά πρόσωπα, όσο και πρόσωπα που έκαναν χρήση των παρεχόμενων υπηρεσιών για επαγγελματικούς/επιχειρηματικούς σκοπούς. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν να διαμορφωθεί αντίστοιχα μια πλούσια νομολογία των εθνικών Δικαστηρίων που πολύ συχνά δεχόταν ως καταναλωτές όποιο πρόσωπο αποτελούσε τον τελικό αποδέκτη επενδυτικών υπηρεσιών. Αυτό φυσικά αφενός περιελάμβανε τα φυσικά πρόσωπα που έκαναν χρήση των παρεχόμενων εκ των ΕΠΕΥ και πιστωτικών ιδρυμάτων επενδυτικών υπηρεσιών για σκοπούς μη επαγγελματικούς (βλ. ενδεικτικά: 3255/2020ΕφΑθ: «Ενόψει των παραπάνω αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα, με την ιδιότητα της παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες εντασσόμενες στον κύκλο της συνήθους εμπορικής της δραστηριότητας, σαφώς παρέσχε, με τους παραπάνω προστηθέντες υπαλλήλους της, επενδυτική υπηρεσία-συμβουλή (υπό τη μορφή της σύστασης) στους πελάτες της (εφεσιβλήτους), οι οποίοι έφεραν την ιδιότητα του καταναλωτή των παρεχόμενων επενδυτικών υπηρεσιών ως τελικοί αποδέκτες αυτών και δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - μη “επαγγελματία” επενδυτή»).

Αφετέρου, περιελάμβανε και τα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα που ελάμβαναν ως τελικοί αποδέκτες υπηρεσίες, ακόμα και για σκοπούς επαγγελματικής φύσης. Έτσι, η πρόσφατη απόφαση 167/2020 του Εφετείου Ιωαννίνων (δημ. ΤΝΠ Νόμος) (η οποία έκρινε τη διαφορά με τον προ της τροποποιήσεώς του Ν.2251/1994) η οποία δέχτηκε ότι «Στην έννοια του καταναλωτή εμπίπτουν και οι έμποροι και επιχειρηματίες που προέβησαν σε επενδύσεις και για επαγγελματικούς λόγους», καθώς επίσης και η 2201/2019 του Εφετείου Αθηνών (δημ. ΤΝΠ Νόμος) (η οποία επίσης έκρινε τη διαφορά με τον προ της τροποποιήσεώς του Ν.2251/1994) η οποία αναφέρει ότι «…η παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους πιστωτικών ιδρυμάτων ή εταιριών παροχής επενδυτικών συμβουλών αναμφιβόλως εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της ως άνω διατάξεως (ενν. του Ν.2251/1994), εφ’ όσον ο επενδυτής έχει, εν πάση περιπτώσει, την ιδιότητα του “τελικού αποδέκτη” της σχετικής τραπεζικής - επενδυτικής υπηρεσίας, και μάλιστα ανεξαρτήτως, κατ’ αρχήν, της ιδιότητας αυτού ως “ερασιτέχνη” ή “επαγγελματία” επενδυτή», θέση που φαίνεται να ενστερνιζόταν διαχρονικά και η πλειονότητα των εθνικών δικαστηρίων μέχρι και την αλλαγή του νόμου το 2018.

(βλ. ωστόσο και αντίθετη νομολογία: 6050/2020 ΕφΑθ και 566/2019 ΕφΑθ, δημ ΤΝΠ Νομος, που προέβησαν σε διαφορετικές παραδοχές ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του “καταναλωτή”, επιλέγοντας συσταλτική ερμηνεία, θεωρώντας ως καταναλωτή μόνο «το πρόσωπο, που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς»).

Η νομολογία για το Ν.2251/1994, μετά της τροποποιήσεώς του με το Ν.4512/2018, (και συγκεκριμένα για τη νέα –στενότερη- έννοια του καταναλωτή που εισήγαγε) μένει να διαμορφωθεί εντός των επόμενων ετών, ωστόσο, δεδομένης της ρητής βούλησης του νομοθέτη να περιορίσει την εφαρμογή του νόμου μόνο σε φυσικά πρόσωπα και δη, μόνο σε περιπτώσεις που αυτά κάνουν χρήση των (επενδυτικών εν προκειμένω) υπηρεσιών αποκλειστικά στα πλαίσια εκτός της εμπορικής ή επαγγελματικής τους ιδιότητας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει η αντιμετώπιση από τα ελληνικά Δικαστήρια περιπτώσεων στις οποίες αφενός ο αντισυμβαλλόμενος επενδυτής θα είναι νομικό πρόσωπο μικρού οικονομικού μεγέθους (όπως π.χ. μια ομόρρυθμη εταιρεία-οικογενειακή επιχείρηση), αφετέρου περιπτώσεις όπου, ακόμα κι αν ο επενδυτής συμβάλλεται με την ΕΠΕΥ ή την τράπεζα για σκοπούς που άπτονται της επαγγελματικής του δραστηριότητας, η ανισορροπία μεταξύ τους θα είναι τόσο μεγάλη, που θα φτάνει στο σημείο να καθίσταται πρακτικά αδύνατη η ουσιαστική νομική προστασία του επενδυτή (π.χ. με μονομερώς επιβαλλόμενες ρήτρες από ΕΠΕΥ υπαγωγής της διαφοράς σε δικαιοδοσία άλλου κράτους, ακόμα κι όταν οι οικονομικές δυνατότητες του επενδυτή είναι ισχνές). Η πάγια θέση του ΔΕΕ ότι, παρά τα κριτήρια που τίθενται νομοθετικά, κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται ad hoc, δεδομένου του σκοπού για τον οποίο έχει θεσπιστεί εξ αρχής η ίδια η προστασία του καταναλωτή, δεν αποκλείει, κατά τη γνώμη του γράφοντος, να εμφανιστούν στο μέλλον ελληνικές δικαστικές αποφάσεις που να προβαίνουν σε contra legem ερμηνεία του άρθρ. 1α, περ.1 του Ν.2251/1994, σε περιπτώσεις κατάφωρης ανισορροπίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και καταχρηστικότητας των όρων της σύμβασης.

γ) Η προστασία του επενδυτή ως καταναλωτή υπό το πρίσμα της διάκρισης των επενδυτών του Ν.4514/2018 (Ο χαρακτηρισμός ενός επενδυτή ως Ιδιώτη ή Επαγγελματία)

Ως προς τις επιμέρους διατάξεις του ίδιου του δικαίου της κεφαλαιαγοράς, τόσο ο προϊσχύσας Ν. 3606/2007, όσο και ο υφιστάμενος πλέον Ν.4514/2018, επιφυλάσσουν σαφέστατα υψηλότερο επίπεδο προστασίας για τους ιδιώτες επενδυτές. Αυτό κρίνεται λογικό, δεδομένης της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων και εμπειρίας που τους διακατέχει, με συνέπεια να καθίστανται και πιο ευάλωτοι στους κινδύνους που εγκυμονεί ο πολυδαίδαλος χώρος της κεφαλαιαγοράς.

Η ανωτέρω οριοθέτηση ανάμεσα σε ιδιώτες και επαγγελματίες επενδυτές, μπορεί ταυτόχρονα ωστόσο να λειτουργήσει ως ένα εξαιρετικά χρηστικό μέσο και κριτήριο, προκειμένου ο εφαρμοστής του δικαίου να δύναται να αξιολογεί τον εκάστοτε επενδυτή και τη δυνατότητά του ή μη να υπαχθεί στο προστατευτικό πλαίσιο του Ν.2251/1994, αφ’ης στιγμής αμφότεροι οι εδώ εξεταζόμενοι κλάδοι δικαίου (δίκαιο προστασίας καταναλωτή και δίκαιο κεφαλαιαγοράς) εκδηλώνονται στο ίδιο πεδίο δραστηριότητας, ήτοι στις συναλλακτικές σχέσεις επενδυτών/καταναλωτών με ΕΠΕΥ/προμηθευτές.

Σαφέστατα, ο χαρακτηρισμός ενός επενδυτή ως ιδιώτη επενδυτή (ο οποίος φαίνεται να έχει και τις περισσότερες ομοιότητες με την έννοια του καταναλωτή) δεν προδικάζει αυτοδικαίως και το χαρακτηρισμό του ως καταναλωτή απαραίτητα. Ωστόσο, το γεγονός ότι αμφότεροι διακρίνονται από έλλειψη ειδικών γνώσεων, διαπραγματευτική αδυναμία σε σχέση με τους αντισυμβαλλόμενούς τους, έλλειψη εξειδίκευσης πάνω στο αντικείμενο στο οποίο εν προκειμένω συναλλάσσονται και από αδυναμία να αντιλαμβάνονται πλήρως τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο περιβάλλον αυτό, συνηγορούν στο γεγονός ότι, ακόμη κι αν ο χαρακτηρισμός ενός επενδυτή ως καταναλωτή κρίνεται κυρίως και με πρωταρχικό γνώμονα τις διατάξεις του Ν.2251/1994, εντούτοις, οδηγούμαστε έμμεσα στο λογικό συμπέρασμα, ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων το πρότυπο του ιδιώτη επενδυτή, είναι και θα πρέπει να υπάγεται καταρχάς στις διατάξεις και της προστασίας καταναλωτών και κατά αντιστοιχία να χαίρει της παρεχόμενης εκ των εν λόγω διατάξεων προστασίας, υπό την αίρεση ωστόσο πάντα της in concreto εξέτασης των ειδικότερων λεπτομερειών που συγκροτούν την εκάστοτε περίσταση.

Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός ενός επενδυτή ως επαγγελματία κατά τις διατάξεις του Ν.4514/2018, παρότι ως προελέχθη, δεν δύναται αυτόματα και δίχως άλλη αιτία να στερήσει από κάποιον επενδυτή τη δυνατότητα να επωφεληθεί της προστασίας του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή, εντούτοις, ξανά, λειτουργεί ως ένα βαρύτατης σημασίας κριτήριο, για τον εφαρμοστή του δικαίου, προκειμένου να κατασταλάξει περί χαρακτηρισμού του πρώτου ως καταναλωτή ή μη, δεδομένης της μεγάλης γνωστική επάρκειας που χαρακτηρίζει τους επαγγελματίες επενδυτές, της εμπειρίας που συνήθως έχουν πάνω στην κεφαλαιαγορά, του αυξημένου όγκου των οικονομικών συναλλαγών που εκτελούν και της ικανότητάς τους να κατανοούν πολύ καλύτερα τους κινδύνους κάθε χρηματοπιστωτικού μέσου στο οποίο επενδύουν. Έτσι, αν και δεν είναι νομικά αδύνατο, πρακτικά κρίνεται ιδιαίτερα αμφίβολο και δύσκολο, κάποιος επαγγελματίας επενδυτής να χαρακτηριστεί ταυτόχρονα και ως καταναλωτής5.

ΙΙΙ. Επίλογος - Συμπεράσματα

Όπως έγινε φανερό από την ανάλυση που προηγήθηκε, ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών κινείται στο όριο ανάμεσα σε δύο συστήματα προστασίας, αυτού του δικαίου προστασίας του καταναλωτή και του δικαίου της κεφαλαιαγοράς, τα οποία διαφοροποιούνται ωστόσο τόσο ως προς τους σκοπούς που εξυπηρετούν, όσο και ως προς τις προϋποθέσεις και το είδος της προστασίας που παρέχουν. Έτσι, ενώ ο Ν.2251/1994 προσβλέπει στην προστασία του αποδέκτη αγαθών και υπηρεσιών από κάθε είδους αθέμιτη πρακτική των προμηθευτών, επιβάλλοντας τους τελευταίους την τήρηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων συναλλακτικής συμπεριφοράς, ο Ν.4514/2018 επικεντρώνεται στη συνοχή και την εύρυθμη λειτουργία της ίδιας της κεφαλαιαγοράς.

Ωστόσο, η διαφορετική προστατευτική προσέγγιση του Ν.4514/2018, στερείται ρυθμίσεων αναφορικά με μέσα προστασίας του ίδιου του επενδυτή, ο οποίος κατ’αρχήν δεν μπορεί να εγείρει ευθέως ατομικές αξιώσεις, τις οποίες αντιθέτως ρητά του αναγνωρίζει ο ν. 2251/1994. Κατά συνέπεια ο χαρακτηρισμός ενός επενδυτή ως καταναλωτή όχι μόνο δεν αποκλείεται ακριβώς λόγω των ίδιων χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν και τις δύο αυτές έννοιες, αλλά, έτι περαιτέρω, είναι, σχεδόν πάντα, συμπληρωματικός και απαραίτητος προκειμένου να εξασφαλιστεί η υψηλότερη δυνατή προστασία για τους επενδυτές έναντι καταχρηστικών και παράνομων πρακτικών ΕΠΕΥ και Τραπεζών.


1Κατσάς σε Δούβλη Β.-Μπώλου Α., “Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτών”, τόμ. ΙΙ, 2008, σελ.1340-1341, εκδ. Σάκκουλας

2Καραγκουνίδης Α., “Προστασία του επενδυτή στο δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών”, σελ. 260-261, εκδ. Σάκκουλας, 2007

3Τριανταφυλλάκης Γ. “Η προστασία του επενδυτή ως καταναλωτή από κατάχρηση αγοράς” ΔΕΕ, 2008, σελ 521

4Χριστιανός Β., “Η προστασία του επενδυτή καταναλωτή στο κοινοτικό δίκαιο: από την απαγόρευση εκμετάλλευσης εμπιστευτικών πληροφοριών στην απαγόρευση χειραγώγησης της αγοράς, σε Ανώνυμη Εταιρεία και Κεφαλαιαγορά – Η προστασία του επενδυτή – 11ο Πανελ.Συνέδριο Ελλήνων Εμπορικολόγων”, εκδ. Σάκκουλας, σελ 284

5Αυγητίδης, “Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή”, σελ. 894επ., ΝομΒιβλιοθήκη, 3η Έκδοση


 Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνείτε με τους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News