Δικηγορικό Γραφείο
Τροπή  του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό και τρόπος υπολογισμού των τόκων(345 & 346 ΑΚ)

Με την τελευταία τροποποίηση του νέο άρθρου 346 ΑΚ (η οποία επήλθε δυνάμει του Ν.4055/2012) προβλέφθηκε ότι από την (τυχόν) όχληση μέχρι και την επίδοση της αγωγής, ο ζημιώσας- (οιονεί) εναγόμενος οφειλέτης, θα οφείλει τόκους υπερημερίας. Από εκεί και έπειτα όμως και καθ’όλο το διάστημα της εκκρεμοδικίας, θα οφείλονται τόκοι επιδικίας, (των οποίων το επιτόκιο είναι ανώτερο κατά 2% σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας). Φυσικά, η εν λόγω ρύθμιση έλαβε χώρα σε μια προσπάθεια του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των διαφορών που έφταναν προς εκδίκαση ενώπιων των ελληνικών Δικαστηρίων, «τιμωρώντας» κατά κάποιο τρόπο τον εναγόμενο1 που, παρότι έχει ήδη ασκηθεί η αγωγή εναντίον του, εξακολουθεί να παραλείπει να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του (εφόσον η αντιδικία του δεν είναι εύλογη –βλ. σχετικά παρακάτω), κινητοποιώντας ταυτόχρονα άσκοπα τον κρατικό μηχανισμό απονομής της Δικαιοσύνης.

Εδώ ωστόσο έγκειται και το σημείο που ανακύπτει το αναλυόμενο με το παρόν άρθρο ζήτημα. Συγκεκριμένα, επί περιπτώσει τροπής του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (η οποία επέρχεται κατά βάση με την κατάθεση των προτάσεων του ενάγοντος), θα οφείλονται τελικά, από το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής και εντεύθεν, τόκοι υπερημερίας ή τόκοι επιδικίας; Το ερώτημα ανακύπτει κυρίως υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι ο περιορισμός του αιτήματος καταλύει μεν αναδρομικά τη διαδικαστική πράξη της επίδοσης αγωγής με καταψηφιστικό αίτημα, ωστόσο δεν ανατρέπει και τα ουσιαστικά αποτελέσματα της οχλήσεως καθ’εαυτής (από την οποία εξάλλου και δεν προβλέπεται παραίτηση κατά το δίκαιό μας).

Λύση στο θέμα έδωσε τελικά ο Άρειος Πάγος, με την υπ’αριθμ. 1207/2017 απόφασή του, μέσω της τελολογικής ερμηνείας της ΑΚ 346 στην οποία προέβη. Επί της ουσίας, το ανώτατο Δικαστήριο, αφενός σταθμίζοντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα των αντιδικούντων διαδίκων, αφετέρου συνεκτιμώντας την επιτακτική ανάγκη για το νομικό σύστημα της χώρας να επιλύονται σύντομα οι δικαστικές διενέξεις των πολιτών (ενόψει και του υπέρμετρου προβλήματος της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης διακατέχει μόνιμα την Ελλάδα), κατέληξε στο πόρισμα ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δεν συνιστά λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του (με χαμηλότερο επιτόκιο υπολογιζόμενου) τόκου υπερημερίας αντί του τόκου επιδικίας.

Όπως επισημαίνεται στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, ο (ευνοϊκότερος σε κάθε περίπτωση για τον εναγόμενο) τόκος υπερημερίας (του αρθρ. 345 ΑΚ) πρέπει πλέον να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι, με βάση τη νέα ρύθμιση και τον σκοπό αυτής, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση του αυξημένου (σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας) τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας.

Έτσι, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την αντίστοιχη ερμηνευτική θέση του Εφετείου, η οποία έκρινε ότι ο τόκος επιδικίας αφορά (αφ’ης στιγμής ο νόμος δεν κάνει ρητή διάκριση) κάθε χρηματική απαίτηση η οποία άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με αγωγή και επιδικάζεται εντόκως, ανεξάρτητα από το γεγονός του εάν ζητείται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της οφειλής αυτής, με συνέπεια να εξακολουθεί να οφείλεται τόκος επιδικίας και μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό2 . Με την ανωτέρω, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα απόφαση, ο Άρειος Πάγος διαφοροποιήθηκε σαφέστατα από την παλαιότερη (πάγια ομολογουμένως μέχρι πρόσφατα) θέση του, η οποία αναγνώριζε ως επίδοση της αγωγής που απαιτούσε η ΑΚ 346, αποκλειστικά την καταψηφιστική αγωγή, και όχι την αναγνωριστική (βλ. ενδεικτικώς ΟλΑΠ 7/2000 ΑρχΝ 52, 19, 570/2005 ΑΠ, Τ.Ν.Π. NΟΜΟΣ κτλ).

Ακολουθεί το ανωτέρω αναλυθέν σκεπτικό της απόφασης 1207/2017 του Αρείου Πάγου:

«Κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α’ , 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ Ολομ. 23-24/2004, ΑΠ Ολομ. 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010).

Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης".

Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας»


[1] (Ίσως κατ’ορθότερη ερμηνεία, δίδοντας κίνητρο στον εναγόμενο να συμμορφωθεί εκουσίως προς τις υποχρεώσεις του).

[2 ](βλ. σχετικά και «Οι τόκοι επιδικίας σε περίπτωση τροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό», Κ. Σαϊτάκης, Νομ. Βιβλιοθήκη, 2019).


Για περισσότερες πληροφορίες, καθώς και για τη νομική σας καθοδήγηση και εκπροσώπηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στους συνεργάτες του γραφείου μας.


 Μη χάνετε την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωσή σας. Ακολουθήστε μας τώρα στα Google News